Κυριακή τού Θωμά

28 Απριλίου , 2009

       Υπήρχε μια παράδοση, ξεχασμένη σήμερα, κατά την οποία κάποιοι άνθρωποι, τέτοια μέρα κάθε χρόνο, μαζευόμασταν σε ένα μπαρ, ένα μακρόστενο στέκι κάπου στη Λυκαβηττού… Η αφορμή, αν μπορεί να πει κανείς ότι μας χρειαζόταν αφορμή, ήταν η ημέρα του Αγίου Θωμά, ονομαστική γιορτή τριών ανυπόληπτων, επικίνδυνων υπονομευτών, τους οποίους, με ομολογουμένως αρκετή δόση ελάχιστα δικαιολογημένης αυταρέσκειας, αποκαλούσαμε φίλους μας…       

 

        «Wasted and wounded…», φωνή περασμένη με γυαλόχαρτο, μουλιασμένο μέσα σε φτηνό μπέρμπον, and the prettiest girl in all the world is in a little spanish town – έρχεται καβάλα σε ένα γέρικο μουλάρι, κρατάει μια κιθάρα Washburn μέσα στην οποία έχει φυλακίσει ένα κοράκι, κοπανάει τις χορδές για να του σπάσει τα νεύρα, η ακολουθία του είναι μεταλλαγμένοι νάνοι που πάνε για δουλειά με βηματισμό ρώσικου χορού (Davai yestshio! Davai yestshio! Odeen, dva, tree, cheteeri) – we got to dig dig dig from the morning till the night, heigh-ho, heigh-ho, but we don’t know what we ‘re digging for, ξινές απολαύσεις, καφέ χρώμα, ψάξε για μουσικά όργανα στην εργαλειοθήκη, everything you can think of is true, σαλπάρουμε για Σιγκαπούρη με ένα μονόχειρα καπετάνιο που ρίχνει ζάρια στην προβλήτα, I’m leaving my family, I’m leaving all my friends, – take care of all of my children, for I don’t know when I’m coming back home – πιάσαμε λιμάνι, πήρα άδεια, and I sat down and wrote a letter to my wife – tell the boys back home that I’m doing just fine, I’m just barrelin’ down the boulevard, looking for the heart of Saturday night – no, I lie, I ‘m starving in the belly of a whale, no more rain, no more roses (what the hell is he building in there?), τραγουδάω την πόλκα του κοιμητηρίου – you can’t unring a bell, sucker, but you ‘re innocent when you dream… Είναι το σκιάχτρο της μεγαλούπολης, είναι η φωνή από τον πάτο του σταχτοδοχείου, είναι ο φίλος μας ο Tom Waits – χρόνια πολλά Tom!

           Εν τω μεταξύ, ένα ουρλιαχτό, το γνωστό πλέον ουρλιαχτό, διασχίζει τον ουρανό. Περιμένεις να ακούσεις τη ρουκέτα να πέφτει, αλλά, αντί για τη ρουκέτα, πέφτει από το πουθενά… ο Ταϊρόν Σλόθροπ, ντυμένος Ρόκετμαν, και μαζί του μια ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα από καζού

        Στην άλλη άκρη της αψίδας βρίσκεται ένα ρώσικο τζιπ με δυο αξιωματικούς, ο ένας από τους οποίους μιλά με σοβαρότητα στο μικρόφωνο τού ασυρμάτου του, και ο αέρας ανάμεσά τους ζωντανεύει από ρώσικες ομιλίες που ταξιδεύουν με την ταχύτητα του φωτός και πλέκουν ένα δίχτυ για να πιάσουν τον Σλόθροπ. Ποιον άλλο; Τινάζει την κάπα του προς τα πίσω, κλείνει το μάτι, ισιώνει την περικεφαλαία και χαμογελά. Στον καπνισμένο βερολινέζικο ουρανό, κάπου αριστερά από το ατσάλινο μακρινό δίχτυ του Funkturm, εμφανίζεται μια ολοσέλιδη φωτογραφία στο περιοδικό Life: είναι ο Σλόθροπ, με τη στολή του Ρόκετμαν και με κάτι που μοιάζει να είναι ένα μακρύ, σκληρό λουκάνικο πολύ μεγάλης διαμέτρου χωμένο στο στόμα του, με τέτοια δύναμη που τα μάτια του είναι κάπως αλλήθωρα, αν και το χέρι ή ό,τι είναι που κρατά το πελώριο λουκάνικο δε φαίνεται στη φωτογραφία. Η ΓΚΑΦΑ ΤΟΥ ΡΟΚΕΤΜΑΝ, λέει η λεζάντα – «Μόλις μετά την απογείωσή του, το νέο αστέρι της Ζώνης τα σκατώνει».

        Αόρατος. Είναι ο αόρατος νέος, ο αρματωμένος μπάσταρδος. Εκείνοι είναι ακόμη στο γεωγραφικό χώρο, θέτουν προθεσμίες και εξουσιοδοτούν προσωπικό, και τα μόνα όντα που μπορούν να παραβιάσουν το χώρο τους πιάνονται με ασφάλεια και παραλύονται μέσα σε κόμικς. Έτσι νομίζουν. Δεν ξέρουν για τον Ρόκετμαν εδώ. Συνεχώς τον προσπερνούν, κι εκείνος μένει μόνος, κρυμμένος, μέσα στη νύχτα, από το βελούδο και το καστόρι – κι όταν τον βλέπουν, η εικόνα του απωθείται αμέσως στο σκουπιδότοπο του μυαλού, όπου παραμένει εξόριστη μαζί με άλλα πλάσματα της νύχτας… (Κοίτα! Περνάει φαρδιούς αυτοκινητόδρομους με έναν πήδο!)

        Λοιπόν, Μποντίν, ο χάρτης σου είναι τέλειος, εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια που μάλλον, χμμ, ξέχασες να αναφέρεις, αναρωτιέμαι γιατί… Φαίνεται πως κάπου 150 σπίτια στη Νοϊμπάμπελσμπεργκ έχουν επιταχθεί και αποκλειστεί ως χώρος διαμονής για τους απεσταλμένους των Συμμάχων στη Διάσκεψη του Πότσνταμ, και ο μαλάκας ο ναύτης έχει κρύψει το χασίς ακριβώς στη μέση.

        Θα πρέπει να βλέπουν εδώ διάφορους περίεργους τύπους της σόου μπίζνες. Κανείς δεν δείχνει ιδιαίτερα ενοχλημένος από την περικεφαλαία, την κάπα ή τη μάσκα. Μια ομάδα αμερικανών δημοσιογράφων περνάνε μέσα σ’ ένα πούλμαν, κρατώντας μπουκάλια απελευθερωμένου Μοζέλ και τον παίρνουν μαζί τους για λίγο. Σύντομα αρχίζουν να τσακώνονται για το ποια διασημότητα είναι. Κάποιοι πιστεύουν πως είναι ο Ντον Αμίτσι, άλλοι ο Όλιβερ Χάρντι. Διασημότητα; Τι είναι αυτό; «Ελάτε ρε παιδιά», λέει ο Σλόθροπ, «απλώς δεν με αναγνωρίζετε μ’ αυτό το ντύσιμο. Είμαι ο Έρολ Φλιν». Δεν τον πιστεύουν όλοι, αλλά παρ’ όλα αυτά καταφέρνει να δώσει μερικά αυτόγραφα.

        Το σπίτι στην Καϊζερστράσε 2 είναι σχεδιασμένο σε στιλ Πρωσικό ρουστίκ και βαμμένο σ’ ένα περίεργο καφετί, ένα χρώμα που ο ψυχρός σαν πάγος φωτισμός δεν βελτιώνει καθόλου. Είναι πιο αυστηρά προστατευμένο από οποιοδήποτε άλλο στο χώρο. Ο Σλόθροπ αναρωτιέται γιατί. Τότε βλέπει την πινακίδα με την πολυγραφημένη προσωρινή ονομασία του σπιτιού.

        «Όχι. Όχι. Κόψτε την πλάκα». Στέκεται για λίγο στο δρόμο τρέμοντας και βρίζει τον Μποντίν σκιτζή, παλιοτόμαρο και μεσίτη του θανάτου. Η πινακίδα γράφει ΛΕΥΚΟΣ ΟΙΚΟΣ.

        Η ακτή της Λίμνης Γκρίμπνιτς είναι σκοτεινή, αστροφωτισμένη, γεμάτη συρματοπλέγματα και περιπόλους. Τα φώτα του Πότσνταμ, συσσωρευμένα και σκορπισμένα, λαμπυρίζουν στο μαύρο νερό. Ο Σλόθροπ χρειάζεται να μπει στο νερό μέχρι τον κώλο μερικές φορές για να περάσει το συρματόπλεγμα, περιμένει τους σκοπούς να συγκεντρωθούν γύρω από ένα τσιγάρο στη μια άκρη της βόλτας τους και ορμάει προς τη βίλα, βρεγμένος και με την κάπα του να φτερουγίζει. Το χασίς του Μποντίν είναι θαμμένο σε μια πλευρά του σπιτιού, κάτω από κάποιο αγριοκυπαρίσσι. Ο Σλόθροπ κάθεται στις φτέρνες κι αρχίζει να φτυαρίζει χώμα με τα χέρια του.

        Μέσα στο σπίτι το γλεντάνε. Κορίτσια τραγουδούν «Don’t Sit Under The Apple Tree», και αν δεν είναι οι Αδελφές Άντριους, πάντως μοιάζουν πολύ. Συνοδεύονται από μια χορευτική μπάντα με πάρα πολλά ξύλινα πνευστά. Γέλια, ήχοι γυαλικών, πολύγλωσσες κουβεντούλες, μια συνηθισμένη νύχτα εδώ στη μεγάλη Διάσκεψη. Το χασίς είναι τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο μέσα σε μια μισοσαπισμένη τσάντα. Μυρίζει πολύ ωραία. Γαμώ το – γιατί δεν σκέφτηκε να πάρει μια πίπα μαζί του;

        Καλύτερα, εδώ που τα λέμε. Πάνω από τον Σλόθροπ, στο ύψος των ματιών του, είναι μια βεράντα με αναρριχητικές ροδακινιές με γαλακτερά άνθη. Καθώς σκύβει και ζυγιάζει την τσάντα, οι μπαλκονόπορτες ανοίγουν και κάποιος βγαίνει στη βεράντα για να πάρει αέρα. Ο Σλόθροπ παγώνει και σκέφτεται αόρατος, αόρατος… Βήματα πλησιάζουν, και πάνω από το κιγκλίδωμα γέρνει ο – αυτό μπορεί να ακουστεί παράξενο, αλλά είναι ο Μίκι Ρούνι. Ο Σλόθροπ τον αναγνωρίζει αμέσως, είναι ο φακιδομύτης παλαβός γιος του δικαστή Χάρντι, τρισδιάστατος, ολοζώντανος, με φράκο και μισότρελο πρόσωπο. Ο Μίκι Ρούνι κοιτάζει τον Ρόκετμαν που κρατά μια τσάντα με χασίς, μια βρεγμένη οπτασία με περικεφαλαία και κάπα. Με τη μύτη του στο ύψος των γυαλιστερών μαύρων παπουτσιών τού Μίκι Ρούνι, ο Σλόθροπ ρίχνει μια ματιά στο φωτισμένο δωμάτιο πίσω του – βλέπει κάποιον που μοιάζει με τον Τσόρτσιλ, πολλές γυναίκες με βραδινές τουαλέτες με τόσο βαθιά ντεκολτέ που ακόμα και από αυτή την οπτική γωνία μπορείς να δεις περισσότερα βυζιά απ’ ότι σε στριπτιζάδικο… και ίσως, ίσως βλέπει για μια στιγμή τον πρόεδρο Τρούμαν. Πάντως, ξέρει ότι βλέπει τον Μίκι Ρούνι, αν και ο Μίκι Ρούνι, όπου κι αν πάει, θα απωθήσει στη μνήμη του το ότι είδε ποτέ τον Σλόθροπ. Είναι μια σπάνια στιγμή. Ο Σλόθροπ νιώθει πως θα έπρεπε να πει κάτι, αλλά τα κέντρα λόγου του τον προδίδουν. Το να πει «είσαι ο Μίκι Ρούνι» μοιάζει ανεπαρκές. Έτσι, μένουν απόλυτα ακίνητοι, ενώ ο νυχτερινός άνεμος της νίκης φυσά γύρω τους, και οι μεγάλοι μέσα στο κίτρινο ηλεκτροφωτισμένο δωμάτιο συνεχίζουν να μηχανορραφούν χωρίς επίγνωση του γεγονότος εδώ έξω.

        Ο Σλόθροπ σπάει πρώτος την ακινησία: βάζει ένα δάχτυλο στο στόμα και φεύγει τρέχοντας από τη βίλα και φτάνει στην ακτή, αφήνοντας τον Μίκι Ρούνι με τους αγκώνες στο κιγκλίδωμα να τον κοιτάζει…

        Έχει απομείνει μόνο μια λεπτή, σαν μάτι γάτας, γραμμή μελαγχολικού ηλιοβασιλέματος πάνω από την πεδιάδα απόψε, φωτεινό γκρίζο μπροστά σε μια πορφυρή οροφή από σύννεφα, με μια ίριδα από πιο σκούρο γκρι. Κι εσύ, ας μην εμφανίζεσαι ποτέ, είσαι πάντα ο Thomas Pynchon, ο δεύτερος εορταζόμενος απόψε… Χρόνια πολλά, Commander Pynchon!

        … και κάτι τυπάδες που κλέβουν τη μούμια του Χριστού από τα υπόγεια του Βατικανού, για να μπλέξουν με πιστολάδες Ζεν μοναχούς – πράκτορες της CIA, στο πρώτο μυθιστόρημα του Tom Robbins, του τρίτου αποψινού καταζητούμενου – συγγνώμη, ήθελα να πω εορταζόμενου:

        «Αυτό που προσπαθώ να κάνω, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, είναι να αναμίξω φαντασία, πνευματικότητα, ερωτισμό, χιούμορ και ποίηση σε ένα συνδυασμό που δεν έχουμε δει σχεδόν ποτέ μέχρι σήμερα στη λογοτεχνία. Και μου αρέσει να φαντάζομαι ότι ένας αναγνώστης ή αναγνώστρια, όταν τελειώνει ένα βιβλίο μου – εφόσον καταφέρει να το τελειώσει – είναι σε μια κατάσταση σαν να είδε μόλις μια ταινία του Fellini ή μια συναυλία των Grateful Dead. […] Νομίζω ότι τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα είναι αυτά που φέρνουν κάπως σε εκείνα τα κογιότ που ουρλιάζουν στους λόφους έξω από την πόλη. Κάτι μυστηριώδες, άγριο και υπνωτικό».

        «Δώσε μου ένα παράδειγμα. Διάβασες τίποτα τελευταία που σε έκανε να νιώσεις έτσι;»

        «Α, βέβαια, το Mason & Dixon του Thomas Pynchon.»

        Δυστυχώς, δεν έχω διαβάσει Tom Robbins. Ήταν στο πρόγραμμα, αλλά κάτι έσκασε και έπρεπε να την κοπανήσω, και δεν είμαι σίγουρος ότι πήρα μαζί μου τον Τρυποκάρυδο…

        Τρεις άνθρωποι, που στην πραγματικότητα είναι ένας: οι παλιότεροι θυμούνται εκείνη τη φήμη, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ότι το Tom Robbins είναι, στην πραγματικότητα, ένα ψευδώνυμο του Thomas Pynchon. Και η διατριβή μου, με τίτλο «Μερικά Ακλόνητα Επιχειρήματα Υπέρ Της Άποψης Ότι Ο Thomas Pynchon Είναι, Στην Πραγματικότητα, Ο Tom Waits» είναι στη φάση της σχεδίασης…

        Τρεις άνθρωποι, σύμφωνα με μια παράδοση, ξεχασμένη σήμερα, ήμασταν κι εμείς… Εγώ κατέληξα εδώ κάτω, κυνηγημένος από (ή κυνηγώντας – το ίδιο κάνει) τα προσωπικά μου φαντάσματα. Τον δεύτερο τον πέτυχα πρόσφατα να περιπλανιέται στα παλιά μου λημέρια, στο Cambridgeshire. Ο τρίτος είναι χαμένος, κάπου στην έρημο της Αθήνας…

        Δεν ξέρω ποιος από τους τρεις μας γράφει αυτή τη σελίδα…

Advertisements

3 Σχόλια to “Κυριακή τού Θωμά”

  1. Walt said

    Κανένας δεν καταλήγει κάτω ή πάνω, «κυνηγημένος από (ή κυνηγώντας – το ίδιο κάνει)», πολύ περισσότερο δεν υπάχουν προσωπικά φαντάσματα, μόνο η επιθυμία (αλά Freud και όχι Lacan ή Αρανίτση). «Εδώ» (αυτό είναι το σημαντικό) «και όχι πιο πάνω από δω που γενναιόδωρα τρέχουν τα σάλια να φτάσουν υγρέ μου τη μάρκα του ουρανού που κάλλιστη σαρώνει…», και δεν είναι στοίχημα, παρά επιθυμία έρωτα, κτλ, κτλ…

    Μήτε έρημος υπάρχει ευχόμενος κατάρα στην ευχή να τελετουργείς στην πραγματική-υλική έρημο (αλί στις λέξεις η έρημος έφτασε να μην υμνεί την άμμο και τον άνεμο που τραγουδάνε όπως προσπαθεί ο δύσμοιρος-και κάθε δύσμοιρος Tom-, παρά…),

    Ξέρεις εσύ εκεί κάτω
    νιωσμένε

    Να περνάς καλά

  2. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος said

    Αν στη θέση του Tom Robbins βάλουμε, σύντροφε, τον Thomas Bernhard, μπορούμε από του χρόνου να την ξαναπιάσουμε αυτή την ξεχασμένη παράδοση, από κει που την είχατε αφήσει, στο μακρόστενο στέκι της Λυκαβηττού.

    Let’s put a new coat of paint on this lonesome old town!

  3. desertnaut said

    Φίλε μου Walt, έχεις δίκιο, ως συνήθως…

    Σύντροφε Μπάμπη: Σπουδαία! 🙂 Αλλά γιατί να μπούμε στη λογική φύγε-εσύ-έλα-εσύ; Δεν μπορούμε να κρατήσουμε τον Tom Robbins και να τους κάνουμε τέσσερις; Εκτός αν υπονοείς κάποια ένσταση για τον συγγραφέα του Τρυποκάρυδου. Σε αυτή την περίπτωση, περιμένω διευκρινίσεις…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: