Let the fuckers come

24 Νοεμβρίου , 2009

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου, πρωί. Καπνίζω μπροστά από το γραφείο μου, με τον καινούριο Αυστριακό.

Πλησιάζει ο Davor. “Good morning, sir!”

“Good morning, and fuck you too!”, γελάω…

… σου έχω πει χίλιες φορές να μη με λες sir…

Γελάει κι αυτός. Τον χτυπάω στον ώμο…

Τον πάω τον Κροάτη…

Καθόμαστε για λίγο εκεί, οι τρεις μας. Ο Davor είναι σπόνσορας του Αυστριακού.

Τελειώνω το τσιγάρο. «Συγγνώμη, παιδιά, πρέπει να συνεχίσω τη δουλειά, γιατί…», παίρνω μια έκφραση που θέλει να πει τη γάμησα…

«Τι…»

«Αν δείτε κανένα ελικόπτερο να σκάει απροειδοποίητα και να κατεβαίνει η στρατονομία με κλομπ, θα είναι για μένα, για να με μαζέψουνε…»

Ο Davor απορεί. «Γιατί;»

«Γιατί έπρεπε να έχω στείλει την εβδομαδιαία αναφορά τού διοικητή από χτες το πρωί, και ακόμα δεν την έχω τελειώσει…»

… και την περιμένουνε πάνω, γιατί σήμερα τις μαζεύουνε όλες, και φτιάχνουν τη συνολική εβδομαδιαία αναφορά τής αποστολής…

… την οποία, μετά, στέλνουν στο αρχηγείο τής Νέας Υόρκης…

… στον στρατιωτικό σύμβουλο… του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών…!

… κι εγώ χτες είχα άλλες δουλειές… σοβαρές…

… έπρεπε να τελειώσω ένα διήγημα, στα αγγλικά, και να το στείλω στη Μαλαισία…

… και δεν είμαι καλός, ούτε στα αγγλικά, ούτε στα διηγήματα…

… οπότε ήμουν πολύ απασχολημένος…

… δεν είχα χρόνο για μετακινήσεις τεθωρακισμένων και αναφορές βολών φορητού οπλισμού…

… first things first…

… ή, σε ελεύθερη μετάφραση…

… συγγνώμη και που ζούμε…

Πάω να μπω στο γραφείο. «Sir», λέει ο Davor…

Γυρίζω.

«Don’t send it.»

E;

«If this is the case, don’t send the report. Let the fuckers come…»

Τον κοιτάω.

«Let them come, sir… We’ll have a good time with them, I promise…»

Χαμογελάω.

«Let them come… I know them chickens…»

Του γυρίζω την πλάτη. Ανοίγω την πόρτα.

«We’ll have fun with them…»

Μπαίνω στο γραφείο.

«Let the fuckers come, sir… »

Κλείνω την πόρτα.

«… just let them fuckers try…»

Ξημερώματα Πέμπτης, 12 Νοεμβρίου, στο αεροδρόμιο της Casablanca, συναντάω τον Alan, τον Βραζιλιάνο από το φυλάκιό μου. Είχε χάσει το αεροπλάνο για Laayoune την Τρίτη, και η επόμενη πτήση ήταν σήμερα.

Στέλνει μήνυμα στον Luciano. «Θα έρθει να μας πάρει από το αεροδρόμιο.»

«Ε… ναι. Εμένα θα με περιμένουν. Μάλλον…»

«Ποιος;»

«Η Zetti

Με κοιτάει. «Wow, man!»

Η αναθεματισμένη γοητεία της δεν είναι ιδέα μου…

. . .

Με περιμένει, όντως.

Πάμε στο αρχηγείο, μου δείχνει το γραφείο της. Είναι στο τρέξιμο, γενικώς. Την άλλη Παρασκευή φεύγει, τελειώνει. Γεύμα, μαζί με τον Valerio και έναν Πακιστανό που αύριο φεύγει κι αυτός. Μετά καφές.

Αύριο ετοιμάζουν μεγάλο πάρτυ. Αλλά εγώ θα έχω φύγει.

«Κι αν χάσεις την πτήση, τι γίνεται;»

«Δεν ξέρω. Μάλλον θα μου κόψουν την ημερήσια αποζημίωση για 3-4 μέρες. Τουλάχιστον αυτό έγινε με έναν Ρώσο από το Oum Dreyga.»

«Χμμ… Αλλά μπορώ να σε βγάλω ελεύθερο υπηρεσίας.»

«Μπορείς;»

«Χα! Φυσικά μπορώ! Γιατρός δεν είμαι; Θα βγάλω μια ιατρική γνωμάτευση…»

Σκύβω προς το μέρος της.

«Έχεις να προτείνεις κάτι συγκεκριμένο, γιατρέ;»

. . .

Μια που μένουμε στο ίδιο ξενοδοχείο, ο Valerio προσφέρεται να με πάει αυτός. H Zetti αρνείται.

«Μα, εκεί πάω. Εσένα δεν είναι ο δρόμος σου.»
«Το ξέρω. Θα τον πάω εγώ.»

«Μείνε. Θα περάσουμε καλά. Την Κυριακή έρχεται και ο Pietrini.»
«Έρχεται ο Antonio;»
«Ναι, γυρίζει από άδεια.»

Με αφήνει στο ξενοδοχείο. Θα τα πούμε το απόγευμα…
Στις 17:30 έχει πάλι happy hour, στην καφετέρια του αρχηγείου…
Και είμαι πτώμα… Δεν κοιμήθηκα καθόλου το προηγούμενο βράδυ…
Ρίχνω έναν ύπνο, καμιά ώρα… Ξυπνητήρι, άγχος μην με πλακώσει το πάπλωμα και ξυπνήσω την επόμενη μέρα…
Τελικά κοιμάμαι πολύ ελαφρά…

Απόγευμα, στην καφετέρια… Ο στρατηγός λείπει με άδεια, στην Κίνα…
Κρίμα…
Πλησιάζω τον επιτελάρχη…
«Καμιά εξέλιξη με το θέμα τού διοικητή στο Oum Dreyga; Έμαθα ότι είμαι ακόμα “προσωρινός διοικητής μέχρι νεωτέρας”…»
«Ναι… Θα σε αφήσουμε έτσι για κανά μήνα… Και μετά θα δούμε, ή θα σε κάνουμε διοικητή ή θα ξανακάνουμε peer review.»
Χμμ…

«Λοιπόν; Θα την χάσεις την πτήση σου;»
Σκατά, σκέφτηκα…
«Ξέρεις… Δεν μπορώ να το κάνω…»
«Γιατί;»
«Γιατί έχω μια φήμη, ένα όνομα… Αν χάσω την πτήση, θα απογοητεύσω πολλούς… Και δεν εννοώ τα μεγάλα κεφάλια στο αρχηγείο…»
«Ναι… Καταλαβαίνω… Είσαι και διοικητής…»
«Κάπως έτσι… Με εκείνη την ιατρική γνωμάτευση, τι γίνεται;»
«Τέσσερις μέρες, μέχρι την Τρίτη; Είναι πολλές…»
«Δεν χρειάζεται να είναι μέχρι την Τρίτη. Δυο μέρες αρκούν, Παρασκευή-Σάββατο. Δευτέρα δεν έχει πτήσεις για το νότιο τομέα…»
«Ναι…»
«Λοιπόν;»
Σκατά, σκέφτηκε…
«Ξέρεις… Δεν νομίζω ότι είναι σωστό να κάνω κάτι τέτοιο…»
«Ναι… Συμφωνώ…»

Με αφήνει στο ξενοδοχείο μου. Έχει να πάει να πακετάρει…
Ετοιμάζομαι για αποχαιρετισμούς…
«Well, doc…»
«Ω, σταμάτα!», γελάει. «Θα έρθω αύριο το πρωί, να σε πάρω για το αεροδρόμιο.»
«Well, doc», επιμένω, «αυτό είναι υπέροχο…»

«… γιατί αν δεν έρθεις, δεν πρόκειται να ψάξω άλλο μέσον να πάω στο αεροδρόμιο… Θα χάσω την πτήση, και θα λέω μετά ότι έφταιγε η αρχίατρος…!»

Πέφτω στο κρεβάτι. Ανοίγω Το Βιβλίο του Μαξιλαριού, της Σέι Σόναγγον:

Είναι θαυμάσιο, επίσης, όταν ένας άντρας επάνω στο άλογό του απαγγέλει ποιήματα την αυγή.

. . .

Το πρωί, Παρασκευή και 13, με παίρνει τηλέφωνο από τη ρεσεψιόν, στις εφτά παρά τέταρτο.
Κατεβαίνω. Παίρνω καφέ. Κάθεται με κάτι άλλους, που περιμένουν το λεωφορείο για το αεροδρόμιο.
Κάποια στιγμή μένουμε μόνοι.
«Ξέρεις… σκέφτηκα να μην έρθω… σκέφτηκα αυτό που είπες χτες…».
«Ναι, με μια μικρή διόρθωση: Είμαι τζέντλεμαν, και δεν υπήρχε φυσικά περίπτωση να σε εκθέσω… Θα το ‘παιρνα πάνω μου, θα έλεγα ότι δεν ξύπνησα… Προετοίμασα και το έδαφος, χτες βράδυ…»
«Δηλαδή;»
«Φάγαμε με τον διευθυντή επιχειρήσεων, τον Valerio και τον Pascal…»
«Κατάλαβα… Πόσα μπουκάλια κρασί;»
«Τρία… Έπιασα να τους λέω ιστορίες, πώς με συνέλαβαν οι Μαροκινοί μόλις είχα έρθει, και ένας βλάχος Τεξανός στο Ελ Πάσο, δέκα χρόνια πριν… Και φρόντισα να κάνω εντελώς ξεκάθαρο το πόσο κουρασμένος ήμουν και πώς έκλειναν τα μάτια μου και ότι το προηγούμενο βράδυ την έβγαλα άυπνος στο αεροδρόμιο της Casablanca… Νομίζω θα φαινόταν τελείως φυσιολογικό, αν σήμερα με έπαιρνε ο ύπνος και έχανα την πτήση… Κι αν δεν ερχόσουν, δεν θα κατέβαινα…»

Τώρα μου το λες;
Ναι, τώρα…

«Ξέρεις… Μπορείς ακόμα να χάσεις την πτήση…»
«Ίσως. Αλλά ήρθες. Πάμε…»

Μπαίνουμε στο αμάξι της. Παίρνουμε και έναν Ονδουριανό, που έχει ξεμείνει.

«Και δεν μπορώ να διαβάσω και το blog σου… Είναι στα ελληνικά…»
«Ναι… Λυπάμαι…»
«Θα δοκιμάσω αυτά τα online προγράμματα μετάφρασης…»
«Μπα… Σε τέτοια κείμενα-»
«Ξέρω, everything is lost in translation…»
«Κάπως έτσι… Σου ‘χω πει ότι πριν έρθω εδώ έκανα μαθήματα λογοτεχνικής μετάφρασης;»
«Όχι.»
«ΟΚ… Ετοιμάσου, θα στο πω τώρα… Πριν έρθω εδώ, έκανα μαθήματα λογοτεχνικής μετάφρασης…»
«Wow!»
«Ναι»
Μένουμε σιωπηλοί για λίγο. «Καλά…», λέει…

«… νόμιζα ότι ήσουν επιστήμονας…»

«Ναι… Έχω ξεγελάσει πολλούς… είμαι μαθητευόμενος συγγραφέας…»
… και ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς τους τύπους… Βλέπουν τον κόσμο όλο σαν αφήγηση, θα κάνουν τα πάντα για να βγάλουν ιστορία… Είναι χειρότεροι και από τους δημοσιογράφους…
Κι εσύ, σε λίγο, θα τα χάσεις όλα, το χαμόγελο, την τσαχπινιά, τη γοητεία σου, και θα γίνεις ένα φασματικό ον σε μια άψυχη κόλλα χαρτί…
… ή, ακόμα χειρότερα, σε μια οθόνη

Φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Παρκάρουμε. Ο Ονδουριανός βγαίνει. Για λίγο, είμαστε πάλι μόνοι.
«Μπορείς ακόμα να την χάσεις την πτήση…»

DSCF3423_small

. . .

Δεν έχασα την πτήση μου. Είχε ομίχλη, καθυστερήσαμε να απογειωθούμε, αλλά έφυγα.
Στο αεροπλάνο, ήμουν μεταξύ ύπνου και μιας ομιχλώδους εγρήγορσης, κατά την οποία σκεφτόμουν τι θα της γράψω μόλις προσγειωθώ…

Πηγαίνοντας με τα πόδια, από το διάδρομο προσγείωσης στο φυλάκιο, τουλάχιστον τρία αυτοκίνητα σταμάτησαν και επέμεναν να με πάρουν…
Άντε να εξηγήσεις…

Πίσω στην έρημο…

. . .

Ανοίγω τον υπολογιστή.
Έχω μήνυμα…

«All I can hope for is that we get to meet again, some day…»

και είσαι η Jill, και είμαι ο Harmonica, Κάποτε στη Δύση, και μου λες maybe you come back, some day, κι εγώ στέκομαι στην πόρτα, κοιτάω έξω, κουνάω το κεφάλι, some day, λέω, και βγαίνω, για να μην γυρίσω ποτέ

Απαντάω… «Old man says, you cannot enter the same river twice…»

«… και ευτυχώς που φεύγεις… γιατί αλλιώς θα έπρεπε να κάνω αίτηση για θέση στο αρχηγείο, αφήνοντας πίσω μου την έρημο, τον μόνο λόγο για τον οποίο βρέθηκα εδώ κάτω… και, ξέρεις, ο διευθυντής χτες μου είπε οποιαδήποτε θέση στο αρχηγείο κι αν ζητήσεις, θα την έχεις· το ξέρω, απάντησα, γι’ αυτό δεν πρόκειται να κάνω αίτηση ποτέ…»

«Κι άμα σου την πέσει σκληρά ο άντρας της», μου λέει ο Smulik, ενώ πίνουμε μπύρες, το βράδυ των γενεθλίων μου, κάπου στη νότια Κίνα, «κατέβα στο Ισραήλ. Για κάποιο λόγο, οι Μαλαίσιοι δεν μπορούν να έρθουν στο Ισραήλ. Θα είσαι ασφαλής εκεί. Θα σε φιλοξενήσω.»

«Thanx mate… Think I can handle it, but I appreciate…»

Στο παρατηρητήριο… Φθινοπωρινό ηλιοβασίλεμα στην έρημο…

DSCF3425_small

Μία το βράδυ, μετά από μερικά Jameson, μόνος μου, και μερικά Jim Beam με τον Davor, πάω για πρώτη φορά στο δωμάτιο… Αύριο έχω meeting με τον διοικητή τού υποτομέα Oum Dreyga, με ζόρικα θέματα, νέα ύποπτα ναρκοπέδια, χωρίς σήμανση… Μου την έπεσαν ήδη, τις λίγες ώρες που ήμουν στο αρχηγείο, “το θέμα είναι λεπτό και σημαντικό, ποτέ πριν δεν έχουν ζητήσει τη συμμετοχή μας, έχε το νου σου… στηριζόμαστε πάνω σου…”
Τώρα, παιδιά, σωθήκατε…
Ευτυχώς, ο Yaser έχει ετοιμάσει τα πάντα…
Ο Yaser… Εγγύηση…
Δυο μήνες είχα να τον δω…

Μία η ώρα, στο δωμάτιο…
Έχω παρατήσει τις βαλίτσες μου στο γραφείο…
Πέφτω στο κρεβάτι, με τα ρούχα, και ξεραίνομαι…
Την ονειρεύομαι…

Δεν έχω φύγει… Έμεινα στο Laayoune… Είμαστε κάπου με κόσμο, σε πάρτυ ίσως…
Δεν ασχολείται μαζί μου… Μιλάει όλο με κάτι άλλους…
Τα παίρνω στο κρανίο…

* * *

Τρίτη και 13, Οκτώβριος, 2009… To Antonov με περιμένει… Laayoune… Και μετά Casablanca, Παρίσι…
Αθήνα…
Εμφανίζομαι με τζην και μαύρο t-shirt… Με κοιτάνε όλοι…
Κοντοστέκομαι. «What…»
«You look… different…»
«What different?»
«You look… great!»
Αρχίζω τις χειραψίες… Μπαίνω στο αυτοκίνητο…
Ακούω τον Moses, με την τσιριχτή φωνή και την τέλεια αγγλική προφορά…
«Hey… He looks like a rock star!»
Call me The Breeze, mate…

Στο δρόμο, ακούω στον ασύρματο τον Zsiga, από την αίθουσα υπηρεσίας… Καλεί τον αξιωματικό αεροδρομίου – ΑΤΟ-1, από το Air Terminal Officer…

«ATO-1 – ATO-1 – this is UN Oum Dreyga – message – over»
«UN Oum Dreyga – this is ATO-1 – send your message – over»
«ATO-1 – this is UN Oum Dreyga – if Christos is around, can you get him to the radio please? – over»
Στο αυτοκίνητο, πιάνω το μικρόφωνο.
«UN Oum Dreyga – this is Christos – SEND YOUR MESSAGE – over»

O Zsiga μου λέει κάτι περίπλοκο, κωδικοποιημένο… Κάτι για αεροδρόμια και φιλιά…
Γιατί η κουφάλα ο Ούγγρος ξέρει… Μόνο αυτός…
Ξέρει ότι θα με περιμένει στο αεροδρόμιο…

«UN Oum Dreyga – this is Christos – roger and wilco and whatever – OUT NOW FOR ONE MONTH!»

Φτάνουμε στο Antonov… Κατεβαίνω…
Είμαι άνεμος… Εντάξει, δεν είμαι ο άνεμος… Είμαι απλώς ο γιος του, που γυρίζει στην πατρίδα του, μετά από έξι μήνες στη Σαχάρα, και ό,τι φως τον είχε βρει εκεί

Οι Ουκρανοί με κοιτάνε. Χαμογελάνε…
«Christos…!»
«What…»
«… you look great!»

Ought to, guys…

Charmin’ lady ‘s waiting for me…

Don’t want to let her down…

Γράφοντας το κείμενο από το Yangshuo, αναρωτήθηκα μα καλά, πήγα στο San Francisco και δεν είδα την Chinatown;

Πραγματικά απόρησα…

Και μετά, σιγά σιγά, θυμήθηκα…

* * *

7 Ιανουαρίου 2000, Tucson, Arizona

Αγίου Ιωάννη…

Από τον τηλεφωνικό θάλαμο τού ξενοδοχείου -έχω την εικόνα τελείως ξεκάθαρη στο μυαλό μου- παίρνω ένα φίλο-αδερφό, στη Βόρεια Ελλάδα, που γιορτάζει…

Και πέφτω από τα σύννεφα…

Ο γιος του… γεννημένος τον περασμένο Νοέμβριο… το συκώτι του δεν λειτουργεί… μία χειρουργική επέμβαση ήδη άκαρπη…

“Λένε για μεταμόσχευση… το ψάχνουμε…”

Αλλά, για κάθε ενδεχόμενο, μου λέει, τον βαφτίσαμε…

Του ζητάω το τηλέφωνο της Θοδώρας, της νονάς του παιδιού, που είναι παιδίατρος… Παλιά φίλη… Την παίρνω επιτόπου… “Θοδώρα, λέγε μου…”

Η Θοδώρα μπαίνει στις ιατρικές λεπτομέρειες… “Θοδώρα, λέγε μου…”, ξαναλέω.

Και μου λέει…

“Κοίτα… υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα το παιδί να πεθάνει…”

Το σχέδιό μου, μετά την Tucson, ήταν να πάω στο Grand Canyon, πριν καταλήξω στο San Francisco, από όπου θα έπαιρνα το αεροπλάνο τής επιστροφής για Λονδίνο στις 15 Ιανουαρίου…

Τώρα, αφού έβρισα θεούς και δαίμονες, αφού διαολόστειλα και τον εαυτό μου που δεν ήταν εκεί που έπρεπε να είναι, και αφού όλα τα εναλλακτικά σχέδια που σκέφτηκα αποδείχτηκαν μη πρακτικά, το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να πάω στο San Fransisco και να περιμένω να περάσουν οι μέρες να φύγω…

Και αυτό έκανα…

Δεν νομίζω ότι, όσο ήμουν στην πόλη, θυμήθηκα ότι υπάρχει Chinatown…

Τον Μάρτιο ανέβηκαν στις Βρυξέλλες, για μεταμόσχευση ήπατος, με την τεχνική τού ζωντανού δότη: θα έκοβαν ένα κομμάτι από τη μητέρα και θα το έβαζαν στο παιδί…

Κατεβαίνω από την Αγγλία… εκτός από τους τρεις τους, -το Γιάννη, τη Σωτηρία και τον μικρό Γιώργο- είμαστε εκεί οι δυο μανάδες και εγώ…

Η επέμβαση είναι για Τετάρτη… έχω κανονίσει τα εισιτήριά μου να πάω Κυριακή και να φύγω Πέμπτη απόγευμα…

Έβαλαν τη μητέρα στο χειρουργείο Τετάρτη πρωί πρωί… Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε, επιτυχώς, στις 11 το βράδυ…

Θυμάμαι την κυρα-Μαρία και την κυρα-Σοφία, να πέφτουν να φιλήσουν τα χέρια τού γιατρού…

Όταν είδαμε τον μικρό, το ίδιο εκείνο βράδυ, διασωληνωμένο, είχε ήδη αρχίσει να ξεκιτρινίζει…

Η μητέρα της Σωτηρίας, βλέποντας την κόρη της ναρκωμένη και διασωληνωμένη, καταρρέει…

Αναλαμβάνω εγώ – ο Γιάννης έχει να κοιτάξει τη γυναίκα του…

Το βράδυ εκείνο, αφού βάλαμε τις μανάδες για ύπνο, κάτσαμε και ήπιαμε οι δυο μας… Και ήταν από τις πιο εύγευστες μπύρες που έχω πιει ποτέ…

Την επόμενη μέρα είναι να φύγω.

Αλλά η κατάσταση, από πρακτικής άποψης, είναι ζόρικη… Γιος στην εντατική, γυναίκα στην εντατική, τρελαμένη πεθερά… Ο Γιάννης δέκα κομμάτια…

Κι εγώ έχω κανονίσει να φύγω…

Με πάει μέχρι έξω…

Μεταξύ φίλων, ευχαριστίες δεν χωράνε… όχι δεν χρειάζονται, δεν χωράνε, ακούγονται παράταιρες, φάλτσες…

Και, εκείνη την ώρα, ορθώς, δεν υπάρχουν…

Ένα πράγμα μόνο μου είπε… το μοναδικό πράγμα που πραγματικά έπρεπε να μου πει – και μου το ‘πε:

“Ρε συ… τώρα που ζόρισαν τα πράγματα φεύγεις…”

Ναι… έχει πολλούς μαλάκες η Ελλάδα… είχαμε όλοι συντονίσει στην Τετάρτη, και κανείς μας δεν σκέφτηκε την Πέμπτη

Φεύγοντας, αισθάνθηκα τόσο ελαφρύς, που, είμαι σίγουρος, αν γύριζα να κοιτάξω, θα έβλεπα ότι δεν είχα αφήσει ίχνη πάνω στο χιόνι…

Και κατάλαβα πόσο τυχερός ήμουνα…

* * *

Καλοκαίρι 2007, Καζίνο Λουτρακίου.

Ο Γιώργος, ολόκληρο παιδί πλέον, και υγιέστατο, κολυμπάει στην πισίνα. Έχουν κατέβει οικογενειακώς από τη Δράμα, τους φιλοξενώ… Ενδιαμέσως, τους βάφτισα το δεύτερο παιδί, τη Σοφούλα…

Ο Γιώργος, εκτός από ολόκληρο παιδί, είναι και αρκετά ζωηρός… Ο ναυαγοσώστης τού κάνει νόημα… “Φίλε μου… εσύ… ναι, εσύ… για έλα λίγο σε παρακαλώ…”

Πίσω από τον εύσωμο Γιώργο, πλησιάζει και ο τσιλιβήθρας ο ανηψιός μου, ο Τάσσος…

“Κοίτα φίλε μου”, αρχίζει ο ναυαγοσώστης, “ό,τι κανόνας υπάρχει, τον έχεις παραβεί…!”

Λίγο πίσω, διπλώνομαι από τα γέλια…

Ο ναυαγοσώστης -ένα ωραίο, ευγενικό παλληκαράκι- συνεχίζει – έχεις κάνει αυτό, έχεις κάνει εκείνο, έχεις κάνει το άλλο, “ό,τι απαγορεύεται το έχεις κάνει – θα σε παρακαλέσω πολύ” κλπ κλπ.

Ο Γιώργος και ο Τάσσος τον ακούν αμίλητοι, σχεδόν προσοχή, μέσα στο νερό…

Όταν ο ναυαγοσώστης τελειώνει και φεύγει, ο Γιώργος γυρίζει στον ανηψιό μου. Ξέρει ότι ο αδερφός μου είναι στέλεχος στο καζίνο.

“Τάσσο”, λέει, “αυτός ο ναυαγοσώστης δεν είναι καλός… Να πεις στον μπαμπά σου να τον διώξει.”

“Ναι”, λέει ο σπόρος ο δικός μου, “κι εμένα μου τη σπάει!”…

* * *

Μια μέρα, θα πάρω τον ανηψιό μου, και θα πάμε να δούμε μαζί το Grand Canyon…

Και ίσως, επι τη ευκαιρία, του πω και μια ιστορία, για ένα φίλο μου, που κάποτε στάθηκε απέναντί μου, και αντί να μου πει μαλακίες, μου είπε το μοναδικό πράγμα που έπρεπε να μου πει:

“Φίλε… όταν ζορίζουν τα πράγματα φεύγεις…”

(Τράνζιτ στο αεροδρόμιο της Καζαμπλάνκα, επιστρέφοντας στη Δυτική Σαχάρα)

Του Χρόνου τα Σκυλιά

5 Νοεμβρίου , 2009

Για τον Walt Whitman, προνομιακό μου συνταξιδιώτη, και για όλους εκείνους που ίσως βρουν τους εαυτούς τους εδώ μέσα…

… και για του χρόνου τα σκυλιά, που όλους θα μας νικήσουν…

Σαράντα χρονών σήμερα…

Υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρόποι να γυρίσεις από το Reykjavik στο Cambridge τής Αγγλίας. Ο πρώτος τρόπος δεν παρουσιάζει τίποτα το ιδιαίτερο. Ελάχιστα πιο ενδιαφέρων είναι ο δεύτερος: Παίρνεις λεωφορείο για το Seydisfjordur, στην άλλη πλευρά του νησιού (δυο μέρες, με υποχρεωτική διανυκτέρευση στο Akureyri)· κοιμάσαι το βράδυ στο καταπληκτικό hostel και την άλλη μέρα παίρνεις το πλοίο. Αν είσαι τυχερός -όπως εγώ- θα είναι Σεπτέμβριος, θα είναι το τελευταίο πλοίο πριν κλείσει η γραμμή για το χειμώνα, και όλη η πόλη θα έχει κατεβεί στο λιμάνι για να χαιρετήσει· αν είσαι ακόμα πιο τυχερός -όπως εγώ-, ήδη μετά το Akureyri θα έχεις γίνει μια ωραία παρέα με έναν Γερμανό και έναν Αγγλοπορτογάλο που έκαναν το γύρο της Ισλανδίας με ποδήλατα και μια Γερμανίδα που δούλευε σε φάρμα με άλογα· και αν είσαι πολύ τυχερός -όπως εγώ-, η Βόρεια Θάλασσα θα είναι λάδι, θα δειπνήσετε στο κατάστρωμα με κεριά και κάποιος θα έχει τη φαεινή ιδέα να γράψετε μηνύματα σε χαρτί και, μαζί με τις διευθύνσεις σας, να τα βάλετε στα άδεια μπουκάλια τού κρασιού που μόλις ήπιατε και να τα ρίξετε στη θάλασσα… Πίνεις έναν καφέ στα νησιά Faroe, δεν κατεβαίνεις στο Bergen της Νορβηγίας γιατί είναι νύχτα και κοιμάσαι, και αποβιβάζεσαι τελικά στο Holstrom της βορειοδυτικής Δανίας· παίρνεις τραίνο για το Βερολίνο, περνάς ένα καταπληκτικό σαββατοκύριακο, άλλο τραίνo για το Άμστερνταμ και μετά easyjet για το Luton· από κει, το Cambridge απέχει μόλις μια ώρα με το τοπικό λεωφορείο…

Διασχίζω οδηγώντας την Ιταλία, από το Lecce ως τη Bologna… τα Βαλκάνια, από την Πάτρα μέχρι τη Βιέννη και πίσω… τη μισή Αυστραλία, από την Αδελαΐδα στο Alice Springs…
Πηγαίνοντας από την Tucson της Arizona στο San Fransisco, δεν θυμάμαι αν άλλαξα λεωφορείο στο L.A…

Με το σκοτάδι να έχει πέσει στο Stonehenge, θα διακρίνω τη σκιά ενός αρχαίου αστρονόμου να περπατάει ανάμεσα στους ογκόλιθους…
Δεν θα τσιμπήσω στις διαβεβαιώσεις του νυχτοφύλακα ότι ήταν απλώς ένας συνάδελφός του…

Ιδρώνω στη Σεβίλλη… τρώω βροχή στην Κορνουάλλη…

Φτάνοντας στη Βενετία από το Salzburg, μετά από εφτά συνεχόμενους μήνες στην Αγγλία, θα μυρίσω τη Μεσόγειο και θα τρελαθώ… Θα παρατήσω τα σχέδια για Ρώμη – Φλωρεντία, θα μείνω δυο μέρες και μετά θα πάρω το τραίνο για την Ancona… Από κει πλοίο για την Πάτρα, όπου θα με περιμένει μια φίλη και θα με πετάξει με το αμάξι της μέχρι την Κόρινθο…

Σ’ ένα χωριό, κοντά στο Barranca del Cobre του Μεξικού, θα βιντεοσκοπήσω μια μελαχρινή ομορφιά από τη Σρι Λάνκα να τραγουδάει με πάθος Nina Simone…

Φορώντας το αυστραλέζικο καπέλο μου, θα γίνω αξιοθέατο στην Απαγορευμένη Πόλη… Κινεζάκια από την επαρχία ζητούν να φωτογραφηθούν μαζί μου… Αργότερα -ακόμα στην εποχή τού φιλμ-, όταν εμφανίσω τις δικές μου φωτογραφίες, θα διακρίνω στην άκρη μιας από αυτές έναν ντόπιο, να με κοιτάει με έκφραση Τούρκου μετανάστη που αντικρίζει για πρώτη φορά το Άγαλμα της Ελευθερίας…

Στο σταθμό των λεωφορείων τού Baton Rouge, ένας μαύρος συνταξιούχος ελεγκτής αεράμυνας της USAF, μου διηγείται τη μία και μοναδική φορά που είδε UFO στην οθόνη τού ραντάρ του…

Πίνω στο λιμάνι τού Mindelo, απέναντι από μια ελληνική σημαία, με έναν Νορβηγό καπετάνιο… Μου λέει ιστορίες, για τις δυο γυναίκες του, τις πέντε κόρες του, τον Ελληνογάλλο γαμπρό του, τα χρόνια που έκανε στην Ιρλανδία… Έπειτα βγαίνω έξω και γιορτάζω με τους ντόπιους την επέτειο της ανεξαρτησίας τού Cabo Verde, ενώ μια φίλη μου παντρεύεται στο Αίγιο (και μάταια προσπαθώ να επικοινωνήσω…)

Χαλάζι στο Εδιμβούργο… Αμμοθύελλες στο Oum Dreyga…

Σάββατο βράδυ, ενώ πίνω ήσυχα την μπύρα μου σε ένα λαϊβάδικο του Reykjavik, θα με πλησιάσει μια γυναίκα και θα μου μιλήσει ισλανδικά. Έπειτα θα μου πάρει τη μπύρα, θα την ακουμπήσει στη μπάρα και θα με σύρει, σχεδόν δια της βίας, στην πίστα να χορέψουμε…

Στη χριστουγεννιάτικη Νέα Ορλεάνη, με δυο κιθάρες στην παρέα, θα προσπαθήσω να τους πείσω να στηθούμε σε μια γωνιά και να παίξουμε τα δικά μας – Μάλαμα, Σαββόπουλο, Πορτοκάλογλου – όπως κάνουν όλοι. Ποιος μας είδε, ποιος μας ξέρει, τι είχαμε τι χάσαμε…
Η πρότασή μου απορρίπτεται με συνοπτικές διαδικασίες..

Τρώω τον δυνατότερο αέρα της ζωής μου στους καταρράκτες τού Gulfoss… Στα απέραντα λιβάδια των Shetland, βρίσκω ένα μικρό, φιλόξενο υπόστεγο και ανάβω την πίπα μου, περιμένοντας να σταματήσει το ψιλόβροχο…

Με συλλαμβάνουν: Μαροκινοί στρατιώτες (είχα μπει σε απαγορευμένη περιοχή), βλάχοι Τεξανοί συνοροφύλακες (μου βρήκαν έναν κάλυκα από καραμπίνα, γυρίζοντας από το Μεξικό)…

Στο λιμάνι των Χανίων, με το σάκο μου στο ένα χέρι και το χαρτοφύλακα στο άλλο, πηδάω πάνω στο πλοίο ενώ ο καταπέλτης έχει ήδη αρχίσει να ανεβαίνει (“Αααααα…”).
Το ταξίδι ήταν επαγγελματικό.

Χριστούγεννα στο Reykjavik… πρωτοχρονιά στην παραλία τού Byron Bay, στο Queensland… Στο σταθμό λεωφορείων τού Houston, πακετάρω την κιθάρα μου και τη στέλνω στον εαυτό μου, στο San Francisco…

Στρίβοντας δεξιά με το αμάξι μου, κάπου στο κέντρο τού Ζάγκρεμπ, έρχομαι αντιμέτωπος με ένα τραμ… Σταματάμε και οι δύο, δημιουργείται μια αναστάτωση, μια φωνή μού λέει τώρα τη γάμησες… Ο τροχονόμος πλησιάζει και, με ύφος δεν-συμβαίνει-τίποτα, με βοηθάει να κάνω όπισθεν και να φύγω προς την αντίθετη κατεύθυνση…
Λίγο αργότερα, συνειδητοποιώ ότι δεν επιτρέπονται αυτοκίνητα στο κέντρο τού Ζάγκρεμπ…

Στο Alamo θα διαβάσω: “Ακόμα και οι Θερμοπύλες είχαν τον προδότη τους· το Alamo δεν είχε κανέναν”.

Κάθομαι και χαζεύω: θαλάσσιους λέοντες να λιάζονται στον κόλπο τού San Francisco… παππούδια να παίζουν χαρτιά σε ένα καφενείο στο Fuerteventura… πιτσιρίκια να κάνουν ποδήλατο πάνω στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης, στα θερινά ανάκτορα του Κινέζου Αυτοκράτορα…

Σε ένα τζαζ κλαμπ στο άλλο Cambridge, έξω από τη Βοστώνη, ένας ψηλός μαύρος με φόρμα γυμναστικής, που μέχρι τότε έπινε δίπλα μου στο μπαρ, θα ανέβει στη σκηνή και θα δώσει ρεσιτάλ, τραγουδώντας σαν τον Marvin Gaye…

Στα εκδοτήρια εισιτηρίων τού σιδηροδρομικού σταθμού τής Μαδρίτης, με ένα βιβλιαράκι ελληνοϊσπανικών διαλόγων, ξελασπώνω έναν Αμερικανό που βρέθηκε πίσω μου και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι “nobody in this country speaks english”…

Μου τη φέρνουν στη Βουδαπέστη… με κλέβουν στην Κωνσταντινούπολη… μου σπάνε το αμάξι στο Παρίσι… διαρρηγνύουν το διαμέρισμά μου στο Aix en Provence, ενώ είμαι μέσα και κοιμάμαι…

Δεν θα δω το Central Park· θα με πιάσει καταρρακτώδης βροχή και θα μπω στο πρώτο εστιατόριο που θα βρω μπροστά μου για να προφυλαχτώ και να φάω… ο ιδιοκτήτης είναι από τα μέρη του πατέρα μου, από την Κυπαρισσία, και δεν θα με αφήσει να πληρώσω…

Η Κινέζα ξεναγός μου στην Απαγορευμένη Πόλη, θα αποφανθεί ότι είμαι και γαμώ τους τύπους, “επειδή, παρόλο που είσαι Βρετανός, δεν μοιάζεις με Βρετανό… μοιάζεις με Αμερικάνο”… (“Sinennoisi bouzouki”, απαντάω).

Δεκέμβριος στο Montreal, μείον τριανταπέντε βαθμοί… δεκαπέντε μέρες μετά, χωρίς να πετάξω, οδηγώ στην Arizona, απόγευμα, με κοντομάνικο και ανοιχτό παράθυρο…

Με το σάκο μου για μαξιλάρι, κοιμάμαι σε ένα παγκάκι, στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, περιμένοντας το αεροπλάνο για το Λονδίνο, έχοντας μόλις γυρίσει από το Μαρόκο και έχοντας απορρίψει μια πρόταση να συνεχίσω για τη Λισσαβώνα… Είχα περάσει ένα μαγικό σαββατοκύριακο στη Λισσαβώνα, τρία χρόνια πριν, και φοβόμουν να ξαναπάω…
Ξαναπήγα, οχτώ χρόνια μετά, και την ξαναβρήκα ξαναεκμαυλιστική και ξαναϋπέροχη…

Στο πανεπιστήμιο τής Haifa, συναντάω έναν Εβραίο καθηγητή στατιστικής, γεννημένο στην Αυστραλία, που υποστήριζε ότι τα μοναδικά χρήσιμα πράγματα στη ζωή του τα έμαθε παρακολουθώντας το Star Trek…

Κολλάω αμάξια στην άμμο: στον Κόλπο τού Μεξικού, στο δρόμο για το Ksar Ghilane, στη γαμημένη περιοχή 18 τού υποτομέα Al Baggary…

Περιπλάνηση στην Ιερουσαλήμ, Τείχος των Δακρύων, Γολγοθάς, Άγιος Τάφος, και τη νύχτα όνειρα με σταυρούς, πόντιους πιλάτους και μυστικούς δείπνους… Την επομένη τού θανάτου τού Michael Jackson, στην Praia, ένας ντόπιος θα μου πει “αισθάνθηκα ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό μου”…

Δεν θα φτάσω στο Memphis τού Tennessee… Καθ’ οδόν, στο αρχαίο μονοπάτι των Nachez, στο Mississippi, με τον original Όλεθρο – τον Δόκτορα Όλεθρο –, τον Όλεθρο, του οποίου το όνομα τόσο αψήφιστα και επιπόλαια καταχράστηκα, θα ακούσουμε στο ραδιόφωνο ότι οι ZZ Top και οι Lynyrd Skynyrd παίζουν μαζί στο Lafayette της Louisiana, και θα κάνουμε μεταβολή… Στη συναυλία θα δω τύπους με μούσια και κασκέτα τού στρατού τής Συνομοσπονδίας, οι οποίοι, είμαι σίγουρος, είχαν κατέβει παράνομα από τα βουνά, όπου κρύβονταν πάππου προς πάππο, χωρίς να τους έχει πει κανείς ότι ο εμφύλιος τελείωσε, ο Νότος έχασε, ο Στρατηγός Lee παραδόθηκε…

Ιδρώνω στη Λευκωσία… Παγώνω στη Merzouga…

Στην ελληνική ταβέρνα τού Coober Peddy, ένας Καναδοεβραίος μου διηγείται πώς γνώρισε τον William Gibson (“Οργανώσαμε μια ημερίδα στο Vancouver, με θέμα Αρχιτεκτονική και Μεταμοντερνισμός, και τον καλέσαμε να μιλήσει… Φοβερά έξυπνος τύπος, η ομιλία του, επιφανειακά, ήταν εντελώς άσχετη, κι όμως, ταυτόχρονα, κατά κάποιο τρόπο, ήταν στην καρδιά τού θέματος… Βγήκαμε το βράδυ για δείπνο, αλλά στο τραπέζι ήταν σιωπηλός… Μίλαγε μόνο η γυναίκα του…”).

Στο τοπικό ανταλλακτήριο συναλλάγματος, στο Nekotino της FYROM, μια γυναίκα θα πάρει τις δραχμές μου και θα μου δώσει γερμανικά μάρκα, χωρίς να έχει ιδέα για την ισοτιμία, βασιζόμενη μόνο στο λόγο μου…

Οι λόφοι τής Τοσκάνης… η απεραντοσύνη τής κεντρικής Αυστραλίας…
Η Λισσαβώνα…

Χριστούγεννα στη Μελβούρνη… Millennium σε ένα diner στον αυτοκινητόδρομο, έξω από τη Νέα Ορλεάνη – οι γκαρσόνες, ο σερίφης υπηρεσίας, πυροτεχνήματα…

Λιώνω τα πόδια μου στο περπάτημα, στη Ρώμη, στην Κωνσταντινούπολη, στο Fogo τού Cabo Verde…

Ενώ τρώω στο Yangshuo, δυο πιτσιρικάδες μου προσφέρουν τσιγάρο και ζητούν να καθήσουν, γυρεύοντας κουβέντα για να εξασκήσουν τα αγγλικά τους. Πριν φύγουν, μου γράφουν σε ένα χαρτί ένα ποίημα τού Li Ho…

Στο Akureyri, μια ανάσα από τον Αρκτικό Κύκλο, μια ντόπια γυναίκα θα με κοιτάξει με περιφρόνηση, κουνώντας το κεφάλι της με αποδοκιμασία: “Typical Greek male… He doesn’t cook!”

Ξημερώματα έξω από το Alice Springs, πηγαίνοντας να πετάξω με αερόστατο, συναντάω τυχαία ένα νιόπαντρο ζευγάρι από την Αθήνα. “Θέλαμε πάντα να έρθουμε… οπότε, επί τη ευκαιρία, είπαμε δεν παντρευόμαστε, να το κάνουμε γαμήλιο ταξίδι;
Έχει αεράκι και η πτήση θα ακυρωθεί. Χαιρετιόμαστε. Τους βλέπω αργότερα με ποδήλατα…
Απογευματάκι, τους συναντάω για τρίτη φορά -το μέρος είναι μικρό- σε ένα εστιατόριο. Κάθομαι μαζί τους. Χτυπάει το κινητό τής κοπέλας.
Ο πατέρας της.
“Έλα μπαμπά… ναι… ναι… περνάμε απίθανα…
… πίνουμε μπύρες και κάνουμε ποδήλατο στην έρημο…”

Στο αεροδρόμιο του Laayoune, περιμένοντας το ελικόπτερο για το φυλάκιο όπου με έχουν μόλις τοποθετήσει, συναντάω για πρώτη φορά άνθρωπο από τη Μογγολία, έναν ευγενικό, χαμογελαστό τριαντάρη, λοχαγό των αλεξιπτωτιστών. Αρχίζω να τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις για τη χώρα, για τη στέπα, για τους κατοίκους της…
Από κάποια στιγμή και μετά, βλέπω ότι κομπιάζει, ότι δεν αισθάνεται άνετα. Το αποδίδω στα όχι και τόσο καλά αγγλικά του.
Αλλά κάνω λάθος…
“Δεν έχω δει ποτέ την ύπαιθρο της Μογγολίας”, μου λέει τελικά. “Έχω περάσει όλη τη ζωή μου στο Ulan Bator, βγήκα από την πόλη μόνο για να έρθω εδώ…”
Λίγο μετά, με φωνάζουν για επιβίβαση…

Στο σταθμό τού El Paso, κατά την πολύωρη αναμονή για τα λεωφορεία που θα πήγαιναν εμένα στο Alamogordo και εκείνη πίσω στο Σικάγο, την ξεναγώ, ένα εικοσάχρονο ξανθό αγγελούδι, στην άλλη πλευρά των συνόρων, στο Juarez, όπου μπορείς να πιεις χωρίς να έχεις κλείσει τα 21. Τώρα πια δεν θυμάμαι το πρόσωπο, ούτε το όνομά της… Θυμάμαι μόνο τα λόγια της: “Δεν θα μείνω έτσι… Θα σπουδάσω, θα πάω στο κολλέγιο… Έχω λεφτά… Έχω μαζέψει τρεις χιλιάδες δολλάρια, ξεφορτώνοντας φορτηγά από τα δεκάξι μου…”

Οδηγώντας στα χιονισμένα περίχωρα του Maribor, νύχτα, ερημιά, ψάχνοντας το δρόμο για να μπούμε στην πόλη, ένα αυτοκίνητο μας προσπερνάει και σταματάει μπροστά μας. Μια μεσήλικη γυναίκα, μοναδική επιβαίνουσα, βγαίνει, έρχεται στο παράθυρό μου και μας μιλάει στην αρχή γερμανικά, και μετά σπασμένα αγγλικά: “Χαθήκατε; Χρειάζεστε βοήθεια;”

Στην αερολέσχη του Cambridge πάω να πετάξω με ένα από τα τρία διπλάνα Tiger Moth, εκπαιδευτικά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την ενημέρωση, ο κυβερνήτης μου δείχνει κάποιους χειρισμούς απαραίτητους για την προσγείωση, που μπορούν να γίνουν μόνο από την πίσω θέση.
Μετά την απογείωση, ένα στιγμιαίο κενό αέρος θα φέρει το στομάχι μου λίγο πάνω από το κεφάλι… Όταν ο κυβερνήτης με ρωτήσει “πάμε για ένα loop;”, μια φωνή στα ακουστικά του θα του ανακοινώσει ότι δεν είναι και τόσο καλή ιδέα…
Παίρνω το πηδάλιο, κάνω δυο στροφές 360 μοιρών, διατηρώντας το ύψος μου… Και μετά ευθεία οριζοντία…
Πηγαίνοντας για προσγείωση, με ρωτάει αν είμαι έτοιμος για τους χειρισμούς…
… και η ενδοεπικοινωνία παθαίνει βλάβη… τον ακούω, αλλά δεν με ακούει…
“ΟΚ”, λέει, “αν με ακούς, χτύπα με το δεξί σου χέρι τρεις φορές την άτρακτο…”
Και εκεί, στον αέρα πάνω από το Cambridge, σε ένα διπλάνο cabrio, ανασηκώνομαι όσο μου επιτρέπουν οι ζώνες, τεντώνομαι προς τα εμπρός, και χτυπάω την άτρακτο τρεις φορές, δυνατά, με το δεξί μου χέρι…

Καπνίζω ναργιλέ σε ένα λιβανέζικο εστιατόριο στο Montreal, με έναν χριστιανό από το Λίβανο, βετεράνο του εμφυλίου, που μου λέει ότι δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, ότι θεωρείται εγκληματίας πολέμου.
Θυμάμαι ότι η φωνή του έσταζε μίσος…
Δέκα χρόνια μετά, σε ένα φυλάκιο των Ηνωμένων Εθνών στη Δυτική Σαχάρα, θα συναντήσω έναν άλλο βετεράνο ενός άλλου εμφυλίου, έναν ευγενικό άντρα με καθαρή ματιά, που δεν ήθελε να μιλάει για το παρελθόν, και έδινε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να ξεχάσει…
Ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ…

* * *

Σε ένα από τα πρώτα μου ταξίδια, με έναν φίλο, κάπου στην Galicia (ή μήπως ήταν στην Vojvodina; δε θυμάμαι πια…), και ενώ προσπαθούμε να αποφασίσουμε ποιο δρόμο πρέπει να πάρουμε, μου έρχονται στο μυαλό κάτι στίχοι τού Allen Ginsberg, από το ποίημα Ένα σουπερμάρκετ στην Καλιφόρνια. Παραθέτω από μνήμης:

Για πού το βάλαμε, Walt Whitman;
Οι πόρτες κλείνουν σε μια ώρα
Κατά πού δείχνει η γενειάδα σου απόψε;

Τον κοιτάω. “Για πού το βάλαμε, Walt Whitman;”
Τότε δεν το ξέρουμε ακόμα, αλλά έχουμε μέλλον…
Δέκα χρόνια μετά, έχοντας πλέον περπατήσει μαζί τις μισές μεγαλουπόλεις τής Ευρώπης – Πόρτο, Λισσαβώνα, Μαδρίτη, Σκόπια, Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Βιέννη, Ζάγκρεμπ, Κωνσταντινούπολη, Μπέλφαστ, Δουβλίνο, Γλασκώβη, Εδιμβούργο, Παρίσι, Βενετία, Φλωρεντία – και πίνοντας ουίσκι και Campari-Sprite μπροστά από το Κολοσσαίο, έχοντας μόλις τελειώσει με τη Ρώμη, τρεις τα ξημερώματα, θα συμφωνήσουμε ότι δέκα χρόνια είναι αρκετά, ότι τέλος με τις πόλεις, ότι αν συνεχίσουμε έτσι θα γίνουμε γραφικοί…
Θα αρχίσουμε να κάνουμε άλλα σχέδια…

* * *

Ονειρεύομαι τη Μογγολία, την παγωμένη ακινησία γύρω από τη λίμνη Βαϊκάλη… Ονειρεύομαι την Ιαπωνία – σταγόνες πρωινής δροσιάς πάνω στα χρυσάνθεμα, νοήμονα τραίνα γλιστρούν αθόρυβα στις σιδηροτροχιές τους με 350 χιλιόμετρα την ώρα…

Μερικές φορές, ονειρεύομαι την Αθήνα…

* * *

Παρασκευή βράδυ, σε μια ιρλανδική pub στις Βρυξέλλες, παρέα με έναν Πορτογάλο ιπτάμενο και δυο Αμερικανούς πεζοναύτες, θα την πέσουμε στις τέσσερις Σουηδέζες που κάθονται δίπλα μας. Η μία από αυτές θα αποδειχθεί μισή Ελληνίδα – Έλληνας πατέρας, άψογα ελληνικά…
Ήταν με διαφορά η πιο όμορφη…
Την επόμενη μέρα θα χάσω το αεροπλάνο. Και είναι Μεγάλο Σάββατο… Ανάσταση στην Grand Place των Βρυξελλών, με Το Ψηλό Παράθυρο του Raymond Chandler παραμάσχαλα…
Όταν θα καταφέρω τελικά να προσγειωθώ στο Ελληνικό, απόγευμα Κυριακής τού Πάσχα, θα πάρω τηλέφωνο σπίτι… “Έλα μάνα… ναι, κοίτα… έγινε ένα μπέρδεμα και… προσγειώθηκα στη Λιβύη…!”
Και, να με πάρει ο διάολος να με πάρει, για τέσσερα-πέντε γαμημένα δευτερόλεπτα με πιστεύει

(Φωτογραφίες εδώ)