Κυριακή τού Θωμά

28 Απριλίου , 2009

       Υπήρχε μια παράδοση, ξεχασμένη σήμερα, κατά την οποία κάποιοι άνθρωποι, τέτοια μέρα κάθε χρόνο, μαζευόμασταν σε ένα μπαρ, ένα μακρόστενο στέκι κάπου στη Λυκαβηττού… Η αφορμή, αν μπορεί να πει κανείς ότι μας χρειαζόταν αφορμή, ήταν η ημέρα του Αγίου Θωμά, ονομαστική γιορτή τριών ανυπόληπτων, επικίνδυνων υπονομευτών, τους οποίους, με ομολογουμένως αρκετή δόση ελάχιστα δικαιολογημένης αυταρέσκειας, αποκαλούσαμε φίλους μας…       

 

        «Wasted and wounded…», φωνή περασμένη με γυαλόχαρτο, μουλιασμένο μέσα σε φτηνό μπέρμπον, and the prettiest girl in all the world is in a little spanish town – έρχεται καβάλα σε ένα γέρικο μουλάρι, κρατάει μια κιθάρα Washburn μέσα στην οποία έχει φυλακίσει ένα κοράκι, κοπανάει τις χορδές για να του σπάσει τα νεύρα, η ακολουθία του είναι μεταλλαγμένοι νάνοι που πάνε για δουλειά με βηματισμό ρώσικου χορού (Davai yestshio! Davai yestshio! Odeen, dva, tree, cheteeri) – we got to dig dig dig from the morning till the night, heigh-ho, heigh-ho, but we don’t know what we ‘re digging for, ξινές απολαύσεις, καφέ χρώμα, ψάξε για μουσικά όργανα στην εργαλειοθήκη, everything you can think of is true, σαλπάρουμε για Σιγκαπούρη με ένα μονόχειρα καπετάνιο που ρίχνει ζάρια στην προβλήτα, I’m leaving my family, I’m leaving all my friends, – take care of all of my children, for I don’t know when I’m coming back home – πιάσαμε λιμάνι, πήρα άδεια, and I sat down and wrote a letter to my wife – tell the boys back home that I’m doing just fine, I’m just barrelin’ down the boulevard, looking for the heart of Saturday night – no, I lie, I ‘m starving in the belly of a whale, no more rain, no more roses (what the hell is he building in there?), τραγουδάω την πόλκα του κοιμητηρίου – you can’t unring a bell, sucker, but you ‘re innocent when you dream… Είναι το σκιάχτρο της μεγαλούπολης, είναι η φωνή από τον πάτο του σταχτοδοχείου, είναι ο φίλος μας ο Tom Waits – χρόνια πολλά Tom!

           Εν τω μεταξύ, ένα ουρλιαχτό, το γνωστό πλέον ουρλιαχτό, διασχίζει τον ουρανό. Περιμένεις να ακούσεις τη ρουκέτα να πέφτει, αλλά, αντί για τη ρουκέτα, πέφτει από το πουθενά… ο Ταϊρόν Σλόθροπ, ντυμένος Ρόκετμαν, και μαζί του μια ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα από καζού

        Στην άλλη άκρη της αψίδας βρίσκεται ένα ρώσικο τζιπ με δυο αξιωματικούς, ο ένας από τους οποίους μιλά με σοβαρότητα στο μικρόφωνο τού ασυρμάτου του, και ο αέρας ανάμεσά τους ζωντανεύει από ρώσικες ομιλίες που ταξιδεύουν με την ταχύτητα του φωτός και πλέκουν ένα δίχτυ για να πιάσουν τον Σλόθροπ. Ποιον άλλο; Τινάζει την κάπα του προς τα πίσω, κλείνει το μάτι, ισιώνει την περικεφαλαία και χαμογελά. Στον καπνισμένο βερολινέζικο ουρανό, κάπου αριστερά από το ατσάλινο μακρινό δίχτυ του Funkturm, εμφανίζεται μια ολοσέλιδη φωτογραφία στο περιοδικό Life: είναι ο Σλόθροπ, με τη στολή του Ρόκετμαν και με κάτι που μοιάζει να είναι ένα μακρύ, σκληρό λουκάνικο πολύ μεγάλης διαμέτρου χωμένο στο στόμα του, με τέτοια δύναμη που τα μάτια του είναι κάπως αλλήθωρα, αν και το χέρι ή ό,τι είναι που κρατά το πελώριο λουκάνικο δε φαίνεται στη φωτογραφία. Η ΓΚΑΦΑ ΤΟΥ ΡΟΚΕΤΜΑΝ, λέει η λεζάντα – «Μόλις μετά την απογείωσή του, το νέο αστέρι της Ζώνης τα σκατώνει».

        Αόρατος. Είναι ο αόρατος νέος, ο αρματωμένος μπάσταρδος. Εκείνοι είναι ακόμη στο γεωγραφικό χώρο, θέτουν προθεσμίες και εξουσιοδοτούν προσωπικό, και τα μόνα όντα που μπορούν να παραβιάσουν το χώρο τους πιάνονται με ασφάλεια και παραλύονται μέσα σε κόμικς. Έτσι νομίζουν. Δεν ξέρουν για τον Ρόκετμαν εδώ. Συνεχώς τον προσπερνούν, κι εκείνος μένει μόνος, κρυμμένος, μέσα στη νύχτα, από το βελούδο και το καστόρι – κι όταν τον βλέπουν, η εικόνα του απωθείται αμέσως στο σκουπιδότοπο του μυαλού, όπου παραμένει εξόριστη μαζί με άλλα πλάσματα της νύχτας… (Κοίτα! Περνάει φαρδιούς αυτοκινητόδρομους με έναν πήδο!)

        Λοιπόν, Μποντίν, ο χάρτης σου είναι τέλειος, εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια που μάλλον, χμμ, ξέχασες να αναφέρεις, αναρωτιέμαι γιατί… Φαίνεται πως κάπου 150 σπίτια στη Νοϊμπάμπελσμπεργκ έχουν επιταχθεί και αποκλειστεί ως χώρος διαμονής για τους απεσταλμένους των Συμμάχων στη Διάσκεψη του Πότσνταμ, και ο μαλάκας ο ναύτης έχει κρύψει το χασίς ακριβώς στη μέση.

        Θα πρέπει να βλέπουν εδώ διάφορους περίεργους τύπους της σόου μπίζνες. Κανείς δεν δείχνει ιδιαίτερα ενοχλημένος από την περικεφαλαία, την κάπα ή τη μάσκα. Μια ομάδα αμερικανών δημοσιογράφων περνάνε μέσα σ’ ένα πούλμαν, κρατώντας μπουκάλια απελευθερωμένου Μοζέλ και τον παίρνουν μαζί τους για λίγο. Σύντομα αρχίζουν να τσακώνονται για το ποια διασημότητα είναι. Κάποιοι πιστεύουν πως είναι ο Ντον Αμίτσι, άλλοι ο Όλιβερ Χάρντι. Διασημότητα; Τι είναι αυτό; «Ελάτε ρε παιδιά», λέει ο Σλόθροπ, «απλώς δεν με αναγνωρίζετε μ’ αυτό το ντύσιμο. Είμαι ο Έρολ Φλιν». Δεν τον πιστεύουν όλοι, αλλά παρ’ όλα αυτά καταφέρνει να δώσει μερικά αυτόγραφα.

        Το σπίτι στην Καϊζερστράσε 2 είναι σχεδιασμένο σε στιλ Πρωσικό ρουστίκ και βαμμένο σ’ ένα περίεργο καφετί, ένα χρώμα που ο ψυχρός σαν πάγος φωτισμός δεν βελτιώνει καθόλου. Είναι πιο αυστηρά προστατευμένο από οποιοδήποτε άλλο στο χώρο. Ο Σλόθροπ αναρωτιέται γιατί. Τότε βλέπει την πινακίδα με την πολυγραφημένη προσωρινή ονομασία του σπιτιού.

        «Όχι. Όχι. Κόψτε την πλάκα». Στέκεται για λίγο στο δρόμο τρέμοντας και βρίζει τον Μποντίν σκιτζή, παλιοτόμαρο και μεσίτη του θανάτου. Η πινακίδα γράφει ΛΕΥΚΟΣ ΟΙΚΟΣ.

        Η ακτή της Λίμνης Γκρίμπνιτς είναι σκοτεινή, αστροφωτισμένη, γεμάτη συρματοπλέγματα και περιπόλους. Τα φώτα του Πότσνταμ, συσσωρευμένα και σκορπισμένα, λαμπυρίζουν στο μαύρο νερό. Ο Σλόθροπ χρειάζεται να μπει στο νερό μέχρι τον κώλο μερικές φορές για να περάσει το συρματόπλεγμα, περιμένει τους σκοπούς να συγκεντρωθούν γύρω από ένα τσιγάρο στη μια άκρη της βόλτας τους και ορμάει προς τη βίλα, βρεγμένος και με την κάπα του να φτερουγίζει. Το χασίς του Μποντίν είναι θαμμένο σε μια πλευρά του σπιτιού, κάτω από κάποιο αγριοκυπαρίσσι. Ο Σλόθροπ κάθεται στις φτέρνες κι αρχίζει να φτυαρίζει χώμα με τα χέρια του.

        Μέσα στο σπίτι το γλεντάνε. Κορίτσια τραγουδούν «Don’t Sit Under The Apple Tree», και αν δεν είναι οι Αδελφές Άντριους, πάντως μοιάζουν πολύ. Συνοδεύονται από μια χορευτική μπάντα με πάρα πολλά ξύλινα πνευστά. Γέλια, ήχοι γυαλικών, πολύγλωσσες κουβεντούλες, μια συνηθισμένη νύχτα εδώ στη μεγάλη Διάσκεψη. Το χασίς είναι τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο μέσα σε μια μισοσαπισμένη τσάντα. Μυρίζει πολύ ωραία. Γαμώ το – γιατί δεν σκέφτηκε να πάρει μια πίπα μαζί του;

        Καλύτερα, εδώ που τα λέμε. Πάνω από τον Σλόθροπ, στο ύψος των ματιών του, είναι μια βεράντα με αναρριχητικές ροδακινιές με γαλακτερά άνθη. Καθώς σκύβει και ζυγιάζει την τσάντα, οι μπαλκονόπορτες ανοίγουν και κάποιος βγαίνει στη βεράντα για να πάρει αέρα. Ο Σλόθροπ παγώνει και σκέφτεται αόρατος, αόρατος… Βήματα πλησιάζουν, και πάνω από το κιγκλίδωμα γέρνει ο – αυτό μπορεί να ακουστεί παράξενο, αλλά είναι ο Μίκι Ρούνι. Ο Σλόθροπ τον αναγνωρίζει αμέσως, είναι ο φακιδομύτης παλαβός γιος του δικαστή Χάρντι, τρισδιάστατος, ολοζώντανος, με φράκο και μισότρελο πρόσωπο. Ο Μίκι Ρούνι κοιτάζει τον Ρόκετμαν που κρατά μια τσάντα με χασίς, μια βρεγμένη οπτασία με περικεφαλαία και κάπα. Με τη μύτη του στο ύψος των γυαλιστερών μαύρων παπουτσιών τού Μίκι Ρούνι, ο Σλόθροπ ρίχνει μια ματιά στο φωτισμένο δωμάτιο πίσω του – βλέπει κάποιον που μοιάζει με τον Τσόρτσιλ, πολλές γυναίκες με βραδινές τουαλέτες με τόσο βαθιά ντεκολτέ που ακόμα και από αυτή την οπτική γωνία μπορείς να δεις περισσότερα βυζιά απ’ ότι σε στριπτιζάδικο… και ίσως, ίσως βλέπει για μια στιγμή τον πρόεδρο Τρούμαν. Πάντως, ξέρει ότι βλέπει τον Μίκι Ρούνι, αν και ο Μίκι Ρούνι, όπου κι αν πάει, θα απωθήσει στη μνήμη του το ότι είδε ποτέ τον Σλόθροπ. Είναι μια σπάνια στιγμή. Ο Σλόθροπ νιώθει πως θα έπρεπε να πει κάτι, αλλά τα κέντρα λόγου του τον προδίδουν. Το να πει «είσαι ο Μίκι Ρούνι» μοιάζει ανεπαρκές. Έτσι, μένουν απόλυτα ακίνητοι, ενώ ο νυχτερινός άνεμος της νίκης φυσά γύρω τους, και οι μεγάλοι μέσα στο κίτρινο ηλεκτροφωτισμένο δωμάτιο συνεχίζουν να μηχανορραφούν χωρίς επίγνωση του γεγονότος εδώ έξω.

        Ο Σλόθροπ σπάει πρώτος την ακινησία: βάζει ένα δάχτυλο στο στόμα και φεύγει τρέχοντας από τη βίλα και φτάνει στην ακτή, αφήνοντας τον Μίκι Ρούνι με τους αγκώνες στο κιγκλίδωμα να τον κοιτάζει…

        Έχει απομείνει μόνο μια λεπτή, σαν μάτι γάτας, γραμμή μελαγχολικού ηλιοβασιλέματος πάνω από την πεδιάδα απόψε, φωτεινό γκρίζο μπροστά σε μια πορφυρή οροφή από σύννεφα, με μια ίριδα από πιο σκούρο γκρι. Κι εσύ, ας μην εμφανίζεσαι ποτέ, είσαι πάντα ο Thomas Pynchon, ο δεύτερος εορταζόμενος απόψε… Χρόνια πολλά, Commander Pynchon!

        … και κάτι τυπάδες που κλέβουν τη μούμια του Χριστού από τα υπόγεια του Βατικανού, για να μπλέξουν με πιστολάδες Ζεν μοναχούς – πράκτορες της CIA, στο πρώτο μυθιστόρημα του Tom Robbins, του τρίτου αποψινού καταζητούμενου – συγγνώμη, ήθελα να πω εορταζόμενου:

        «Αυτό που προσπαθώ να κάνω, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, είναι να αναμίξω φαντασία, πνευματικότητα, ερωτισμό, χιούμορ και ποίηση σε ένα συνδυασμό που δεν έχουμε δει σχεδόν ποτέ μέχρι σήμερα στη λογοτεχνία. Και μου αρέσει να φαντάζομαι ότι ένας αναγνώστης ή αναγνώστρια, όταν τελειώνει ένα βιβλίο μου – εφόσον καταφέρει να το τελειώσει – είναι σε μια κατάσταση σαν να είδε μόλις μια ταινία του Fellini ή μια συναυλία των Grateful Dead. […] Νομίζω ότι τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα είναι αυτά που φέρνουν κάπως σε εκείνα τα κογιότ που ουρλιάζουν στους λόφους έξω από την πόλη. Κάτι μυστηριώδες, άγριο και υπνωτικό».

        «Δώσε μου ένα παράδειγμα. Διάβασες τίποτα τελευταία που σε έκανε να νιώσεις έτσι;»

        «Α, βέβαια, το Mason & Dixon του Thomas Pynchon.»

        Δυστυχώς, δεν έχω διαβάσει Tom Robbins. Ήταν στο πρόγραμμα, αλλά κάτι έσκασε και έπρεπε να την κοπανήσω, και δεν είμαι σίγουρος ότι πήρα μαζί μου τον Τρυποκάρυδο…

        Τρεις άνθρωποι, που στην πραγματικότητα είναι ένας: οι παλιότεροι θυμούνται εκείνη τη φήμη, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ότι το Tom Robbins είναι, στην πραγματικότητα, ένα ψευδώνυμο του Thomas Pynchon. Και η διατριβή μου, με τίτλο «Μερικά Ακλόνητα Επιχειρήματα Υπέρ Της Άποψης Ότι Ο Thomas Pynchon Είναι, Στην Πραγματικότητα, Ο Tom Waits» είναι στη φάση της σχεδίασης…

        Τρεις άνθρωποι, σύμφωνα με μια παράδοση, ξεχασμένη σήμερα, ήμασταν κι εμείς… Εγώ κατέληξα εδώ κάτω, κυνηγημένος από (ή κυνηγώντας – το ίδιο κάνει) τα προσωπικά μου φαντάσματα. Τον δεύτερο τον πέτυχα πρόσφατα να περιπλανιέται στα παλιά μου λημέρια, στο Cambridgeshire. Ο τρίτος είναι χαμένος, κάπου στην έρημο της Αθήνας…

        Δεν ξέρω ποιος από τους τρεις μας γράφει αυτή τη σελίδα…

Advertisements

Η τρίτη περιπολία

24 Απριλίου , 2009

Desertnaut exhausted...

Desertnaut exhausted...

… σε ρόλο δεύτερου οδηγού, 14 Απριλίου 2009, 345 χιλιόμετρα ΒΔ, βγήκα πτώμα, φωτογραφίες.

This is not a pleasure flight, this is a HELO RECCE!

This is not a pleasure flight, this is a HELO RECCE!

… σε ρόλο φωτογράφου, 13 Απριλίου 2009, 2.5 ώρες πτήσης στα 2000 πόδια, φωτογραφίες.

 

Captain Naves Pinheiro, Brazilian Army (infantry)

Captain Naves Pinheiro, Brazilian Army (infantry)

 

(…όπως μου τη διηγήθηκε ο λοχαγός Naves Pinheiro)

 

            Κάποτε, όταν η Βραζιλία ήταν σε πόλεμο, ο βασιλιάς καλεί τον πρωθυπουργό του και του λέει:

            «Έχω ένα μήνυμα, ένα πολύ σημαντικό μήνυμα, για έναν διοικητή μας στο μέτωπο. Αν μπορέσει να φτάσει σ’ αυτόν, θα νικήσουμε σε μια μέρα και ο πόλεμος θα τελειώσει. Βρες μου τον καλύτερο αγγελιοφόρο μας.»

            Ο πρωθυπουργός διαβουλεύεται με τους υπουργούς του και τους ανώτερους αξιωματούχους. Δίνονται οδηγίες, ξεκινούν οι διαδικασίες και τελικά επιλέγονται οι τέσσερις ικανότεροι αγγελιοφόροι, οι οποίοι και παρουσιάζονται στο βασιλιά.

            Ο βασιλιάς εξηγεί την σπουδαιότητα της αποστολής στους τέσσερις αγγελιοφόρους. «Έχετε καμιά ερώτηση;»

            Ο πρώτος αγγελιοφόρος ρωτάει: «Τι απόσταση πρέπει να διανύσω;»

            Ο δεύτερος αγγελιοφόρος ρωτάει: «Πόσο χρόνο έχω;»

            Ο τρίτος αγγελιοφόρος ρωτάει: «Τι μεταφορικά μέσα θα έχω στη διάθεσή μου;»

            Και ο τέταρτος αγγελιοφόρος ρωτάει: «Πού είναι το μήνυμα;»

 

            Το όνομα του τέταρτου αγγελιοφόρου, τον οποίο επέλεξε ο βασιλιάς, ήταν Garcia. Η ιστορία δεν διέσωσε τα ονόματα των άλλων τριών, ούτε αν ο Garcia κατάφερε να φέρει σε πέρας την αποστολή.

 ***

            Υπάρχουν οι άνθρωποι που σχεδιάζουν, συντάσσουν προϋπολογισμούς, χρονοδιαγράμματα, απαιτήσεις, προδιαγραφές, υπολογίζουν ρίσκα και προσδοκώμενα οφέλη.

            Και, μετά, υπάρχουν και οι Garcia…

 

            All stations, all stations, this is UN Oum Dreyga, καλή ανάσταση εκεί έξω, nothing more, out.-

 

 

Ακόμα μία αναρρίχηση…

17 Απριλίου , 2009

There is life down here...

There is life down here...

… Κυριακή 12 Απριλίου, με τους Jeno (Ουγγαρία), Jean-Michel (Γαλλία) και Sabri (Μαλαισία), περίπου 7 χιλιόμετρα από το φυλάκιο. Φωτογραφίες.

Η πρώτη περιπολία

12 Απριλίου , 2009

017_small2 

… σε ρόλο δεύτερου οδηγού, 9 & 10 Απριλίου 2009, 110 χιλιόμετρα, αναρρίχηση με έναν Ούγγρο ταγματάρχη, διανυκτέρευση έξω – φωτογραφίες: η διαδρομή, η αναρρίχηση, η νύχτα

Καλώς ήρθες στο Oum Dreyga

12 Απριλίου , 2009

laayoune-to-oum-dreyga-050          

           … ξένε, ελπίζω να είχες καλό ταξίδι…

 

            Τα πάντα στο Oum Dreyga γίνονται πάνω στο ηχητικό υπόβαθρο από το βουητό τής γεννήτριας: επίμονο, μονότονο, ένας περιβάλλων θόρυβος που απομονώνει το φυλάκιο από το γύρω χώρο και μας υπενθυμίζει:

 

            …είστε προσωρινοί, εδώ, ξένε. Έχετε έρθει να κάνετε μια δουλειά. Θα την τελειώσετε, θα φύγετε, και το μέρος θα ξαναγυρίσει στη σιωπή, όπου ανήκει.

 

            Είμαστε 18 άνθρωποι στο Oum Dreyga, από 17 χώρες. Κανείς δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη μητρική του γλώσσα, εκτός από τους δύο Υεμενίτες, τον Αιγύπτιο και τους τρεις ισπανόφωνους από τη Λατινική Αμερική.

 

 oumdreyga-1st-day-0153

            Συγυρίζω το δωμάτιο, καταφέρνω γρήγορα να στήσω μια γωνιά εργασίας. Όχι άσχημα. Mουσική, παλιοί φίλοι:
When the dream came, I held my breath with my eyes closed
I went insane, like a smoke ring day when the wind blows
Now I won’t be back till later on, if I do come back at all
But you know me, and I miss you now 

 

               Ήχος από μπουλόνι πάνω σε μια μεγάλη ζάντα (από τροχό φορτηγού; αεροσκάφους;): ώρα για φαγητό. Τα γεύματα στο Oum Dreyga σημαίνονται όπως στα μοναστήρια. Και μην αργήσεις, ξένε· γιατί μπορεί να μείνεις νηστικός…

 

 

In a strange game, I saw myself as you knew me

When the change came, and you had a chance to see through me

Though the other side is just the same, you can tell my dream is real

Because I love you, can you see me now?

 oum-dreyga-1st-day-0211

            

            Με το που πέφτει το σκοτάδι, τα μεγάλα, κίτρινα φώτα αλογόνου κάνουν το μέρος να φαίνεται απόκοσμο, μια αφύσικη νησίδα που επιπλέει στο σκοτάδι. Σου το είπα, ξένε. Δεν ανήκετε εδώ, είστε προσωρινοί.

 

            Υπάρχουν γάτες στο Oum Dreyga. Κανείς δεν ξέρει πώς έφτασαν εδώ.  Κυνηγοί από τη φύση τους, είναι οι φρουροί μας από τα φίδια και τους σκορπιούς. Αυτή η γη έχει ζωή, ξένε. Θα το διαπιστώσεις κι εσύ, σιγά σιγά. Μην βιάζεσαι, μόλις ήρθες…

 

Though we rush ahead to save our time, we are only what we feel

And I love you, can you feel it now?

Can you feel it now?

Can you?

 

***

 oum-dreyga-1st-day-019

 

            Πέφτω στο κρεβάτι. Καθώς δεν υπάρχει κουρτίνα, το κίτρινο φως από τη μεγάλη λάμπα αλογόνου, έξω, πέφτει κατευθείαν στα μάτια μου. Σηκώνομαι. Σκέφτομαι. Παίρνω το μεγάλο σακίδιο και το βάζω πάνω στο κλιματιστικό, έτσι ώστε να κρύβει το παράθυρο. Έλεγχος ΟΚ. Όλα εντάξει. Αύριο θα κοιτάξω για κουρτίνα…

 

            Πέφτω πάλι στο κρεβάτι. Θυμάμαι τις φαντασιώσεις μου, από παλιά, πριν ακόμα και από το κάλεσμα της ερήμου, από τότε που διάβαζα το Solaris, για την απομόνωση σε μικρές κοινότητες, για ερευνητικούς σταθμούς στον Άρη ή στην Ανταρκτική. Εντάξει, δεν είμαι στην Ανταρκτική. Αλλά είμαι εδώ.

 

Καλώς ήρθες στο Oum Dreyga.

 

 

good-life_small3

 

 

 

 

 

  

good-enough_small1

 

 

 

 

(Caption & image courtesy of Frank Miller, lyrics by Neil Young)

 

 

Laayoune to Oum Dreyga

8 Απριλίου , 2009

Oum Dreyga Air Terminal (...come again?)

Oum Dreyga Air Terminal (...come again?)

… 1hr 45′ με ελικόπτερο (χάρτης), πτήση στα 2000 πόδια, ιδανικό ύψος για φωτογραφίες.Πραγματική, άγρια, βραχώδης έρημος, καμία σχέση με εκείνη την μαλακή, παιχνιδιάρικη αίσθηση των αμμόλοφων…

Αύριο ρεπό για τακτοποίηση, Πέμπτη πρώτη περιπολία (σε ρόλο δεύτερου οδηγού), από τις καλύτερες περιπτώσεις: νυχτερινή παρατήρηση – μικρή απόσταση (60 χιλιόμετρα), διανυκτέρευση έξω…

Περισσότερες λεπτομέρειες ελπίζω αύριο (ελπίζω – η πρόσβαση στο internet είναι ζόρικη, μετά από κάποιες αλλαγές στο καθεστώς που έγιναν μόλις την περασμένη εβδομάδα).

Come on – stay tuned

ΥΓ Η χτεσινή μέρα έκλεισε με 104 επισκέψεις στο blog. Σήμερα μέχρι τις 22:00 τοπική ήταν στις 85. Οι αριθμοί αυτοί είναι πέρα από κάθε προσδοκία. Κάποιοι προπαγανδιστές εκεί κάνετε καλή δουλειά μού φαίνεται…

(Λόγω ραγδαίων εξελίξεων, το δεύτερο μέρος της σειράς «Η Σύλληψη» εκτάκτως αναβάλλεται…)

Πριν από μερικά χρόνια, μια μέρα που ήμουν αξιωματικός υπηρεσίας στην τότε μονάδα μου, στην Άνω Γλυφάδα, με παίρνει τηλέφωνο ο αρχιφύλακας της κεντρικής πύλης νωρίς το απόγευμα (νομίζω κοιμόμουν): είχαν συλλάβει μια γυναίκα που είχε μπει στη μονάδα, σε ένα από τα πολλά σημεία όπου η περίφραξη ήταν διαλυμένη, και μάζευε χόρτα…
Κατεβαίνω στην πύλη, βλέπω μια κυρία στην ηλικία της μάνας μου περίπου, «αχ τι έπαθα», «ηρεμήστε, δεν πάθατε τίποτα, να κεράσουμε καφέ, πορτοκαλάδα», λέω να φέρουν νερό και μια πορτοκαλάδα, ποιος τη συνέλαβε, ο Τάσος, τον παίρνω παράμερα και τον αρχίζω στα μπινελίκια, «θα σε τσακίσω ρε, γιατί δεν της φώναζες της γυναίκας να φύγει;», «προϊστάμενε αυτό έκανα, αλλά πήγε να φύγει και έπεσε και παραλίγο να τσακιστεί», «α, ναι, οπότε εσύ ο καταδρομέας πρόλαβες και τη συνέλαβες, κάτσε να ξεμπερδέψουμε εδώ και μετά θα σου ξηγήσω…»
(Φυσικά δεν του «εξήγησα» τίποτα· ο Τασούλης ήταν στον ίδιο Τομέα με μένα, στο διπλανό συνεργείο, άψογος στη δουλειά του και από τα καλύτερα παιδιά. Αλλά εκείνη τη στιγμή, πραγματικά, ευχαρίστως τον πλάκωνα στις φάπες.)
Η γυναίκα δεν έχει επάνω της ούτε ταυτότητα ούτε τίποτα. Μας λέει ότι είναι μάνα συναδέλφου, όνομα τάδε, που υπηρετεί στο Ελληνικό. Τον παίρνουμε τηλέφωνο στο σπίτι.
Και δεν το σηκώνει…
Τέτοιες περιπτώσεις, άμα δεν σφαχτούν εν τη γενέσει τους και εξελιχθούν σε «συμβάντα», μπορεί να γίνουν μεγάλος μπελάς… Αστυνομία, εξακρίβωση στοιχείων κλπ.
Προσπαθώ να αποφύγω την αστυνομία, την ταλαιπωρία της γυναίκας, παίρνουμε τηλέφωνο το γιο της ξανά και ξανά αλλά τίποτα, η ώρα περνάει, «αχ τι έπαθα, τι έπαθα»…
Και κάπου εκεί χτυπάει το κινητό μου. Και -of all people- ποιος είναι;
Η μάνα μου…!
Έλα μάνα… ναι… όλα καλά… υπηρεσία είμαι… ναι, ναι… κοίτα μάνα, πρέπει να σε κλείσω γιατί έχω ένα συμβάν… τι συμβάν; να…
Και της λέω τι έχει γίνει…
Τραγικό λάθος…
«Τι έκανε λέει;… Τι κάνατε;… Μάζευε χόρτα η γυναίκα και εσείς τη συλλάβατε;… Καλά, δεν ντρέπεστε λιγάκι;… Λίγη τσίπα δεν έχετε;… Να την αφήσετε να φύγει, ακούς;… Ακούς τι σου λέω;… Ορίστε μας… Μάζευε χόρτα η γυναίκα… σαν και μένα… και εσείς τη συλλάβατε… Δεν ξέρω τι κανονισμούς μού λες, εγώ είμαι η μάνα που σε γέννησε, ακούς;… Να την αφήσεις να φύγει…»
Αν η κατάσταση ακούγεται σουρεαλιστική, μάλλον είναι γιατί όντως ήταν…
Ήμουν υπηρεσία – αρκετό σπάσιμο από μόνο του, με είχαν ξυπνήσει, προσπαθούσα να αντιμετωπίσω ένα τραγελαφικό συμβάν όσο πιο ανθρώπινα μπορούσα, είχα και το φαινόμενο του θερμοκηπίου, την πείνα στην Αφρική, το χρέος του Τρίτου Κόσμου (ευτυχώς αυτό, στο μεταξύ, το ανέλαβε ο Bono), ήθελα να χτυπήσω τον Τάσο… και, από πάνω, τα άκουγα και από τη μάνα μου!!!!!
Δεν είναι ζωή αυτή, είπα. Θα φύγω από δω, θα πάω να ζήσω μόνος μου, στην έρημο…

Μ’ αυτά και με κάτι άλλα που μεσολάβησαν, βρέθηκα στην έρημο. Κρατούμενος των Μαροκινών.

Είναι μια ωραία, ευχάριστη μέρα. Φέρνουν μια καρέκλα, τη βάζουν στη σκιά, παρακαλώ καθήστε, όλα καλά, φυσάει και λίγο, με ρωτάνε αν έχω φωτογραφική μηχανή, έχω, τους τη δίνω, εξαφανίζονται όλοι και αφήνουν έναν μαζί μου.
Και με τα ψευτοαγγλικά του και τα ψευτογαλλικά μου, καθόμαστε εκεί, τα λέμε, το commandant δουλεύει, με κερνάει Marlboro, τον κερνάω Camel, ζητάω νερό γιατί μου τελείωσε, τσακίζεται να μου φέρει, μου παραπονιέται γιατί έχει αργήσει να έρθει το φαγητό, κάθε τρεις και λίγο σκάει μύτη κάποιος να με δει και να με χαιρετήσει δια χειραψίας και με χαμόγελο, θυμάμαι τη γυναίκα που μάζευε χόρτα στη μονάδα μου, πάρε κι άλλο Camel, φέρε Marlboro και γενικά είμαστε μια πολύ πολύ ωραία ατμόσφαιρα…
Περνάει καμιά ώρα. Μου δείχνει ένα αυτοκίνητο που έρχεται προς τα εδώ. Στην αρχή νομίζω ότι φέρνει το φαγητό τους. Μετά καταλαβαίνω ότι είναι για μένα.
Το αυτοκίνητο πλησιάζει και σταματάει λίγο πιο πέρα. Αρχίζουν να μαζεύονται κι άλλοι. Από τη θέση του συνοδηγού βγαίνει ένας τύπος σαν τον Λουί ντε Φινές, στο πιο μελαχρινό, με μουστάκι Τσάρλι Τσάπλιν.
Δίνουμε τα χέρια, του λέω το όνομα και το βαθμό μου, bonjour mon commandant, pas de problème, formalite, formalite…
Pas de problème. Formalite.
Και καθώς προχωράω για να μπω στο αυτοκίνητο, όλοι τους, ένας ένας, στέκονται προσοχή και με χαιρετούν στρατιωτικά.
Κοντοστέκομαι. Δεν μπορώ να ανταποδώσω, είμαι με πολιτικά. Βγάζω τα γυαλιά τού ηλίου. Κλίνω ελαφρά το κεφάλι. Χαμογελάω.
«Gentlemen…»

«Θα σας πάμε στη δική μας πολεμική αεροπορία, στο αεροδρόμιο», μου λέει ο συνοδός μου. Ό,τι πείτε παιδιά. Στο δρόμο κρατάει ένα χαρτί, γράφει τα στοιχεία από το διαβατήριο και την ταυτότητά μου, μιλάει λίγα αγγλικά, με ρωτάει το επώνυμο της μητέρας μου, πολιτική ταυτότητα δεν έχετε; – όχι, μόνο στρατιωτική – α, εμείς στο Μαρόκο έχουμε και στρατιωτική και πολιτική, τις βγάζει μία μία, μου τις δείχνει, περνάμε καλά, και τι κάνετε εδώ mon commandant, είμαι με τη MINURSO, α μάλιστα, pas de problème, formalite – ξέρω, ξέρω, και εγώ αν σε έπιανα να μαζεύεις χόρτα στη μονάδα μου θα σε μάζευα, nothing personal, formalite, καταλαβαίνω…
Και καθώς κατευθυνόμαστε προς την άσφαλτο, διαμετρικά αντίθετα από την κατεύθυνση από την οποία είχα έρθει, βλέπω δύο τουλάχιστον πινακίδες «RESTRICTED MILITARY AREA – DO NOT ENTER».
Thanx for nothing, gyus…

Φτάνουμε στο αεροδρόμιο, κατεβαίνουμε, και ο Λουί ντε Φινές αρχίζει να χτυπάει μια πόρτα και να φωνάζει «άνοιξε… άνοιξε σου λέω… έχω εδώ έναν commandant από τη MINURSO… και είναι τζέντλεμαν…»
Η πόρτα ανοίγει τελικά, ο Λουί παραμερίζει, μου κάνει νόημα, welcome mon commandant, περάστε, και μετά προσθέτει κάτι, στα αγγλικά, κάτι που μας έλεγαν όλοι σχεδόν, συνεχώς, δέκα χρόνια πριν, όταν είχαμε έρθει στο Μαρόκο για διακοπές, αλλά το είχα θάψει στη μνήμη μου, το είχα τελείως ξεχάσει, και το ακούω τώρα, εδώ, για πρώτη φορά απ’ όταν ήρθα στη χώρα:
«Morocco is your second country».

(Συνεχίζεται)

Ώρα να φεύγω.
Έχω ένα ελάττωμα, ένα κόλλημα: δεν θέλω ποτέ να γυρίζω από το δρόμο που πήγα. Σηκώνομαι, λοιπόν, και κοιτάω γύρω. Ψάχνω για περάσματα, για πιθανές διαδρομές.
Και βλέπω τα ίχνη στην άμμο, να οδηγούν επάνω…
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, βλέπω στην κορυφή του αμμόλοφου, εκεί που τελειώνουν τα ίχνη, μια πινακίδα που γράφει «ΠΡΟΧΩΡΗΣΤΕ ΜΕ ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΥΘΥΝΗ», στα ελληνικά, με πελώρια, κεφαλαία sans-serif.
Αλλά κι έτσι να ήταν, δεν ξέρω αν θα γύριζα πίσω…

ΠΡΟΧΩΡΗΣΤΕ ΜΕ ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΥΘΥΝΗ

ΠΡΟΧΩΡΗΣΤΕ ΜΕ ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΥΘΥΝΗ

Ενώ ανεβαίνω, σκέφτομαι ότι ίσως, στο βάθος, δω τον ωκεανό. Μετά κοιτάω τον ήλιο και προσανατολίζομαι.
Δεν πρόκειται να δω τον ωκεανό. Ο ωκεανός είναι από την άλλη πλευρά, 20 χιλιόμετρα δυτικά από εδώ. Εγώ κατευθύνομαι βορειοανατολικά.
Ας είναι.

Ανεβαίνω επάνω. Βλέπω την κοιλάδα του Seguiat el Hamra να απλώνεται προς στα βόρεια, αμμόλοφους μέχρι τον ορίζοντα στα ανατολικά.
Αρχίζω να περπατάω. Ένα αυτοκίνητο στο βάθος, φωνές: παιδιά κάνουν τσουλήθρα στους αμμόλοφους.
Προσεγγίζω, χαιρετάω τον πατέρα. Του ζητώ να με φωτογραφήσει – η μοναδική φωτογραφία στην οποία φαίνομαι και δεν είναι αυτοφωτογράφηση.
Είναι ντόπιοι. Μιλούν ισπανικά.

Η Δυτική Σαχάρα ήταν ισπανική αποικία, μέχρι το 1975. Οι παλιοί κάτοικοι, οι Σαχαραουί, εκτός φυσικά από αραβικά, και σε αντίθεση με τα γαλλικά των Μαροκινών, μιλούν ισπανικά. Αυτός είναι και ο λόγος παρουσίας τόσων πολλών παρατηρητών τού ΟΗΕ από ισπανόφωνες χώρες της Λατινικής Αμερικής (οι Ισπανοί, υποθέτω, δεν παίζουν, γιατί θεωρούνται μέρος του προβλήματος).

«Espagnol?»
«No, Griego.»
«Ah, Griego…»
Ευχαριστώ, χαιρετάω, και φεύγω.

Περπατάω σε έναν χωματόδρομο. Στο βάθος, βόρεια, βλέπω το δρόμο που οδηγεί πίσω στο Laayoune. Ωραία, θα περπατήσω μέχρι εκεί και θα γυρίσω στην πόλη έχοντας κάνει έναν ωραίο, μεγάλο κύκλο. Είναι μακριά, αλλά δεν νομίζω να ανησυχήσει κανείς αν αργήσω.
Ένα από τα πιτσιρίκια, πίσω μου, φωνάζει:
«Hey, Griego!»
Γυρίζω, σηκώνω το χέρι, χαιρετάω, με χαιρετάνε κι αυτοί, και συνεχίζω.

Ο δρόμος περνάει κοντά από έναν πύργο, έναν πύργο με κεραίες σαν και αυτές της κινητής τηλεφωνίας. Όταν πλησιάζω, βλέπω ότι υπάρχουν άνθρωποι.
Όταν πλησιάζω περισσότερο, βλέπω ότι είναι στρατιώτες.
Και όταν είμαι πολύ κοντά, βλέπω ότι με έχουν αντιληφθεί και αυτοί, βλέπω έναν να έχει αρχίσει να περπατάει προς το μέρος μου, βλέπω έναν άλλον να τον ακολουθεί σε κάποια απόσταση…
Όλα τα έβλεπα, τελικά. Όλα, εκτός φυσικά από το προφανές…

CUT

Φλάσμπακ. Sergio Leone, Ο Καλός, ο Κακός, και ο Άσχημος.

Ο Καλός (Κλιντ Ίστγουντ) και ο Άσχημος (Ελάι Γουάλας), σε μια άμαξα. Κυνηγάνε το θησαυρό.
Δεν το ξέρουμε ακόμα, αλλά ο θησαυρός είναι θαμμένος σε ένα νεκροταφείο, σε έναν τάφο με την ένδειξη «Άγνωστος», δίπλα στον τάφο κάποιου Arch Stanton.
(And we, once, claimed to be Arch Stanton, the Absolute Nobody – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…)

Ο αμερικανικός εμφύλιος μαίνεται. Οι ήρωές μας πρέπει να περάσουν ανάμεσα από τους εμπόλεμους. Γνήσιοι πατριώτες, έχουν μαζί τους στολές και από τα δύο στρατόπεδα. Για κάθε περίσταση…
Βλέπουν από μακριά ένα απόσπασμα. Ο Γουάλας παίρνει το κιάλι, βλέπει γκρίζες στολές.
«Νότιοι είναι, blondie.»
Βγάζουν και φοράνε στολές της Συνομοσπονδίας.

Πλησιάζουν και διασταυρώνονται με το απόσπασμα. Τους χαιρετάνε. Ο Γουάλας, ενθουσιώδης, αρχίζει να φωνάζει:
«Ζήτω ο Νότος! Ζήτω ο Στρατηγός Λη!»
Ίστγουντ – ανήσυχος, σαν να έχει αντιληφθεί ότι κάτι δεν πάει καλά.
Ο άλλος σταθερά:
«Ζήτω ο Νότος! Θα νικήσουμε!»
Ο Ίστγουντ αρχίζει να τον σκουντάει.
«Σκάσε.»
«Ε; – Ζήτω ο Νότος, παιδιά! Ο Θεός είναι μαζί μας γιατί μισεί τους Γιάνκηδες!»
«Βούλωσ’ το σου λέω…»
«Ο Γουάλας σκύβει δίπλα, «Τι έπαθες ρε blondie;»
Ο Ίστγουντ εκστομίζει την ατάκα:
«Ο Θεός δεν είναι μαζί μας γιατί, εκτός από τους Γιάνκηδες, μισεί και τους ηλίθιους.»
Και μ’ αυτό, η κάμερα στρέφεται στους στρατιώτες του αποσπάσματος, που έχουν αρχίσει να τινάζουν την γκρίζα σκόνη από πάνω τους, για να φανούν από κάτω οι σκούρες μπλε στολές των Βορείων…
… των Γιάνκηδων…

Η επόμενη σκηνή τούς βρίσκει σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων. Διοικητής είναι ο Κακός (Λη Βαν Κλιφ)…

CUT

Laayoune, Δυτική Σαχάρα.
Ο προπορευόμενος στρατιώτης με πλησιάζει και με καλημερίζει.
Τον καλημερίζω και εγώ.
«Έχετε ταυτότητα ή διαβατήριο;»
Έχω. Του το δίνω.
«Είστε σε στρατιωτική περιοχή.»
Σηκώνω τους ώμους, κάνω μια γκριμάτσα, χειρονομίες που προσπαθούν να πουν «δεν το ήξερα, δεν είδα καμία προειδοποιητική πινακίδα».
«Ακολουθήστε με, παρακαλώ.»
Τον ακολουθώ.
Εδώ που τα λέμε, δεν νομίζω ότι έχω και άλλη επιλογή.

Και τον ακολουθώ, και εκείνη τη στιγμή φυσάει, και ο άνεμος φέρνει ένα γέλιο, από μακρυά, από νότια μέρη, όχι πιο νότια από εδώ, αλλά νότια, από την Κρήτη – το γέλιο του φίλου μου του Σταύρου Τζ., «φίλε τα κατάφερες, το έλουσες τελείως το θέμα, να δω πώς θα ξεμπλέξεις τώρα»…

Κάπου εκεί λοιπόν, κάπως έτσι, βρίσκομαι κρατούμενος του Βασιλικού Μαροκινού Στρατού…

(Συνεχίζεται…)