"Χμμ, για να δούμε τι έχουμε..."

"Χμμ, για να δούμε τι έχουμε..."

Περιπολίες εδάφους: 8

Διήμερες περιπολίες: 4

Διανυκτερεύσεις σε σκηνή στην έρημο: 2

Συνολικά διανυθέντα χιλιόμετρα: 2902

Χιλιόμετρα ως οδηγός: 2902

 

Περιπολίες αέρος: 1

Συνολικές ώρες πτήσης: 4,25

Εισέρχομαι στην τελευταία φάση της πιστοποίησής μου ως επικεφαλής περιπόλου, με την τελική πρακτική εξέταση την Τρίτη 26 Μαΐου, και ενδιάμεσα γραπτή εξέταση, προφορική εξέταση και διάλεξη με θέμα «Cultural awareness & gender in peacekeeping» (όσο κι αν προσπαθώ, τελικά περνάω για κουλτουριάρης, ακόμα κι εδώ). Εν τω μεταξύ, είμαι συνεχώς σε περιπολίες από το περασμένο Σάββατο 16/5 έως και την Πέμπτη 21/5…

… και, μεταξύ μας, δεν έχω ανοίξει βιβλίο…

… οπότε δεν θα ανεβάσω τίποτα άλλο μέχρι την επόμενη Τρίτη, αλλά μετά θα επανέλθω δριμύς.

Stay tuned…

Oum Dreyga, 14/5/09, αναμνηστική φωτογραφία από την τιμητική παράταξη για τους αποχωρούντες, ταγματάρχη Heinz (Αυστρία) και ταγματάρχη Mohamad (Υεμένη), μετατιθέμενους στα φυλάκια Mehares και Mijek αντίστοιχα

Oum Dreyga, 14/5/09, αναμνηστική φωτογραφία από την τιμητική παράταξη για τους αποχωρούντες, ταγματάρχη Heinz (Αυστρία) και ταγματάρχη Mohamad (Υεμένη), μετατιθέμενους στα φυλάκια Mehares και Mijek αντίστοιχα

     books-11

      Δεν ξέρω αν ο Μπάμπης Γιαννακόπουλος, όταν μου πρότεινε να πάρω μαζί μου την Έρημο, του Γάλλου νομπελίστα J. M. G. Le Clesio, ήξερε ότι το βιβλίο διαδραματίζεται σε μεγάλο βαθμό εδώ, στη Δυτική Σαχάρα, στη Σαγκέτ ελ Χάμρα και τη Σμάρα:
    

Όλοι τους βάδιζαν στο λιθόστρωτο, που το σκέπαζε μια κόκκινη σκόνη, πηγαίνοντας προς τα τείχη της ιερής πόλης Σμάρα. Για λίγες ώρες, για λίγες μέρες, δεν θα ‘χαν να κάνουν με την έρημο. […]
     Ο ύπνος ερχόταν σιγά σιγά στη Σμάρα. Στο Νότο, στα αχανή, βραχώδη υψίπεδα, δεν κοιμόνταν καθόλου τη νύχτα. Το κρύο τούς παρέλυε, καθώς ο άνεμος φυσούσε πάνω από την άμμο και μαστίγωνε τα γυμνά κρηπιδώματα των βουνών. Στους δρόμους την ερήμου δεν γινόταν να κοιμηθείς. Ζούσαν και πέθαιναν με τα μάτια ανοιχτά κι απλανή, καμένα απ’ την κούραση και το φως. Καμιά φορά οι γαλάζιοι άντρες συναντούσαν κάποιον δικό τους να κάθεται στην άμμο, με τεντωμένα πόδια και το σώμα του αλύγιστο, τυλιγμένο με κουρέλια που ανέμιζαν. Το πρόσωπό του ήταν ωχρό, και τα μαυρισμένα μάτια του, απλανή, κοιτούσαν τον κυματιστό ορίζοντα των αμμόλοφων: έτσι τον είχε βρει ο θάνατος.
     […] Εδώ, στην κορυφή του λόφου, κοντά στον τάφο του αγίου, με την κοιλάδα Σαγκέτ ελ Χάμρα να απλώνει την ξεραμένη κοίτη της ως εκεί που φτάνει το μάτι στον ορίζοντα, που στο βάθος του, με φόντο το γαλάζιο ουρανό, φαίνονταν άλλοι λόφοι κι άλλοι βράχοι, η σιωπή ήταν πιο σπαρακτική. Σαν να ‘χε σταματήσει ο κόσμος να κινείται και να μιλά, σαν να ‘χαν γίνει όλα πέτρα.

     Σήμερα, η κάποτε ιερή πόλη Σμάρα, φιλοξενεί ένα από τα εννιά φυλάκια των Ηνωμένων Εθνών στη Δυτική Σαχάρα.
     Λένε ότι είναι το μοναδικό πιο ζόρικο από το Oum Dreyga…

     Το Laayoune δεν αναφέρεται στο βιβλίο του Le Clesio. Ούτε με αυτό το όνομα, ούτε με το παλιότερό του. Γιατί το Laayoune δεν λεγόταν πάντα έτσι. Η επιτόπια παρατήρηση και η ανάγνωση του Le Clesio αρχίζουν να συναρμολογούν το παζλ…

     Στα αγιούν, τα μάτια, και σε υγρές κοίτες, γεμάτες λάσπη, υπήρχε νερό που είχε το χρώμα τού ουρανού. Το νερό όμως αυτό δεν προοριζόταν για την αναψυχή ή την ανάπαυση των ανθρώπων. Ήταν ένας ιδρώτας στην επιφάνεια την ερήμου, η φειδωλή δωρεά ενός άνυδρου Θεού, το τελευταίο σπάραγμα της ζωής. Νερό που με δυσκολία το γεννούσε η άμμος, νερό αβέβαιο, που ‘βγαινε από τις ρωγμές του εδάφους, νερό αλκαλικό, που προκαλούσε διάρροιες κι εμετούς.

015

     Το αγιούν, λοιπόν, το μάτι, δηλαδή η μικρή, ρηχή λίμνη που υπάρχει εδώ, έδωσε το όνομά του στην πόλη: El Ajun στα ισπανικά, Al Ayoun στα αραβικά.
     Και μετά ήρθαν οι Γάλλοι, ή μάλλον οι γαλλοτραφείς Μαροκινοί…
     “Δεν είναι απλό”, μου απαντάει ο Αιγύπτιος ταγματάρχης Farouk, εκπαιδευμένος στο Κιλκίς, όταν, στην πρώτη μου περιπολία μαζί του, τον ρωτάω αν συνεννοείται άνετα με τους Μαροκινούς στα αραβικά. “Αυτοί οι Μαροκινοί σού δίνουν την αίσθηση ότι προτιμούν να μιλούν γαλλικά…”

     Στις 14 Απριλίου, το ελικόπτερο ξεφόρτωσε κατά λάθος εδώ τις αποσκευές ενός τύπου από τη Ghana, ο οποίος την επόμενη το απόγευμα πέταγε από το Laayoune για την Αγγλία. Οπότε βάλαμε εκτάκτως μια περίπολo για τo Laayoune.
     Τέτοιες περιπολίες, εδώ, τις λέμε admin patrols – διοικητικές περιπολίες.
     Μπήκα ως δεύτερος οδηγός. Εντελώς ασυνήθιστο, μια και είμαι ακόμα υπό εκπαίδευση…

     Ο Moses, ο γιγαντόσωμος αντισυνταγματάρχης από τη Ghana που είναι επικεφαλής του στρατιωτικού προσωπικού στο αρχηγείο, χαμογελάει και μου σφίγγει το χέρι με απορία: “Καλά, τι κάνεις εδώ; Οι εκπαιδευόμενοι δεν πάνε διοικητικές περιπολίες.”
     “Ήταν έκτακτη αποστολή, και χρειάζονταν τον καλύτερο!”
     Γελάει τρανταχτά.
     Ωραίος τύπος, πραγματικά…
     Λίγο αργότερα, θα μάθαινα ότι το φιλαράκι μου από την Κροατία, o Damir, έστειλε εξαιτίας μου έγγραφο σε όλα τα φυλάκια, τονίζοντας ότι οι εκπαιδευόμενοι δεν πάνε σε διοικητικές περιπολίες.
     Προσπάθησα να τον πείσω ότι δεν είμαι όποιος κι όποιος, αλλά μάταια…

Jean-Michel & the MINURSO Tiger

Jean-Michel & the MINURSO Tiger

     Ευτυχώς, στην περίπολο μαζί μας είναι και ο Jean-Michel, ο ταγματάρχης του γαλλικού σώματος ΠΒΡΧ πολέμου, ως πρώτος οδηγός.
     Μυστήριο πώς, αλλά τα κατάφερα πάλι να γίνω κολλητός με Γάλλο – τον μοναδικό Γάλλο στο φυλάκιό μου.
     Τον είχα συναντήσει πρώτη φορά στο αρχηγείο, μια μέρα πριν πετάξω για το Oum Dreyga. Είχε έρθει σε διοικητική περιπολία, καθόταν στην καφετέρια και έγραφε σε ένα μεγάλο σημειωματάριο moleskine. “Ωπ, δικός μας είναι αυτός”, σκέφτηκα.
     “Η μεγάλη μου κόρη, δηλαδή η μεγάλη κόρη της γυναίκας μου απ’ τον προηγούμενο γάμο της, μου έχει ζητήσει να γράφω, ξέρεις, σκέψεις, εντυπώσεις… αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο Hemingway!”
     Είχαμε πάει μαζί για αναρρίχηση, την πρώτη Κυριακή μου στο Oum Dreyga, και εκεί, στην κορυφή του λόφου, μεθυσμένος από ευφορία, άναψα τσιγάρο. Έκανε τότε την εύστοχη παρατήρηση – πώς είναι δυνατόν αυτή η απόλαυση να μην είναι αρκετή, πώς είναι δυνατόν να αποζητάς επιπλέον απόλαυση, τέτοιες στιγμές, στο τσιγάρο;
     Και του διηγούμαι πώς άρχισα το κάπνισμα…

     Οι πιο πολλοί συνομήλικοί μου, και ανάμεσά τους όλοι οι φίλοι μου, άρχισαν να καπνίζουν ήδη από το γυμνάσιο… Κάποιοι που τη γλύτωσαν στο σχολείο – ο αδερφός μου και ο ξαδερφός μου, μεταξύ άλλων, το άρχισαν στο στρατό…
     Ήμουν από τους λίγους στο σχολείο που δεν κάπνιζα, και κατάφερα να μην το αρχίσω ούτε στα στριφνά χρόνια της σχολής.
     Στα 29 μου χρόνια, βρέθηκα στο Cambridge: ήμουν σαν ελατήριο που πιεζόταν επί χρόνια, και ξαφνικά αφηνόταν ελεύθερο. Η πρωτόγνωρη αίσθηση με μέθυσε, εντελώς – τα είχα όλα, ήμουν ο βασιλιάς του κόσμου (εντάξει, υπερβάλλω, ήμουν απλώς ο βασιλιάς του βορείου ημισφαιρίου και της Αυστραλίας).
     Αλλά κάτι έλειπε.
     Άρχισα το κάπνισμα…

     Καθόμαστε εκεί, στην κορυφή ενός ανεμοδαρμένου λόφου, στη Δυτική Σαχάρα, γνωριζόμαστε λιγότερο από μια εβδομάδα, επικοινωνούμε σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική μας, και ο μπάσταρδος ο Γάλλος το πιάνει με τη μία, τα καταλαβαίνει όλα, όλα, χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς περιττές εξηγήσεις…
     Είναι απλό, μερικές φορές…

     Ευτυχώς, λοιπόν, που είναι μαζί μου, γιατί ξέρει τα κατατόπια και θα πάμε για κολύμπι στον ωκεανό…

     Στην επιστροφή, ο Jean-Michel οδηγεί σαν τρελός, προσπαθώ να μείνω σε μικρή απόσταση πίσω του, αλλά δέν τα καταφέρνω, οπότε, όταν για κάποιο λόγο κόβει ταχύτητα και τον προλαβαίνω, το πατάω, προσπαθώ να μην τον χάσω. Και είναι μια τέτοια φάση τώρα, είμαι καμιά εξηνταριά μέτρα πίσω του, πάω με ογδόντα…
     Και το κοκκαλώνει.

     Όταν οδηγείς με αρβύλες, έχεις μια αλεξίσφαιρη κουβέρτα στο δάπεδο και είσαι ακόμα στη φάση εξοικείωσης με το αυτοκίνητο, δεν έχεις καλή αίσθηση των πεντάλ. Οπότε το πρώτο σχέδιο, “αναζήτηση και χρήση του φρένου”, απλά αποτυγχάνει. Δε βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσει εγκαίρως το θηρίο…
     Το δεύτερο σχέδιο λέει ότι πρέπει να αποκλίνω, είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά, αλλιώς τον φίλησα… Επιλέγω να πάω δεξιά, ενώ ο Alvaro δίπλα μου ουρλιάζει “POR ACA! POR ACAAA!”…
     Το πρόβλημα, όπως αρχίζω να καταλαβαίνω, δεν είναι ότι ο Γάλλος σταμάτησε. Το πρόβλημα είναι ότι ο Γάλλος σταμάτησε γιατί υπάρχει ένα αρκετά βαθύ χαντάκι που κόβει κάθετα το δρόμο. Έχω μόλις λύσει επιτυχώς το πρώτο μέρος του προβλήματος, το οποίο είναι να μη στουκάρω πάνω στο Γάλλο, και είναι πολύ αργά για να κάνω κάτι για το δεύτερο μέρος, που είναι το χαντάκι. Είπαμε, το σχέδιο “αναζήτηση και χρήση φρένου” εγκαταλείφθηκε. Και ο Alvaro ακόμα ουρλιάζει “POR ACAAA!”.
     Πέφτουμε στο χαντάκι, όλα καλά, και με την ταχύτητα που έχουμε ανεβαίνουμε το απέναντι τοίχωμα.
     Και απογειωνόμαστε…

     Υπάρχουν στιγμές έντασης, στιγμές πάθους και αδρεναλίνης. Παράδειγμα, τα μαθήματα μετάφρασης, στο ΕΚΕΜΕΛ: Μα, καλά, καφενείο το cafe; – Ναι, γιατί όχι; – Εγώ λέω καφετέρια – Σιγά μην το πούμε και καφεποτείον – φωνές, πραγματικές μάχες με απώλειες, ο Βλαβιανός να λέει ότι δεν παραλείπουμε ποτέ ρήμα, εγώ να πετσοκόβω ό,τι βρίσκω για να αυξήσω την πυκνότητα – ρήμα-ξερήμα, εγώ θα το φάω – μα καλά, είναι λέξη το ΓΥΜΝΟΣΑΛΙΑΓΚΑΣ για τέτοιο ποίημα; – μια χαρά είναι – Ε ΟΧΙ – γροθιές στο τραπέζι, μεταφερόμασταν δίπλα και συνεχίζαμε, “πες μου ρε συ, δίκιο δεν έχω;”, δίκιο έχεις, πιάσε δύο Jameson και θα σου εξηγήσω…

     Υπάρχουν όντως στιγμές έντασης, πάθους, αδρεναλίνης. Αλλά ετούτη η στιγμή δεν είναι μία από αυτές. Το αυτοκίνητο είναι στον αέρα και ο Ουρουγουανός δίπλα μου ουρλιάζει. Αυτό είναι όλο. Καμία ένταση, κανένα διακύβευμα, τίποτα…

     Είναι μια ωραία, ήσυχη πτήση, χωρίς απρόοπτα, που διαρκεί κανά τριάρι-τέσσερα δευτερόλεπτα. Τρανταζόμαστε λίγο στην προσγείωση, εντάξει, αλλά κανένα πρόβλημα, όλα καλά…
     Γυρίζω ατάραχος στον Alvaro, ο οποίος έχει αλλάξει δεκαπέντε χρώματα:
     “Μια που το ‘φερε η κουβέντα, τι σημαίνει por aca;”
     “Ε… Ναι… Sorry, my friend… αλλά… όταν ταράζομαι, I speak in espanish… Por aca σημαίνει από δω… σου έλεγα δηλαδή να πας από δω (δείχνει δεξιά), για να μην πέσεις πάνω του.”
     “Α, κατάλαβα, μου έλεγες να κάνω αυτό ακριβώς που έκανα.”
     “Ε… ναι…αυτό…”, ακόμα ταραγμένος.
     Σκέψου δηλαδή και να καταλάβαινα τι μου έλεγες, τρελάρα…
     Ο Ουρουγουανός κατεβαίνει για να ελέγξει το αμάξι. Είμαι σίγουρος ότι δεν πρόκειται να βρει κανένα πρόβλημα. Τι διάολο, ή το νιώθεις το αμάξι σου ή κάτσε σπίτι σου να δεις τηλεόραση…
     Γυρίζω από την άλλη, κατεβάζω το παράθυρο. Εντελώς ατάραχος, ψύχραιμος. Δεν έγινε και τίποτα…
     “Και δεν μου λες εσύ, γιατί σταμάτησες;”, ρωτάω το Γάλλο στο άλλο αμάξι, που έχει έρθει δίπλα μας.
     “Μα, για να θαυμάσω την πτήση σου!!!!”
     Τρελάρα…

     Είναι όλοι τους για δέσιμο. Είμαι η μοναδική φωνή της λογικής, εδώ πέρα.

     Ο Alvaro μπαίνει πάλι μέσα. Λέει ότι το αμάξι είναι ΟΚ. Ξεκινάμε. Πατάω γκάζι…
     Είμαι η μοναδική φωνή τής λογικής, εδώ πέρα… είμαι μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου, κατά κάποιο τρόπο στην άκρη του κόσμου, εκεί που η έρημος συναντάει τον ωκεανό, και κανείς από τους δύο δεν αστειεύεται… έχω παρατήσει την πόλη μου, ανθρώπους που με νοιάζονται, που με αγαπούν και τους λείπω… έχω παρατήσει τις ανέσεις μου και τη βολή μου, για ένα μέρος με κοινόχρηστες τουαλέτες, ένα δωμάτιο που κάθε τρίτη μέρα θέλει σκούπισμα, και δουλειά εφτά μέρες τη βδομάδα… άφησα έναν επαγγελματικό τομέα στον οποίο αντιμετωπιζόμουν ως γκουρού, για να γίνω πάλι νέος, να αρχίσω από το μηδέν και να τα μάθω όλα από την αρχή: ρυμούλκηση αυτοκινήτου, οργανόγραμμα αρχηγείου, διάταξη μάχης του μαροκινού στρατού…
     Οι πιο πολλοί είναι εδώ επειδή διατάχτηκαν. Εγώ ήρθα εθελοντικά. Είπαμε, είμαι η μοναδική φωνή της λογικής…

     Ήταν η μόνη, η τελευταία ελεύθερη χώρα, χώρα όπου οι νόμοι των ανθρώπων δεν είχαν καμιά ισχύ. Μια χώρα μόνο για τις πέτρες και τον αέρα, για τους σκορπιούς, για όσους ξέρουν να κρύβονται και να φεύγουν όταν ο ήλιος καίει ή η νύχτα πέφτει παγερή.

     Πατάω γκάζι. Σηκώνω σκόνη. Είμαι η φωνή της λογικής.
     Προσπαθώ να θυμηθώ πώς μεταφράσαμε τελικά το cafe, σε μια μακρινή χώρα, μερικούς αιώνες πριν, αλλά δεν τα καταφέρνω…
     Ο ήλιος δύει. Πατάω το γκάζι…

 dscn07212