“You have to know that in the South America there is a country with the doors open and a friend who will be waiting for you. Just go, do not knock, the door is opened for brothers.”

 Lieutenant (N) Alvaro Pintos, Uruguayan Navy

 

Ο προτελευταίος της παλιάς φρουράς φεύγει, ενώ εκτελώ χρέη υποδιοικητή

Ο προτελευταίος της παλιάς φρουράς φεύγει, ενώ εκτελώ χρέη υποδιοικητή

          Επέστρεψα στο Oum Dreyga, μόνο και μόνο για να βρω ότι έχουν αλλάξει τα πάντα.

          Ο Farouk γύρισε στην Αίγυπτο, ο Carlos στην Παραγουάη· o Hazaa έφυγε για την Tifariti, ο φίλος μου ο Sabri για το Mijek. Ο νέος διοικητής και άλλοι δύο ακόμα με μετάθεση από άλλα φυλάκια, και πέντε καινούριοι… Είμαι σπόνσορας ενός από αυτούς, ενός λοχαγού-οδοντιάτρου από τη Νιγηρία… Και ένας άλλος, από την Κίνα, λίγες μέρες πριν είχε διαλύσει το UN 649…

          “Η έρημος”, μου είχε πει ο Damir, συζητώντας για την οδήγηση, “η έρημος δεν ζητάει συγγνώμη”…

           Ο Damir είναι πίσω στην Κροατία τώρα… Κι εγώ δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να είμαι σπόνσορας. Εγώ είμαι ακόμα νέος, μόλις γύρισα από την πρώτη μου άδεια…

Σύνθεση, "Αυτοκίνητο και Χωμάτινο Επίπεδο" - Chen Yu, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

Σύνθεση, "Αυτοκίνητο και Χωμάτινο Επίπεδο" - Chen Yu, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

          Δυο μέρες μετά την επιστροφή μου είμαι επικεφαλής περιπόλου με διανυκτέρευση. Ομάδα γάμησέ τα – ένας ψιλοαδιάφορος από τη Γουινέα, ο Rashid από το Mijek στην πρώτη του περιπολία μαζί μας, χωρίς σχετική εμπειρία -στο Mijek σταμάτησαν τις διανυκτερεύσεις έξω όταν η Αλ Κάιντα, η οποία έχει απειλήσει ότι θα χτυπήσει τη MINURSO, επιτέθηκε σε ένα φυλάκιο τού μαυριτανικού στρατού και έκοψε μερικά κεφάλια, λίγα χιλιόμετρα μακριά τους-, ο Chen, στην πρώτη του οδήγηση μετά το ατύχημα κι εγώ ακόμα σαν χαμένος από την άδεια.

          Ξεκινάμε κατά τις πεντέμιση το απόγευμα, καιρός χάλια, πυκνά σύννεφα και αέρας και σκόνη και στάλες βροχής και αίσθηση επικείμενης αμμοθύελλας… Στην πύλη μιας μαροκινής μονάδας κορνάρουμε για ένα τέταρτο, και οι σκοποί στα τριάντα μέτρα μακριά δεν μας παίρνουν είδηση με αυτόν τον καιρό. Φεύγοντας από κει λέω στην ομάδα ότι δεν θεωρώ τις συνθήκες κατάλληλες για διανυκτέρευση, παίρνω την ευθύνη ως επικεφαλής και γυρίζουμε πίσω και σ’ όποιον αρέσει…

          Παραδόξως, άρεσε σε όλους…

          Την επόμενη μέρα, μετά την απενημέρωσή μου, παίρνει το λόγο ο Santiago, ο αξιωματικός επιχειρήσεων: “Με την ευκαιρία αυτή θέλω να υπογραμμίσω την υπεύθυνη στάση τού επικεφαλής, ο οποίος, θεωρώντας ότι οι συνθήκες έθεταν σε κίνδυνο την περίπολο, ακύρωσε την διανυκτέρευση και γύρισε την ομάδα πίσω. Να θυμάστε, η ασφάλεια του προσωπικού είναι πάνω από όλα.”

          Εντάξει, amigo, λύσσα το κάναμε.

          Αργότερα πηγαδάκια, συζητήσεις, σχόλια από τους καινούριους:

          “Αυτό σημαίνει να είσαι έμπειρος…”

           Ε;

Santiago Mendez, πλωτάρχης των πεζοναυτών από το Ελ Σαλβαδόρ, ίσως η πιο καθαρή, στιβαρή φυσιογνωμία του Oum Dreyga. Και φίλος...

Santiago Mendez, πλωτάρχης των πεζοναυτών από το Ελ Σαλβαδόρ, ίσως η πιο καθαρή, στιβαρή φυσιογνωμία του Oum Dreyga. Και φίλος...

          Συζητάμε χαλαρά με τον Alexandre, τον καινούριο Γάλλο, η κουβέντα έρχεται στον Chen που τούμπαρε με το αμάξι, “πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με αυτόν”, λέω, “είναι και φοβισμένος, αναμενόμενο, αλλά δεν μπορείς να οδηγείς με 35-40…”, και ο Γάλλος, με μεγάλη φυσικότητα, μου απαντάει “εντάξει, αλλά έχει όλους εσάς, τους παλιούς, τους έμπειρους, να τον βοηθήσετε…”

          Τι διάολο γίνεται εδώ; Τι λέει ο τύπος;

          Δεν είμαστε παλιοί, ρε φίλε, και σίγουρα δεν είμαστε έμπειροι. Ήρθαμε λίγο καιρό πριν από εσάς, είμαστε απλώς εξοικειωμένοι, τίποτα παραπάνω… Έμπειροι ναι, υπήρχαν – ένας συμπατριώτης σου, με τον οποίον όποτε βγαίναμε έξω είχα το κεφάλι μου ήσυχο, ό,τι και να συνέβαινε μπορούσε να το χειριστεί. ένας Βραζιλιάνος πεζικάριος από τη ζούγκλα τού Αμαζονίου και ένας Ούγγρος τού μηχανικού που ήξερε το αυτοκίνητο με κλειστά μάτια. ένας Αυστριακός με δέκα χρόνια προϋπηρεσίας σε αποστολές τού ΟΗΕ σ’ όλο τον πλανήτη και ένας Αιγύπτιος που, μια βδομάδα μετά το γάμο του, τον έστειλαν στο Κιλκίς για εκπαίδευση, από κει κατευθείαν εδώ για ένα χρόνο, και στο τέλος τού ‘ριξαν και έξι μήνες παράταση στο κεφάλι… Αυτοί ναι, ήταν έμπειροι, μας δίδαξαν, κρεμόμασταν από τα χείλη τους, είχαν πάντα τις απαντήσεις, και όταν μας έδειχναν κάτι είχαμε όλες τις κεραίες μας συντονισμένες πάνω τους… Ήταν σχεδόν ημίθεοι…

          Αλλά τώρα δεν υπάρχουν πια ημίθεοι… Έφυγαν, και τη θέση τους πήραμε αναγκαστικά εμείς… Και εμείς δεν είμαστε ημίθεοι…

          Από όλα αυτά, φυσικά, δεν του λέω τίποτα.

 

          Την επόμενη μέρα είμαστε μαζί σε περιπολία, σε διαφορετικά αυτοκίνητα, και ο Νιγηριανός μαθητής μου κολλάει το αμάξι στην άμμο, προσπαθεί να ξεκολλήσει αλλά δεν τα καταφέρνει. “ΟΚ”, λέω, “άσε με να σου δείξω”, και παίρνω το αμάξι και το ξεκολλάω χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, τη στιγμή που ο Alexandre και ο Nasir έχουν φτάσει δίπλα μας από το δεύτερο αυτοκίνητο με το φτυάρι. Δεν είχε κολλήσει πραγματικά, απλώς είναι ακόμα άπειρος, σε μια-δυο βδομάδες θα μπορεί να το κάνει μόνος του. “Hey, Christos…”, φωνάζει ο Γάλλος πριν ξεκινήσουμε.

          Γυρίζω. “That was really great driving!”, λέει δείχνοντάς μου τον αντίχειρα.

          Χαμογελάω και κουνάω το χέρι. “No, it was not, it was just normal driving, you will drive like this sooner that you might think… But thanks, anyway…”

          Αλλά λίγες μέρες μετά, ο David, στην τρίτη περιπολία του, κολλάει το αμάξι μας για τα καλά. Τον αφήνω να δοκιμάσει μόνος του, δίνοντάς του απλώς οδηγίες, αλλά πατάει πολύ γκάζι, οι μπροστινοί τροχοί σπινιάρουν, σκάβουν την άμμο και βουλιάζουμε χειρότερα. “ΟΚ, άσε να δοκιμάσω”, λέω.

          Και παίρνω το αμάξι και βάζω πρώτη και πατάω μαλακά το γκάζι και κουνάω το τιμόνι δεξιά-αριστερά και βάζω όπισθεν και μετά πάλι πρώτη και το αμάξι μουγκρίζει και σβήνει και το βάζω μπροστά και πάλι πρώτη και μετά όπισθεν και το τιμόνι δεξιά-αριστερά και το αμάξι σβήνει πάλι και βρίζω και ξαναβάζω μπροστά και πατάω το γκάζι με πρώτη και μετά με όπισθεν και πάλι πρώτη και τιμόνι δεξιά-αριστερά και το αμάξι σβήνει ξανά και ουρλιάζω “FUCK YOU!” και ξαναβάζω μπροστά και πρώτη και όπισθεν και τιμόνι δεξιά-αριστερά και μου παίρνει δέκα, ίσως δεκαπέντε λεπτά, αλλά καταφέρνω να ξεκολλήσω το αμάξι χωρίς να χρειαστεί να σκάψουμε, όπως είχα δει κάποτε να κάνει ο Farouk, και είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό…

           Βγαίνω έξω, μούσκεμα στον ιδρώτα, κατεβάζω μισό μπουκάλι νερό, μπαίνω πάλι στη θέση του συνοδηγού, το κεφάλι μου στραμμένο μπροστά, ενώ αισθάνομαι τον Ιρλανδό δίπλα μου να με κοιτάει με δέος, και ξέρω τι έρχεται…

          “Great driving Christos…”, χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά.

          Δε βοηθάς φίλε, δε βοηθάς καθόλου…

          Κοιτάζω μπροστά, την έρημο, δε γυρίζω, δε μιλάω, μόνο κουνάω το κεφάλι και του κάνω νόημα με το χέρι να ξεκινήσει…

 

          Βγαίνω πίσω από τα γραφεία, να καπνίσω, ο αέρας φέρνει στα πόδια μου ένα τσαλακωμένο χαρτί, από αυτά που έχουμε στις πόρτες των δωματίων μας… “Major Jean-Michel, French Army”… Και θυμάμαι έναν άνθρωπο τόσο ευγενή, ώστε να έχει τη λεπτότητα, κάτω από αυτόν τον ήλιο, να βγάζει τα μαύρα γυαλιά του απέναντι στους μαροκινούς αξιωματικούς που έρχονταν να μας συναντήσουν στις πύλες των μονάδων τους…

         Και μια μέρα, έξω, επικεφαλής περιπόλου, άκουσα τη φωνή τού Naves στον ασύρματο. Ήταν στην αίθουσα υπηρεσίας τού Mijek, αλλά εγώ τον είδα εκεί, μπροστά μου, με εκείνα τα πράσινα, Βραζιλιάνικα μάτια του, αραιά μαλλιά, τεράστιο χαμόγελο, “I’m telling you man, sacrifice!”

          Έπιασα το μικρόφωνο του ασυρμάτου και κάλεσα το Mijek. Του ζήτησα, δήθεν, να στείλει το στίγμα μου στο Oum Dreyga – οι συζητήσεις σε ανοιχτή γλώσσα απαγορεύονται στα βραχέα. “Good to hear you – over” προσθέτω στο τέλος. “Good to hear you too – nothing more – out”.

          “Μια απορία έχω”, με ρωτάει ο Yaser το απόγευμα στην απενημέρωση. “Με κάλεσε ο νούμερο δύο σου, την προβλεπόμενη ώρα, κανονικά, και μου έδωσε τη θέση σας. Και πέντε λεπτά μετά με πήραν από το Mijek για να μου δώσουν πάλι τη θέση σας…”

          “Ναι”, λέω σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, “άκουσα στον ασύρματο τον Naves από το Mijek, και ήθελα, εμμέσως, να πω ένα γεια”.

          Αλλά η απάντησή μου δεν δείχνει να διαφωτίζει κανέναν. Απορημένα μάτια με κοιτάζουν. Και συνειδητοποιώ ότι οι περισσότεροι σε εκείνη την αίθουσα, την αίθουσα που αυτός σχεδόν μόνος του έφτιαξε, δεν τον ξέρουν, δεν τον έχουν καν ακουστά…

          Θα μου πει κάποιος, επιτέλους, τι διάολο γίνεται εδώ;

          Τους κοιτάω όλους, έναν έναν. Μετά κοιτάω το μεγάλο χάρτη που πιάνει όλον τον τοίχο, το χάρτη που χρησιμοποιούμε καθημερινά, θυμάμαι τον Naves να τον δουλεύει για βδομάδες, αρνούμενος, παρά τις παραινέσεις μου, να γράψει σε μια γωνιά το όνομά του…

          “Ήταν κάποτε εδώ”, ακούω να λέει μια φωνή. Η φωνή μου… “Ήταν αξιωματικός επιχειρήσεων… και τον φωνάζαμε Fuckin’ Brazilian”.

          Γυρίζω και κάθομαι στην καρέκλα μου. Προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει, και τι σκατά θα κάνουμε τώρα χωρίς ημίθεους.

          Φυσικά δεν έχω καμία τύχη.

 * * *

         Το μαντείο του Ερμή, στην αρχαιότητα –χωρίς ιερείς, χωρίς μάντεις–, ήταν το μαντείο των φτωχών, ένα μέρος όπου πήγαινες και άφηνες την προσφορά σου, οσοδήποτε ταπεινή, και κατά την επιστροφή σου κάτι θα έβλεπες, κάτι θα άκουγες, κάτι θα έβρισκες, και αυτό το κάτι ήταν ο χρησμός σου, η απάντηση του θεού στο ερώτημα που του είχες παραδώσει μαζί με το δώρο σου.

          Πρέπει να πέρασα απο κει, χωρίς να το ξέρω, και να άφησα την προσφορά μου… Ήταν το νερό που άδειασα σε ένα δέντρο; Το μισοφαγωμένο μήλο, τροφή για τα πουλιά της ερήμου; Ο χρόνος που διέθεσα για να δείξω τη λειτουργία τού GPS στον καινούριο Κροάτη, μια και ο σπόνσοράς του λείπει σε άδεια; Έξι μήνες πριν δεν είχα καν ακουμπήσει GPS…

          Δεν ξέρω ποια ήταν η προσφορά μου, δεν ξέρω καν πού είναι το μαντείο – βλέπω ήδη, από μακριά, έναν μυθιστορηματικό ήρωα να προσπαθεί να το ξαναβρεί, αλλά δεν είμαι εγώ. Πήρα όμως τον χρησμό μου, αν και, για να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι να ρώτησα ποτέ ευθέως.

          Και ο χρησμός μου ήταν ένα βλέμμα, ένα βλέμμα μέσα σε ένα μαλακό, απογευματινό φως – όχι το βαρύ, ανελέητο φως της ερήμου, που αφήνει τα πράγματα δίχως σκιές, όχι, ένα φως ευγενικό, παιχνιδιάρικο, φως μεσογειακό…

          Φως από την πατρίδα μου…

          Όχι από εκείνη τη μίζερη χώρα, όπου άνθρωποι του υπόκοσμου χτίζουν δικαστήρια ως υπεργολάβοι και, όταν ο κλοιός αρχίζει να σφίγγει, τρέχουν στην Παναγία της Τήνου να προσευχηθούν· όχι, από την άλλη πατρίδα, την πραγματική, όπου σκανδαλιάρηδες προβοκάτορες-προπαγανδιστές με πακετάρουν παρέα με τον Αντρέ Ζιντ και τον Κωστή Παπαγιώργη, ενώ ανώνυμοι αφήνουν συνθήματα σε ψηφιακούς τοίχους, λένε ότι τους λείπω, και μου κάνουν μνημόσυνα…

          Ένα βλέμμα…

          Ο Sparky Friday γράφει με -και όχι για- τον τελευταίο δίσκο των θρυλικών Last Drive, ηρώων της εφηβείας μου: “Έβαλα ένα ποτό, άφησα τη βελόνα να καβαλήσει τα αυλάκια και βλέποντας το εξώφυλλο του δίσκου Heavy Liquid θυμήθηκα το σπίτι του παππού μου στη λιμνοθάλασσα όπως το έβλεπα όρθιος μέσα από το κόκκινο LADA του πατέρα μου.”

          Και ξαφνικά, όλα, όλα, είναι ξεκάθαρα…

 * * *

           Όταν οι Last Drive δονούσαν την Αθήνα με το Underworld Shakedown, ο Sparky Friday πρέπει να ήταν 6-7 χρονών. Στο σπίτι του έχει ένα αντίτυπο εκείνου του δίσκου, σε βινύλιο, το δικό μου αντίτυπο, από εκείνο το βράδυ στην Κλαυθμώνος που συναντηθήκαμε οι τρεις μας, μαζί με τον Basileios, για να γιορτάσουμε τα εβδομηκοστά γενέθλια του Thomas Pynchon.

 * * *

         Καλός καιρός απόψε, για πρώτη φορά από όταν γύρισα, χωρίς καυτό αέρα, χωρίς σκόνη.

         Ανεβαίνω στο παρατηρητήριο.

         Το σκοτάδι μού χαμογελάει.

         Χαμογελάω κι εγώ.

         Γιατί τώρα βλέπω… Η λάμψη ενός παιδικού βλέμματος από μια λιμνοθάλασσα, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα βορειοανατολικά, φώτισε το τοπίο κι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.

         Εκεί δηλαδή που ήταν πάντα…

 

         Γιατί τώρα θυμάμαι, από ένα σημείο της ζωής μου και μετά, ανθρώπους να κοιτούν εμένα, νομίζοντας ότι είμαι ημίθεος…! Στις πίστες τής Ανδραβίδας και σε αίθουσες διδασκαλίας, σε επιτελικές συσκέψεις ή πάνω από δυο ποτήρια Jameson, θυμάμαι ανθρώπους να έρχονται να με βρουν και να με ρωτάνε, σίγουροι ότι είχα τις απαντήσεις, ότι ήξερα…

         Και ανάθεμα κι αν ήξερα την τύφλα μου…

         Γιατί τώρα καταλαβαίνω ότι αν εγώ, σε διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη και κάτω από άλλους ουρανούς, μπόρεσα εσφαλμένα να περάσω για ημίθεος, τότε σίγουρα μπορούν και άλλοι, αλλού…

         Γιατί τώρα ξέρω ότι ημίθεοι, στο Oum Dreyga, δεν υπήρξαν ποτέ… Ήταν όλοι τους απλοί άνθρωποι, ξένοι σε ξένο τόπο, ερημοναύτες ειρηνευτές που προσπαθούσαν να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν… άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, σαν και σας…

         … σαν και μένα…

         … σαν τον Naves, τον σκληροτράχηλο βετεράνο τής ζούγκλας τού Αμαζονίου, που το Δεκέμβριο του 2008, νύχτα Χριστουγέννων, νέος στο φυλάκιο, με μια έρημο και έναν ωκεανό να τον χωρίζουν από τη γυναίκα του και τα παιδιά του, είχε σπάσει κι είχε βάλει τα κλάματα, σαν μικρό παιδί…

         … ή σαν τον Yaser, τον Αιγύπτιο που ήρθε δύο βδομάδες μετά από μένα, και λίγο πριν γυρίσω από την άδεια ρυμούλκησε το αμάξι που κατέστρεψε ο Chen από το σημείο 010 πίσω στο φυλάκιο, σε μια γαμημένη διαδρομή, ζόρικη ήδη όταν απλώς οδηγείς, όχι να ρυμουλκείς κιόλας… Και κόλλησε και ξεκόλλησε και ξανακόλλησε και του πήρε πέντε ώρες για εξήντα χιλιόμετρα, αλλά τα κατάφερε, χωρίς να έχει ξανακάνει ποτέ κάτι παρόμοιο στη ζωή του… Σκυλί μαύρο, αδερφός μου…

 

Black dog...

Black dog...

 

...my brother

...my brother

         Χτες ήρθε και με βρήκε.

         “Christos, for the next month, you and me we will be fucked up”.

         Έχει δίκιο.

         Γιατί εκείνος είναι ο νέος αξιωματικός επιχειρήσεων. Κι εγώ, εκτός από τη δουλειά μου ως αρχιμηχανικός των αυτοκινήτων, εκτός από τα καθήκοντα αξιωματικού επικοινωνιών και αξιωματικού ασφαλείας πτήσεων, τα οποία ασκώ ήδη ως αναπληρωτής αυτών που είναι σε άδεια, από αύριο και για ένα μήνα θα παριστάνω και τον υποδιοικητή, και ο υποδιοικητής είναι υπεύθυνος και για την εκπαίδευση, και αύριο μού έρχονται άλλοι δύο καινούριοι, σύνολο εφτά, μαζί με τον προβληματικό Κινέζο… Και έχω ήδη ένα αμάξι λιγότερο, και έναν διάδρομο προσγείωσης που μόλις άρχισε να λειτουργεί, και προχτές μου έφεραν μια στραβωμένη ζάντα και, να πάρει ο διάολος να πάρει, δεν έχω εφεδρική…

         Αλλά τις προάλλες πήρα μια περίπολο, με πλήρωμα έναν θεότρελο Ρώσο και δυο νέους οδηγούς, και φύγαμε για την Dakhla… και στα τελευταία 130 χιλιόμετρα της επιστροφής πήρα το τιμόνι, γιατί ο Νιγηριανός ήταν πτώμα, και οδήγησα – πρώτο αυτοκίνητο, είχα και τη ναυτιλία, δεν είχα οδηγήσει μετά την επιστροφή μου, και ξεχαρμάνιασα και το καταχάρηκα και τους πήγα και τους έφερα πίσω ρολόι, χωρίς να χρειαστεί να βγούμε στη Μαυριτανία, όπως την προηγούμενη φορά…

         Τον κοιτάω, χαμογελάω, και τον χτυπάω στον ώμο.

         “No problem. We will make it”

         Ναι… Τώρα που ξεμπερδέψαμε με τις παρεξηγήσεις περί ημίθεων, θα τα καταφέρουμε όλα…

 

         Γιατί ημίθεοι δεν υπάρχουν, είμαστε όλοι παιδιά τής λιμνοθάλασσας… Και προτού καλά-καλά το καταλάβουμε, έχουμε περάσει από το πίσω κάθισμα στη θέση του οδηγού… Μπορεί να μην είναι κόκκινο και μάλλον δεν είναι Lada, αλλά είμαστε στο τιμόνι, και, παρόλο που δεν έχω παιδιά, νομίζω τώρα ότι μπορώ να φανταστώ τον τρόμο που μπορεί να σου προξενεί ένα εφτάχρονο, στο πίσω κάθισμα, έτσι όπως σε κοιτάει, και σε βλέπει όχι πια σαν ημίθεο, αλλά μάλλον σαν θεό… Κι εσύ δεν είσαι ποτέ έτοιμος γι’ αυτό, και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να συνεχίσεις να οδηγείς και να παίρνεις το μικρό από το χέρι και να του δείχνεις τον κόσμο και να προσπαθείς να του εξηγήσεις πώς δουλεύουν τα πράγματα, χωρίς ποτέ να τον αφήσεις να καταλάβει ότι ακόμα έχεις απορίες, τεράστιες, κρύβοντας επιμελώς τον πανικό και τις αμφιβολίες σου, έτσι ακριβώς όπως –ευλαβικά τηρουμένων των αναλογιών– κι εγώ κράτησα τις σκέψεις μου για τον εαυτό μου και δεν είπα τίποτα, τότε, στον Alexandre, ούτε και σε κανέναν άλλον, ποτέ…

         “Τετριμμένα πράγματα”, θα μου πείτε, “και ήταν ανάγκη να βρεθείς στη Δυτική Σαχάρα για να τα καταλάβεις;” Ναι, ήταν ανάγκη, γιατί δεν τα παίρνω εύκολα, αλλά κυρίως γιατί ο χρόνος εδώ, στη MINURSO, σε πλήρη αντίθεση με το εντελώς άχρονο τοπίο της περιβάλλουσας ερήμου, τρέχει με πατημένο το fast forward… Ούτε τέσσερις μήνες από την άφιξή μου, συνάντησα κάποιον με αριθμό ταυτότητας μεγαλύτερο από τον δικό μου κατά 110. Αν σκεφτεί κανείς ότι όλοι κι όλοι είμαστε γύρω στους 230, καταλαβαίνει τον ιλιγγιώδη ρυθμό με τον οποίο νέα πρόσωπα έρχονται και παίρνουν τη θέση των παλιών, που φεύγουν και σκορπίζονται ξανά στα τέσσερα σημεία τού ορίζοντα, από όπου ήρθαν, για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ – κι εσύ, πριν καλά καλά το καταλάβεις, βρίσκεσαι μπροστά, να εκπαιδεύεις τους καινούριους.

         Αλλά υπάρχει και ένας άλλος λόγος:

         Όπως λέει και ξαναλέει ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο φίλος μας, είναι ειδικά στα ρηχά που μπορείς να δεις το βάθος των πραγμάτων, γιατί μόνο εκεί είναι ορατός ο πυθμένας…

 

          Νύχτα στο παρατηρητήριο, το παρατηρητήριο που μου έλειψε… Γεμίζω ένα ποτήρι με παγωμένο λευκό κρασί, το κρασί που έφερα από τον κρατήρα τού Fogo (του Fogo…), και ακούω Spiritualized, και Mogwai, και Portishead, και Air, το βιολί τού Warren Ellis και το πιάνο τού Cave, άσματα χωρίς λόγια για τον τιποτένιο δολοφόνο τού Jesse James… Και το σκοτάδι μού χαμογελάει, και χαμογελάω κι εγώ – όλος ο κόσμος χαμογελάει… Αθέατος, αόρατος, υψώνω το ποτήρι μου στη νύχτα, και πίνω, στη μνήμη των ημίθεων-που-δεν-ήταν, και στην υγειά των παιδιών της λιμνοθάλασσας…

          … to whatever ocean they may swim by now

Advertisements