Του Χρόνου τα Σκυλιά

5 Νοεμβρίου , 2009

Για τον Walt Whitman, προνομιακό μου συνταξιδιώτη, και για όλους εκείνους που ίσως βρουν τους εαυτούς τους εδώ μέσα…

… και για του χρόνου τα σκυλιά, που όλους θα μας νικήσουν…

Σαράντα χρονών σήμερα…

Υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρόποι να γυρίσεις από το Reykjavik στο Cambridge τής Αγγλίας. Ο πρώτος τρόπος δεν παρουσιάζει τίποτα το ιδιαίτερο. Ελάχιστα πιο ενδιαφέρων είναι ο δεύτερος: Παίρνεις λεωφορείο για το Seydisfjordur, στην άλλη πλευρά του νησιού (δυο μέρες, με υποχρεωτική διανυκτέρευση στο Akureyri)· κοιμάσαι το βράδυ στο καταπληκτικό hostel και την άλλη μέρα παίρνεις το πλοίο. Αν είσαι τυχερός -όπως εγώ- θα είναι Σεπτέμβριος, θα είναι το τελευταίο πλοίο πριν κλείσει η γραμμή για το χειμώνα, και όλη η πόλη θα έχει κατεβεί στο λιμάνι για να χαιρετήσει· αν είσαι ακόμα πιο τυχερός -όπως εγώ-, ήδη μετά το Akureyri θα έχεις γίνει μια ωραία παρέα με έναν Γερμανό και έναν Αγγλοπορτογάλο που έκαναν το γύρο της Ισλανδίας με ποδήλατα και μια Γερμανίδα που δούλευε σε φάρμα με άλογα· και αν είσαι πολύ τυχερός -όπως εγώ-, η Βόρεια Θάλασσα θα είναι λάδι, θα δειπνήσετε στο κατάστρωμα με κεριά και κάποιος θα έχει τη φαεινή ιδέα να γράψετε μηνύματα σε χαρτί και, μαζί με τις διευθύνσεις σας, να τα βάλετε στα άδεια μπουκάλια τού κρασιού που μόλις ήπιατε και να τα ρίξετε στη θάλασσα… Πίνεις έναν καφέ στα νησιά Faroe, δεν κατεβαίνεις στο Bergen της Νορβηγίας γιατί είναι νύχτα και κοιμάσαι, και αποβιβάζεσαι τελικά στο Holstrom της βορειοδυτικής Δανίας· παίρνεις τραίνο για το Βερολίνο, περνάς ένα καταπληκτικό σαββατοκύριακο, άλλο τραίνo για το Άμστερνταμ και μετά easyjet για το Luton· από κει, το Cambridge απέχει μόλις μια ώρα με το τοπικό λεωφορείο…

Διασχίζω οδηγώντας την Ιταλία, από το Lecce ως τη Bologna… τα Βαλκάνια, από την Πάτρα μέχρι τη Βιέννη και πίσω… τη μισή Αυστραλία, από την Αδελαΐδα στο Alice Springs…
Πηγαίνοντας από την Tucson της Arizona στο San Fransisco, δεν θυμάμαι αν άλλαξα λεωφορείο στο L.A…

Με το σκοτάδι να έχει πέσει στο Stonehenge, θα διακρίνω τη σκιά ενός αρχαίου αστρονόμου να περπατάει ανάμεσα στους ογκόλιθους…
Δεν θα τσιμπήσω στις διαβεβαιώσεις του νυχτοφύλακα ότι ήταν απλώς ένας συνάδελφός του…

Ιδρώνω στη Σεβίλλη… τρώω βροχή στην Κορνουάλλη…

Φτάνοντας στη Βενετία από το Salzburg, μετά από εφτά συνεχόμενους μήνες στην Αγγλία, θα μυρίσω τη Μεσόγειο και θα τρελαθώ… Θα παρατήσω τα σχέδια για Ρώμη – Φλωρεντία, θα μείνω δυο μέρες και μετά θα πάρω το τραίνο για την Ancona… Από κει πλοίο για την Πάτρα, όπου θα με περιμένει μια φίλη και θα με πετάξει με το αμάξι της μέχρι την Κόρινθο…

Σ’ ένα χωριό, κοντά στο Barranca del Cobre του Μεξικού, θα βιντεοσκοπήσω μια μελαχρινή ομορφιά από τη Σρι Λάνκα να τραγουδάει με πάθος Nina Simone…

Φορώντας το αυστραλέζικο καπέλο μου, θα γίνω αξιοθέατο στην Απαγορευμένη Πόλη… Κινεζάκια από την επαρχία ζητούν να φωτογραφηθούν μαζί μου… Αργότερα -ακόμα στην εποχή τού φιλμ-, όταν εμφανίσω τις δικές μου φωτογραφίες, θα διακρίνω στην άκρη μιας από αυτές έναν ντόπιο, να με κοιτάει με έκφραση Τούρκου μετανάστη που αντικρίζει για πρώτη φορά το Άγαλμα της Ελευθερίας…

Στο σταθμό των λεωφορείων τού Baton Rouge, ένας μαύρος συνταξιούχος ελεγκτής αεράμυνας της USAF, μου διηγείται τη μία και μοναδική φορά που είδε UFO στην οθόνη τού ραντάρ του…

Πίνω στο λιμάνι τού Mindelo, απέναντι από μια ελληνική σημαία, με έναν Νορβηγό καπετάνιο… Μου λέει ιστορίες, για τις δυο γυναίκες του, τις πέντε κόρες του, τον Ελληνογάλλο γαμπρό του, τα χρόνια που έκανε στην Ιρλανδία… Έπειτα βγαίνω έξω και γιορτάζω με τους ντόπιους την επέτειο της ανεξαρτησίας τού Cabo Verde, ενώ μια φίλη μου παντρεύεται στο Αίγιο (και μάταια προσπαθώ να επικοινωνήσω…)

Χαλάζι στο Εδιμβούργο… Αμμοθύελλες στο Oum Dreyga…

Σάββατο βράδυ, ενώ πίνω ήσυχα την μπύρα μου σε ένα λαϊβάδικο του Reykjavik, θα με πλησιάσει μια γυναίκα και θα μου μιλήσει ισλανδικά. Έπειτα θα μου πάρει τη μπύρα, θα την ακουμπήσει στη μπάρα και θα με σύρει, σχεδόν δια της βίας, στην πίστα να χορέψουμε…

Στη χριστουγεννιάτικη Νέα Ορλεάνη, με δυο κιθάρες στην παρέα, θα προσπαθήσω να τους πείσω να στηθούμε σε μια γωνιά και να παίξουμε τα δικά μας – Μάλαμα, Σαββόπουλο, Πορτοκάλογλου – όπως κάνουν όλοι. Ποιος μας είδε, ποιος μας ξέρει, τι είχαμε τι χάσαμε…
Η πρότασή μου απορρίπτεται με συνοπτικές διαδικασίες..

Τρώω τον δυνατότερο αέρα της ζωής μου στους καταρράκτες τού Gulfoss… Στα απέραντα λιβάδια των Shetland, βρίσκω ένα μικρό, φιλόξενο υπόστεγο και ανάβω την πίπα μου, περιμένοντας να σταματήσει το ψιλόβροχο…

Με συλλαμβάνουν: Μαροκινοί στρατιώτες (είχα μπει σε απαγορευμένη περιοχή), βλάχοι Τεξανοί συνοροφύλακες (μου βρήκαν έναν κάλυκα από καραμπίνα, γυρίζοντας από το Μεξικό)…

Στο λιμάνι των Χανίων, με το σάκο μου στο ένα χέρι και το χαρτοφύλακα στο άλλο, πηδάω πάνω στο πλοίο ενώ ο καταπέλτης έχει ήδη αρχίσει να ανεβαίνει (“Αααααα…”).
Το ταξίδι ήταν επαγγελματικό.

Χριστούγεννα στο Reykjavik… πρωτοχρονιά στην παραλία τού Byron Bay, στο Queensland… Στο σταθμό λεωφορείων τού Houston, πακετάρω την κιθάρα μου και τη στέλνω στον εαυτό μου, στο San Francisco…

Στρίβοντας δεξιά με το αμάξι μου, κάπου στο κέντρο τού Ζάγκρεμπ, έρχομαι αντιμέτωπος με ένα τραμ… Σταματάμε και οι δύο, δημιουργείται μια αναστάτωση, μια φωνή μού λέει τώρα τη γάμησες… Ο τροχονόμος πλησιάζει και, με ύφος δεν-συμβαίνει-τίποτα, με βοηθάει να κάνω όπισθεν και να φύγω προς την αντίθετη κατεύθυνση…
Λίγο αργότερα, συνειδητοποιώ ότι δεν επιτρέπονται αυτοκίνητα στο κέντρο τού Ζάγκρεμπ…

Στο Alamo θα διαβάσω: “Ακόμα και οι Θερμοπύλες είχαν τον προδότη τους· το Alamo δεν είχε κανέναν”.

Κάθομαι και χαζεύω: θαλάσσιους λέοντες να λιάζονται στον κόλπο τού San Francisco… παππούδια να παίζουν χαρτιά σε ένα καφενείο στο Fuerteventura… πιτσιρίκια να κάνουν ποδήλατο πάνω στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης, στα θερινά ανάκτορα του Κινέζου Αυτοκράτορα…

Σε ένα τζαζ κλαμπ στο άλλο Cambridge, έξω από τη Βοστώνη, ένας ψηλός μαύρος με φόρμα γυμναστικής, που μέχρι τότε έπινε δίπλα μου στο μπαρ, θα ανέβει στη σκηνή και θα δώσει ρεσιτάλ, τραγουδώντας σαν τον Marvin Gaye…

Στα εκδοτήρια εισιτηρίων τού σιδηροδρομικού σταθμού τής Μαδρίτης, με ένα βιβλιαράκι ελληνοϊσπανικών διαλόγων, ξελασπώνω έναν Αμερικανό που βρέθηκε πίσω μου και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι “nobody in this country speaks english”…

Μου τη φέρνουν στη Βουδαπέστη… με κλέβουν στην Κωνσταντινούπολη… μου σπάνε το αμάξι στο Παρίσι… διαρρηγνύουν το διαμέρισμά μου στο Aix en Provence, ενώ είμαι μέσα και κοιμάμαι…

Δεν θα δω το Central Park· θα με πιάσει καταρρακτώδης βροχή και θα μπω στο πρώτο εστιατόριο που θα βρω μπροστά μου για να προφυλαχτώ και να φάω… ο ιδιοκτήτης είναι από τα μέρη του πατέρα μου, από την Κυπαρισσία, και δεν θα με αφήσει να πληρώσω…

Η Κινέζα ξεναγός μου στην Απαγορευμένη Πόλη, θα αποφανθεί ότι είμαι και γαμώ τους τύπους, “επειδή, παρόλο που είσαι Βρετανός, δεν μοιάζεις με Βρετανό… μοιάζεις με Αμερικάνο”… (“Sinennoisi bouzouki”, απαντάω).

Δεκέμβριος στο Montreal, μείον τριανταπέντε βαθμοί… δεκαπέντε μέρες μετά, χωρίς να πετάξω, οδηγώ στην Arizona, απόγευμα, με κοντομάνικο και ανοιχτό παράθυρο…

Με το σάκο μου για μαξιλάρι, κοιμάμαι σε ένα παγκάκι, στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, περιμένοντας το αεροπλάνο για το Λονδίνο, έχοντας μόλις γυρίσει από το Μαρόκο και έχοντας απορρίψει μια πρόταση να συνεχίσω για τη Λισσαβώνα… Είχα περάσει ένα μαγικό σαββατοκύριακο στη Λισσαβώνα, τρία χρόνια πριν, και φοβόμουν να ξαναπάω…
Ξαναπήγα, οχτώ χρόνια μετά, και την ξαναβρήκα ξαναεκμαυλιστική και ξαναϋπέροχη…

Στο πανεπιστήμιο τής Haifa, συναντάω έναν Εβραίο καθηγητή στατιστικής, γεννημένο στην Αυστραλία, που υποστήριζε ότι τα μοναδικά χρήσιμα πράγματα στη ζωή του τα έμαθε παρακολουθώντας το Star Trek…

Κολλάω αμάξια στην άμμο: στον Κόλπο τού Μεξικού, στο δρόμο για το Ksar Ghilane, στη γαμημένη περιοχή 18 τού υποτομέα Al Baggary…

Περιπλάνηση στην Ιερουσαλήμ, Τείχος των Δακρύων, Γολγοθάς, Άγιος Τάφος, και τη νύχτα όνειρα με σταυρούς, πόντιους πιλάτους και μυστικούς δείπνους… Την επομένη τού θανάτου τού Michael Jackson, στην Praia, ένας ντόπιος θα μου πει “αισθάνθηκα ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό μου”…

Δεν θα φτάσω στο Memphis τού Tennessee… Καθ’ οδόν, στο αρχαίο μονοπάτι των Nachez, στο Mississippi, με τον original Όλεθρο – τον Δόκτορα Όλεθρο –, τον Όλεθρο, του οποίου το όνομα τόσο αψήφιστα και επιπόλαια καταχράστηκα, θα ακούσουμε στο ραδιόφωνο ότι οι ZZ Top και οι Lynyrd Skynyrd παίζουν μαζί στο Lafayette της Louisiana, και θα κάνουμε μεταβολή… Στη συναυλία θα δω τύπους με μούσια και κασκέτα τού στρατού τής Συνομοσπονδίας, οι οποίοι, είμαι σίγουρος, είχαν κατέβει παράνομα από τα βουνά, όπου κρύβονταν πάππου προς πάππο, χωρίς να τους έχει πει κανείς ότι ο εμφύλιος τελείωσε, ο Νότος έχασε, ο Στρατηγός Lee παραδόθηκε…

Ιδρώνω στη Λευκωσία… Παγώνω στη Merzouga…

Στην ελληνική ταβέρνα τού Coober Peddy, ένας Καναδοεβραίος μου διηγείται πώς γνώρισε τον William Gibson (“Οργανώσαμε μια ημερίδα στο Vancouver, με θέμα Αρχιτεκτονική και Μεταμοντερνισμός, και τον καλέσαμε να μιλήσει… Φοβερά έξυπνος τύπος, η ομιλία του, επιφανειακά, ήταν εντελώς άσχετη, κι όμως, ταυτόχρονα, κατά κάποιο τρόπο, ήταν στην καρδιά τού θέματος… Βγήκαμε το βράδυ για δείπνο, αλλά στο τραπέζι ήταν σιωπηλός… Μίλαγε μόνο η γυναίκα του…”).

Στο τοπικό ανταλλακτήριο συναλλάγματος, στο Nekotino της FYROM, μια γυναίκα θα πάρει τις δραχμές μου και θα μου δώσει γερμανικά μάρκα, χωρίς να έχει ιδέα για την ισοτιμία, βασιζόμενη μόνο στο λόγο μου…

Οι λόφοι τής Τοσκάνης… η απεραντοσύνη τής κεντρικής Αυστραλίας…
Η Λισσαβώνα…

Χριστούγεννα στη Μελβούρνη… Millennium σε ένα diner στον αυτοκινητόδρομο, έξω από τη Νέα Ορλεάνη – οι γκαρσόνες, ο σερίφης υπηρεσίας, πυροτεχνήματα…

Λιώνω τα πόδια μου στο περπάτημα, στη Ρώμη, στην Κωνσταντινούπολη, στο Fogo τού Cabo Verde…

Ενώ τρώω στο Yangshuo, δυο πιτσιρικάδες μου προσφέρουν τσιγάρο και ζητούν να καθήσουν, γυρεύοντας κουβέντα για να εξασκήσουν τα αγγλικά τους. Πριν φύγουν, μου γράφουν σε ένα χαρτί ένα ποίημα τού Li Ho…

Στο Akureyri, μια ανάσα από τον Αρκτικό Κύκλο, μια ντόπια γυναίκα θα με κοιτάξει με περιφρόνηση, κουνώντας το κεφάλι της με αποδοκιμασία: “Typical Greek male… He doesn’t cook!”

Ξημερώματα έξω από το Alice Springs, πηγαίνοντας να πετάξω με αερόστατο, συναντάω τυχαία ένα νιόπαντρο ζευγάρι από την Αθήνα. “Θέλαμε πάντα να έρθουμε… οπότε, επί τη ευκαιρία, είπαμε δεν παντρευόμαστε, να το κάνουμε γαμήλιο ταξίδι;
Έχει αεράκι και η πτήση θα ακυρωθεί. Χαιρετιόμαστε. Τους βλέπω αργότερα με ποδήλατα…
Απογευματάκι, τους συναντάω για τρίτη φορά -το μέρος είναι μικρό- σε ένα εστιατόριο. Κάθομαι μαζί τους. Χτυπάει το κινητό τής κοπέλας.
Ο πατέρας της.
“Έλα μπαμπά… ναι… ναι… περνάμε απίθανα…
… πίνουμε μπύρες και κάνουμε ποδήλατο στην έρημο…”

Στο αεροδρόμιο του Laayoune, περιμένοντας το ελικόπτερο για το φυλάκιο όπου με έχουν μόλις τοποθετήσει, συναντάω για πρώτη φορά άνθρωπο από τη Μογγολία, έναν ευγενικό, χαμογελαστό τριαντάρη, λοχαγό των αλεξιπτωτιστών. Αρχίζω να τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις για τη χώρα, για τη στέπα, για τους κατοίκους της…
Από κάποια στιγμή και μετά, βλέπω ότι κομπιάζει, ότι δεν αισθάνεται άνετα. Το αποδίδω στα όχι και τόσο καλά αγγλικά του.
Αλλά κάνω λάθος…
“Δεν έχω δει ποτέ την ύπαιθρο της Μογγολίας”, μου λέει τελικά. “Έχω περάσει όλη τη ζωή μου στο Ulan Bator, βγήκα από την πόλη μόνο για να έρθω εδώ…”
Λίγο μετά, με φωνάζουν για επιβίβαση…

Στο σταθμό τού El Paso, κατά την πολύωρη αναμονή για τα λεωφορεία που θα πήγαιναν εμένα στο Alamogordo και εκείνη πίσω στο Σικάγο, την ξεναγώ, ένα εικοσάχρονο ξανθό αγγελούδι, στην άλλη πλευρά των συνόρων, στο Juarez, όπου μπορείς να πιεις χωρίς να έχεις κλείσει τα 21. Τώρα πια δεν θυμάμαι το πρόσωπο, ούτε το όνομά της… Θυμάμαι μόνο τα λόγια της: “Δεν θα μείνω έτσι… Θα σπουδάσω, θα πάω στο κολλέγιο… Έχω λεφτά… Έχω μαζέψει τρεις χιλιάδες δολλάρια, ξεφορτώνοντας φορτηγά από τα δεκάξι μου…”

Οδηγώντας στα χιονισμένα περίχωρα του Maribor, νύχτα, ερημιά, ψάχνοντας το δρόμο για να μπούμε στην πόλη, ένα αυτοκίνητο μας προσπερνάει και σταματάει μπροστά μας. Μια μεσήλικη γυναίκα, μοναδική επιβαίνουσα, βγαίνει, έρχεται στο παράθυρό μου και μας μιλάει στην αρχή γερμανικά, και μετά σπασμένα αγγλικά: “Χαθήκατε; Χρειάζεστε βοήθεια;”

Στην αερολέσχη του Cambridge πάω να πετάξω με ένα από τα τρία διπλάνα Tiger Moth, εκπαιδευτικά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την ενημέρωση, ο κυβερνήτης μου δείχνει κάποιους χειρισμούς απαραίτητους για την προσγείωση, που μπορούν να γίνουν μόνο από την πίσω θέση.
Μετά την απογείωση, ένα στιγμιαίο κενό αέρος θα φέρει το στομάχι μου λίγο πάνω από το κεφάλι… Όταν ο κυβερνήτης με ρωτήσει “πάμε για ένα loop;”, μια φωνή στα ακουστικά του θα του ανακοινώσει ότι δεν είναι και τόσο καλή ιδέα…
Παίρνω το πηδάλιο, κάνω δυο στροφές 360 μοιρών, διατηρώντας το ύψος μου… Και μετά ευθεία οριζοντία…
Πηγαίνοντας για προσγείωση, με ρωτάει αν είμαι έτοιμος για τους χειρισμούς…
… και η ενδοεπικοινωνία παθαίνει βλάβη… τον ακούω, αλλά δεν με ακούει…
“ΟΚ”, λέει, “αν με ακούς, χτύπα με το δεξί σου χέρι τρεις φορές την άτρακτο…”
Και εκεί, στον αέρα πάνω από το Cambridge, σε ένα διπλάνο cabrio, ανασηκώνομαι όσο μου επιτρέπουν οι ζώνες, τεντώνομαι προς τα εμπρός, και χτυπάω την άτρακτο τρεις φορές, δυνατά, με το δεξί μου χέρι…

Καπνίζω ναργιλέ σε ένα λιβανέζικο εστιατόριο στο Montreal, με έναν χριστιανό από το Λίβανο, βετεράνο του εμφυλίου, που μου λέει ότι δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, ότι θεωρείται εγκληματίας πολέμου.
Θυμάμαι ότι η φωνή του έσταζε μίσος…
Δέκα χρόνια μετά, σε ένα φυλάκιο των Ηνωμένων Εθνών στη Δυτική Σαχάρα, θα συναντήσω έναν άλλο βετεράνο ενός άλλου εμφυλίου, έναν ευγενικό άντρα με καθαρή ματιά, που δεν ήθελε να μιλάει για το παρελθόν, και έδινε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να ξεχάσει…
Ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ…

* * *

Σε ένα από τα πρώτα μου ταξίδια, με έναν φίλο, κάπου στην Galicia (ή μήπως ήταν στην Vojvodina; δε θυμάμαι πια…), και ενώ προσπαθούμε να αποφασίσουμε ποιο δρόμο πρέπει να πάρουμε, μου έρχονται στο μυαλό κάτι στίχοι τού Allen Ginsberg, από το ποίημα Ένα σουπερμάρκετ στην Καλιφόρνια. Παραθέτω από μνήμης:

Για πού το βάλαμε, Walt Whitman;
Οι πόρτες κλείνουν σε μια ώρα
Κατά πού δείχνει η γενειάδα σου απόψε;

Τον κοιτάω. “Για πού το βάλαμε, Walt Whitman;”
Τότε δεν το ξέρουμε ακόμα, αλλά έχουμε μέλλον…
Δέκα χρόνια μετά, έχοντας πλέον περπατήσει μαζί τις μισές μεγαλουπόλεις τής Ευρώπης – Πόρτο, Λισσαβώνα, Μαδρίτη, Σκόπια, Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Βιέννη, Ζάγκρεμπ, Κωνσταντινούπολη, Μπέλφαστ, Δουβλίνο, Γλασκώβη, Εδιμβούργο, Παρίσι, Βενετία, Φλωρεντία – και πίνοντας ουίσκι και Campari-Sprite μπροστά από το Κολοσσαίο, έχοντας μόλις τελειώσει με τη Ρώμη, τρεις τα ξημερώματα, θα συμφωνήσουμε ότι δέκα χρόνια είναι αρκετά, ότι τέλος με τις πόλεις, ότι αν συνεχίσουμε έτσι θα γίνουμε γραφικοί…
Θα αρχίσουμε να κάνουμε άλλα σχέδια…

* * *

Ονειρεύομαι τη Μογγολία, την παγωμένη ακινησία γύρω από τη λίμνη Βαϊκάλη… Ονειρεύομαι την Ιαπωνία – σταγόνες πρωινής δροσιάς πάνω στα χρυσάνθεμα, νοήμονα τραίνα γλιστρούν αθόρυβα στις σιδηροτροχιές τους με 350 χιλιόμετρα την ώρα…

Μερικές φορές, ονειρεύομαι την Αθήνα…

* * *

Παρασκευή βράδυ, σε μια ιρλανδική pub στις Βρυξέλλες, παρέα με έναν Πορτογάλο ιπτάμενο και δυο Αμερικανούς πεζοναύτες, θα την πέσουμε στις τέσσερις Σουηδέζες που κάθονται δίπλα μας. Η μία από αυτές θα αποδειχθεί μισή Ελληνίδα – Έλληνας πατέρας, άψογα ελληνικά…
Ήταν με διαφορά η πιο όμορφη…
Την επόμενη μέρα θα χάσω το αεροπλάνο. Και είναι Μεγάλο Σάββατο… Ανάσταση στην Grand Place των Βρυξελλών, με Το Ψηλό Παράθυρο του Raymond Chandler παραμάσχαλα…
Όταν θα καταφέρω τελικά να προσγειωθώ στο Ελληνικό, απόγευμα Κυριακής τού Πάσχα, θα πάρω τηλέφωνο σπίτι… “Έλα μάνα… ναι, κοίτα… έγινε ένα μπέρδεμα και… προσγειώθηκα στη Λιβύη…!”
Και, να με πάρει ο διάολος να με πάρει, για τέσσερα-πέντε γαμημένα δευτερόλεπτα με πιστεύει

(Φωτογραφίες εδώ)

Advertisements

12 Σχόλια to “Του Χρόνου τα Σκυλιά”

  1. Ανώνυμος said

    o re file, xronia polla kai kala. gemata polles ekplikseis. oti kai na nai autes.

    oso gia to «arketa» pou eipate me ton walt, sou afierono Trypes (Kainourgia Zali):

    «theleis ksana na apoteleioseis monahos ena taksidi pou pote den teleionei…»

    thelo na ziso na diavaso to post pou tha anevaseis sta 80sta sou genethlia…

    50

  2. Sparky Friday said

    mou fainetai oti xarizontas tragoudia ston olethro tha perasoume ti simerini mera. mia apo tis pio simantikes tin 1/x mera opou x to agnosto tou sinolou tous. Opou x ekfrazei ton mono arithmo pou theloume pragmatika na einai simantikos. Mporei na anikeis sti ageli tvn skilon tvn xronon alla anikeis me stil kai sinepos sou afierono…

    tou kainourgio track tou Iggy Pop to King of the dogs

  3. Λεωνίδας said

    Όταν πρίν λίγες ώρες μου ‘λεγες, «σε κα’να δεκάλεπτο ανεβάζω καινούργιο φίλε» μάλλον δεν περίμενα κάτι τόσο… συγκλονιστικό!!!
    Όχι γιατί δεν ήξερα πολλές από τις αναφερόμενες ιστορίες, αλλά γιατί κατάφερες για κάποια λεπτά (ΟΚ διαβάζω γρήγορα) να με πάρεις μαζί σου, να με κάνεις έναν αόρατο συνταξιδιώτη που ήταν εκεί, βάδιζε δίπλα σου και… χαμογελούσε στην επίγνωση της μη αντίληψης της παρουσίας του από εσένα, τους πρωταγωνιστές και τους κομπάρσους της «ταινίας» της δεκαετίας που ξετύλιξες.
    Έχοντας κάνει πρόσφατα σχετικά τον δικό μου απολογισμό των 40, μπορώ να νιώσω σε μεγάλο βαθμό το mood της σημερινής μέρας.
    Ευχές λοιπόν για πολλά και καλά χρόνια φίλε, όπως πραγματικά ΕΣΥ τα επιθυμείς, με την δική σου Ιθάκη να σου δίνει το το ωραίο ταξίδι!!!

  4. basileios said

    ρε σαρανταρη χρονια πολλα ρε! κατσε εκει που εισαι, σε εικοσιτεσσερες μερες σε φτάνω!

  5. desertnaut said

    @ 50: Στα 80 μου, φίλε, ελπίζω να γράφουν άλλοι για μένα…! 😉

    @ Friday: King of the dogs…! YEAH!

    @ Λεωνίδα: Ααα… ώστε ΕΣΥ ήσουν αυτός που πάντα είχα την αίσθηση ότι κοίταγε πάνω από τον ώμο μου…
    (γαμημένες χωροχρονικές λούπες… ποτέ δεν θα τις συνηθίσω…)

    @ basileios: Sorry mate… this I cannot do… I have to move on… 🙂

    @ all: Σας ευχαριστώ πολύ…! Keep on…

  6. G.R. said

    Απλά συγκινητικό! Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, οπότε Χρόνια Πολλά Όλεθρε…

  7. Walt said

    (αφιερωμένο ανεπεξέργαστα)

    Το ξέραμε το δάσος (και τον παλαβό
    άχρονο χρόνο)
    σκοτάδι ή μη –
    αλλά να μην προχωρήσουμε
    σ’ αυτό το γήπεδο

    προτρέψαμε (μες στο σκοτάδι – τί γήπεδο κι άλλα τέτοια ανθρώπινα)
    κι άλλο (γήπεδο;) αλλιώτικης αυγής προέκυψε.
    Έτσι με τα ταξίδια…

    Ήταν τόσο σκοτεινά
    που τη θάλασσα κοντά
    την βρέχαμε

    ρίξαμε μια σανίδα
    κι ανατολή (σε λίμνη;) μας βρήκε ευτυχισμένους
    νιώθαμε μιαν αρμύρα δασωμένη στα χείλη μας

    πώς εξηγείται
    τώρα
    λευκή σελίδα;

    ΥΓ1: όπου «δάσος», το άγνωστο (μη ταυτόσημο, κατά Αντόρνο)
    όπου «γήπεδο», το περιχαρακωμένο αντίθετό του

    ΥΓ2: τουλάχιστον με κάθε είδους ταξίδι δεν λέμε «από παράθυρο το ζωντανό»

    ΥΓ3: από τα μαθηματικά (και τα ολοκληρώματα), μου έμεινε ότι ανάμεσα σε δύο αριθμούς υπάρχει το άπειρο, οπότε ανάμεσα στο 40 και το 41…

  8. Ανώνυμος said

    Απολαυστικό…
    συγκλονιστική αναδρομή…

    Χρόνια πολλά και να μπορείς πάντα να ταξιδεύεις όπως και όπου επιθυμείς.

  9. lemon said

    Βάφω το σπίτι, έχω άδεια, και μέχρι να τελειώσουν με το σαλόνι ξεκαθαρίζω τη στίβα με τα χαρτιά στο τραπέζι της κουζίνας. Και πέφτω σ’αυτο το κείμενο που το είχα τυπώσει για να το διαβασω με την ησυχία μου. Και ταξιδεύω από τη Λισσαβωνα μέχρι το Εδιμβούργο, ολομόναχη μέσα σε μια σκονισμένη κουζίνα.
    Δεν έχω λόγια…

  10. […] Του Χρόνου τα Σκυλιά November 2009 11 comments […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: