Ήσυχες μέρες στο Oum Dreyga

24 Ιανουαρίου , 2010

(Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται με ανεπίτρεπτη καθυστέρηση. Αφορά τις πρώτες δύο εβδομάδες αφ’ ότου γύρισα από την δεύτερη άδεια, δηλαδή το τελευταίο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου. Σε μια εντελώς υποθετική ανάγνωση κατά χρονολογική σειρά, πρέπει να διαβαστεί αμέσως μετά τη Θεωρία Παιγνίων. Το μεγαλύτερο μέρος του γράφτηκε τότε, και μετά έμεινε έτσι, περιμένοντας τις δυο-τρεις παραγράφους που θα το ολοκλήρωναν. Τα γεγονότα όμως έτρεχαν, μαζί και οι μετασχηματισμοί, και είχαν διαφορετική γνώμη.

Σαν να μην έφταναν όλα τα άλλα προφανή ελαττώματά του, το κείμενο είναι, φυσικά, απελπιστικά ξεπερασμένο. Έχει διανυθεί πολύς δρόμος από τότε· από όλα αυτά που ένιωθα και περιγράφω εδώ, δεν ισχύει πλέον σχεδόν τίποτα. Σκέφτηκα να το κάψω, αλλά αφ’ ενός περιέχει αρκετά πράγματα πληροφοριακού περιεχομένου, και αφ’ ετέρου είναι η μοναδική “μαρτυρία” από μια περίοδο που, όπως όλες άλλωστε, αποδείχτηκε αρκετά ιδιαίτερη. Οπότε το ξεφορτώνομαι. Απλώς. Apologies for any inconvenience…)

* * *

Τρίτη και 13 Οκτωβρίου, τη μέρα που έφευγα με άδεια, έχοντας μόλις την προηγούμενη ορισθεί “διοικητεύων μέχρι νεωτέρας”, έστειλα τις προτάσεις μου για την κενή, πλέον, θέση τού υποδιοικητή: τους ταγματάρχες Yaser Faried και Mohamed Mounir, από την Αίγυπτο.

Αργότερα, την ίδια μέρα –πέταγα 5 το απόγευμα–, με παίρνει τηλέφωνο ο διευθυντής πληροφοριών από το αρχηγείο. Γνωριζόμασταν μόνο φατσικώς. Μου υποδεικνύει μια παράλειψη στην εβδομαδιαία αναφορά μου, για κάτι ασκήσεις τού μαροκινού στρατού. Ευγενικότατος. Ωραίος.

«Παρεπιμπτόντως, εσείς δεν είστε ο αρχαιότερος αξιωματικός τής Αιγύπτου»;
«Ναι.»
Καλά θυμόμουν. «ΟΚ, για την ενημέρωσή σας και μόνο…», και του εξηγώ ότι πρότεινα δύο συμπατριώτες του για τη θέση τού υποδιοικητή στο Oum Dreyga.
«Είδα τον διευθυντή προσωπικού… θα προτείνει, μου είπε, έναν Βραζιλιάνο…»
«Ε;»
«Μου είπε ότι πρότεινες και τους δυο Αιγύπτιους, αλλά αυτός θα προτείνει, είπε, τον Βραζιλιάνο.»
«Well, sir, this is a great surprise! Εγώ όχι μόνο δεν πρότεινα τον Βραζιλιάνο, αλλά είχα και λόγους που δεν τον πρότεινα…»
… γιατί ο Alan είναι μαλακάκος…
«… και γι’ αυτό σας άνοιξα και την κουβέντα, γιατί πρότεινα δύο που έτυχε να είναι συμπατριώτες σας… Αν είχα προτείνει δύο Αιγύπτιους και έναν Βραζιλιάνο, δεν θα σας έλεγα τίποτα!»
«ΟΚ. Καλά που μου το ‘πες. Άσε να το κοιτάξω και θα σε πάρω…»
Δεν με πήρε ποτέ. Ή μπορεί να πήρε, και να ΄λειπα.

Αργότερα, ενώ τρώμε, ακούω τον Zsiga, που ήταν υπηρεσία, να διηγείται κάτι παλαβό, σαν ανέκδοτο:
«Πήρε τηλέφωνο ο Κινέζος, που εκτελεί καθήκοντα διευθυντή προσωπικού, και ζήτησε τον Alan…»
Κατά γενική ομολογία, ο συγκεκριμένος Κινέζος είναι θέμα χρόνου πότε θα φάει ξύλο.
«… του λέω ότι ο Alan λείπει σε περιπολία… οπότε αρχίζει να με ρωτάει… για τον Alan!»
«Δηλαδή;»
«Αν είναι καλός, επαγγελματίας, και τι γνώμη έχω κλπ.»
«Καλά, δεν σου ζήτησε τον διοικητή, τον υποδιοικητή;»
«Όχι… Φοβερός τύπος, ε; Παίρνει τηλέφωνο, πέφτει πάνω στον πρώτο τυχόντα αξιωματικό υπηρεσίας, και… αρχίζει να τον ρωτάει τη γνώμη του για τον Alan!»
Ο Zsiga, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, από άποψη εμπειρίας, χρόνου παραμονής στο φυλάκιο, ιεραρχίας κλπ. είναι κυριολεκτικά ο τελευταίος τροχός τής άμαξας…
Οι άλλοι γελάνε… «τρελο-Κινέζε… χα χα… ηλίθιε…»
Για μένα, βέβαια, το θέμα δεν είναι αστείο…
Δεν είναι καθόλου αστείο…
Σηκώνομαι. «Είναι ώρα να του δίνω», λέω…
«… γιατί άμα μείνω εδώ, θα αρχίσω να ουρλιάζω…»
Ο Zsiga με κοιτάει, απορημένος, καθώς πάω προς την κουζίνα να αφήσω το πιάτο μου…

O Zsiga με φόντο τη Νεκρή Ζώνη, 30 Αυγούστου. Λίγη ώρα αργότερα, θα δεχόμασταν μια κλήση στον ασύρματο: ματαιώστε την αποστολή και γυρίστε στο φυλάκιο...

Λίγο πριν, με είχε πάρει ο Leonardo, φιλαράκι, Αργεντινός, από το τμήμα προσωπικού τού αρχηγείου. «Christos, my friend, I have a problem…»
«Λέγε Leo…»
«Ήρθε ο Captain Avila, από το Oum Dreyga, που τελείωσε και φεύγει για την Ονδούρα…»
«Ναι, ξέρω, ο φίλος μου ο Jorge…». Και δεν πρόλαβα να τον χαιρετήσω…

Jorge David Avila, το γελαστό παιδί από την Ονδούρα, πίσω στην πατρίδα του ήδη από τον Οκτώβριο

«Ναι. Αλλά ήρθε χωρίς αξιολόγηση από τον διοικητή…»
Ξεκινάω να πω ναι, αφού την Παρασκευή που έφυγε ο Avila ο διοικητής δεν ήταν εδώ, και ο υποδιοικητής δεν μπορεί να αξιολογήσει…
… αλλά μετά θυμάμαι ότι από χτες, πλέον…
«Christos, you are the commander now, by the way congratulations my friend, I am very glad, you are a very good officer…»
Ναι…
… γαμώ το κέρατό μου, γαμώ…
«Christos, please, χρειάζομαι την αξιολόγηση του Avila άμεσα, για να περάσει ακρόαση από τον επιτελάρχη…»
Κοιτάω το ταβάνι. Βρίζω σιωπηλά. Ξεφυσάω.
«ΟΚ Leo. Αλλά μόνο επειδή είσαι φίλος μου, κατάλαβες;»
Επισήμως, κανονικά και με το νόμο, είμαι σε άδεια. Από σήμερα.
«Chriiistooooos, my friend, thank you very very much!”
«Θα την φέρω μαζί μου. Φεύγω με άδεια σήμερα, 5 η ώρα πετάω για Laayoune.»
«ΟΚ. Μπορείς να μου τη φέρεις αύριο στο γραφείο;»
«Έγινε.»

Πράγμα που δεν είναι ακριβώς σωστό.
Δεν του λέω ότι δεν θα κατέβω καθόλου στο αρχηγείο. Δεν του λέω ότι, μία ώρα μετά την προσγείωσή μου στο Laayoune, πετάω για Casablanca…
…γιατί αν του το πω, θα έρθει να την πάρει ο ίδιος…
… και, Leonardo φίλε μου, σ’ αγαπάω, σ’ εκτιμάω…
…αλλά έχω μία μόλις ώρα στο αεροδρόμιο του Laayoune, με μια κυρία, που θα έρθει επί τούτου να με δει…
… και δεν σε θέλω μες στα πόδια μου…
… μην το πάρεις προσωπικά…

Απλά, ελπίζω να έρθει…
Γιατί αν δεν έρθει, εκτός των άλλων…
… θα έχω μείνει και με ένα φάκελο στο χέρι, και θα έχω κρεμάσει και τον φίλο μου τον Leonardo, και τον φίλο μου τον Jorge…
Wouldn’t be so nice…

. . .

Κάνω ντους, λίγο πριν φύγω.
Tρελοκομείο…
Τελευταία στιγμή… Διόρθωσε την εβδομαδιαία αναφορά, στείλε προτάσεις για τον νέο υποδιοικητή, αξιολόγησε τον Avila –δεν είχα αξιολογήσει ποτέ, μέχρι τώρα-, ελπίζω να έρθει στο αεροδρόμιο να της δώσω και την αξιολόγηση – αν δεν έρθει δεν έχω εναλλακτικό σχέδιο, ηλίθιες ίντριγκες στο αρχηγείο, να στείλω τα έντυπα των αυτοκινήτων που υποσχέθηκα του Antonio…
Κάνω ντους… είμαι κάτω από το νερό που πέφτει…
Και τρώω το φλας…

Μέχρι και χτες, αν ερχόταν κάποιος και μου έλεγε “ξέρεις, πρέπει να αναβάλεις την άδειά σου για 1 βδομάδα ή για 2 βδομάδες…”, θα έλεγα “Α. ΟΚ”… Λίγο το ότι τα πράγματα, αν και ζόρικα τελευταία, είχαν ήδη αρχίσει να φτιάχνουν, λίγο το ότι ήμουν ακόμα ζεστός και σε κίνηση, λίγο το ότι, στην πραγματικότητα, φοβόμουν να γυρίσω στην Αθήνα… Ειδικά αν δεν είχα κανονίσει το ταξίδι στην Κίνα, θα έλεγα πραγματικά “A. OK”. Και θα έμενα… Κανένα πρόβλημα…

Αλλά τώρα, εδώ, κάτω από το ντους, συνειδητοποιώ…

… συνειδητοποιώ ότι είμαι μέσα στα ίδια σκατά από τα οποία ήθελα να ξεφύγω, ερχόμενος εδώ κάτω…

Έκλεισα το νερό. Έπιασα την πετσέτα. Δίνε του, είπα…
Τρέχα. Κοπάνα την. ΤΩΡΑ…

Το πώς, από κει, ξεχύθηκα σαν τον άνεμο προς το Antonov, το έχω ήδη διηγηθεί αλλού…

* * *

Πίσω, στο Oum Dreyga. Νοέμβριος. Παρασκευή και 13.

Ο Mounir έγινε υποδιοικητής. Λείπει με άδεια.

Ο Yaser κουμαντάρει το μαγαζί. Και, φυσικά, όλα πάνε ρολόι…

O Yaser…

. . .

Δεν προλαβαίνω να πατήσω το πόδι μου, και έχει έρθει, έτοιμος, με το μπλοκάκι του. Λεπτομερής αναφορά. Τι έγινε, τι είναι να γίνει, τι επείγει… Λες και δεν είμαστε φίλοι, λες και δεν είμαστε κολλητοί…

Λες και είμαι ο διοικητής του…

. . .

«Δηλαδή, ευτυχώς που έτυχε, συμπτωματικά, να μιλήσω με τον επικεφαλής σας πριν φύγω με άδεια.»

«Ναι. Ο Luciano είχε αρχίσει τις πουστιές στο αρχηγείο για να γίνει υποδιοικητής ο Alan. Και Christos, στο λέω, δεν είναι καλός άνθρωπος…»

«Το ξέρω. Αν ήταν, θα τον είχα προτείνει και αυτόν. Τα τυπικά προσόντα τα είχε.»

Του λέω τις περιπέτειές μου στο Laayoune.

«Όταν προσγειώθηκα, στο αεροδρόμιο, είδα τον Damien…»

«Ναι», λέει. «Έφυγε. Τελείωσε.»

O Damien

«Ναι, αλλά εγώ ο ηλίθιος δεν το κατάλαβα! Νόμιζα ότι έφευγε με άδεια. Καλά, είχα και τη γιατρό εκεί, καταλαβαίνεις…»

Κοιτάει αλλού. Δείχνει να αναπολεί.

«Ναι… Ήταν ωραίος o Damien…»

. . .

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009. Βράδυ.

Ο Waseem έχει μόλις φύγει με το ελικόπτερο, και με έχει αφήσει διοικητεύοντα.

Καθόμαστε με τον Yaser στο σκαλοπάτι τού club. Κοιτάει αλλού. Σκεφτικός.

«Τι σκέφτεσαι;»

Δεν απαντάει αμέσως. Κοιτάει ακόμα αλλού.

«Σκέφτομαι… πώς θα γαμήσω τον Damien…»

Το ίδιο εκείνο απόγευμα, είχαν πλακωθεί στο briefing…

«Ρε φίλε, δεν σε πιστεύω! Στ’ αλήθεια… Ακούς τι λες; Hey», τον σκουντάω, «ξύπνα, για τον Damien μιλάμε. Τον Damien, το μικρό αδερφάκι μας…»

Ο Damien είχε έρθει τον Μάιο, μετά τον Yaser, λίγο αργά για να γίνει μέλος τής Οικογένειας –εγώ, ο Antonio και ο Yaser– αλλά και οι τρεις τον είχαμε από κοντά στην εκπαίδευση, τον προσέχαμε, τον βοηθάγαμε… Είχαμε ανακαλύψει κοινούς γνωστούς στη γαλλική αεροπορία, από την εποχή τής ΝΑΤΟϊκής μου καριέρας…

The Family

The Family & Chen

«Θα σε δω στην επόμενη MACE», μου φώναξε στο αεροδρόμιο του Laayoune. Αλλά εγώ είπαμε, ηλίθιος…

«Θα σου πω κάτι», λέω στον Yaser, πίσω στις 9 Σεπτεμβρίου, «και ελπίζω να μην το πάρεις στραβά… Από μια άποψη, μία μοναδική και τελείως συγκεκριμένη άποψη, χαίρομαι που φεύγεις την Κυριακή με άδεια.»

Γυρίζει. Με κοιτάει απορημένος. «Γιατί;»

«Γιατί καλώς ή κακώς βρέθηκα διοικητεύων, και καταστάσεις σαν και αυτήν σήμερα το απόγευμα στο briefing δεν μπορώ να τις χειριστώ. Αν αντί για σας πλακώνονταν οι καινούριοι, ας πούμε ο Alex και ο David, θα τους έκοβα τα πόδια επιτόπου, χωρίς τύψεις και χωρίς δεύτερες σκέψεις. Αλλά εσείς είστε φίλοι μου, κολλητοί μου… με γαμήσατε…»

Ο θεός, ο θεός μόνο ξέρει πόσες φορές αντήχησαν στα αυτιά μου εκείνες οι λέξεις μου, εκείνα τα λόγια που τόσο απερίσκεπτα πέταξα στα μούτρα τού Αιγύπτιου αδερφού μου, από μια άποψη χαίρομαι που φεύγεις, ο θεός μόνο ξέρει πόσες φορές μου έλειψε, στην κόλαση των εβδομάδων που ακολούθησαν, πόσες φορές τον γύρεψα, πόσες φορές ευχήθηκα να ήταν εδώ…

Κι αν δεν υπάρχει θεός, τότε δεν ξέρει κανείς…

Σηκώνεται. «Thank you, Major Christos… Thank you…»

Φεύγει…

. . .

Ξανά στο Τώρα, έχει ετοιμάσει αίτηση παράτασης, για τρεις μήνες. Πρέπει να τη σχολιάσω, ως διοικητής.

«Hey, ξέρω ότι είσαι ποιητής! Βάλε όλη την τέχνη σου!»

«Άστο πάνω μου… Το’χω!»

Όταν τελειώνω, τον φωνάζω. «Έλα…»

… το ποίημα είναι έτοιμο.

Καθόμαστε στο γραφείο. «Έγραψα ένα σωρό ψέματα, αλλά τι να σε κάνω…»

Αρχίζουμε να την διαβάζουμε.

«Maj FARIED is one of the most experienced UNMO’s in TS UMD – εντάξει», λέω, «αυτό είναι αλήθεια».

«…He is a key player for daily TS operations…»

«Hey», λέει, «κι αυτό αλήθεια είναι!»

«Ε, εντάξει, έγραψα και μερικές αλήθειες…»

Συνεχίζουμε.

«…his social and friendly mood…», τον κοιτάω…

Γελάει. «Ναι», λέει, «caaalm!»

Όταν άκουγες τον Yaser να λέει hey… please… calm… caaaalm…

… το καλύτερο που είχες να κάνεις ήταν να εξαφανιστείς, εντός 5 δευτερολέπτων…

… ήταν το προειδοποιητικό σήμα…

… ακολουθούσε έκρηξη…

«…In addition to his professionalism, I consider him an excellent ambassador of his country – ΟΚ», λέω, «άριστος-πολύ καλός, δεν θα τα χαλάσουμε εκεί…»

«…and I feel honored to serve along with him in TS UMD.»

«Τώρα», λέω κοιτάζοντάς τον, «όλα τα άλλα μπορεί να είναι ψέματα, αλλά αυτό, αυτό, είναι αλήθεια…»

Και εκεί, μέσα στο γραφείο μου, μπροστά από τον υπολογιστή, αυθόρμητα, ταυτόχρονα, σηκωνόμαστε όρθιοι…

… αγκαλιαζόμαστε…

«Ευχαριστώ, φίλε μου…»

«Όχι… εγώ ευχαριστώ…»

. . .

«ΟΚ Christos, κατάλαβα… αλλά πες μου, γιατί δεν έχασες την πτήση

«Γιατί ήξερα ότι με περίμενες, motherfucker…»

* * *

Ήσυχες μέρες στο Oum Dreyga…

Νοέμβριος… έχω μόλις γυρίσει από ένα μήνα άδεια… και αισθάνομαι ότι είμαι ακόμα σε διακοπές… τα πάντα ρέουν σε αργή κίνηση…

Αισθάνομαι και άλλα πράγματα…

Αισθάνομαι ότι δεν έχω τι άλλο να κάνω εδώ… Ότι ίσως τελείωσα, αποστολή εξετελέσθη, και πρέπει να φύγω… Ότι εκείνη η εξάμηνη παράταση ίσως δεν είναι και τόσο καλή ιδέα τελικά…

Ξαφνικά, όλα δείχνουν λάθος… Κι εγώ μια παραφωνία, μια μουτζούρα…

Αισθάνομαι και άλλα πράγματα…

Αισθάνομαι ότι παροπλίζομαι…

. . .

Ο David μου φέρνει το πρόγραμμα περιπολιών για την επόμενη εβδομάδα.

«Γιατί είμαι μόνο δύο περιπολίες;»

«Είσαι διοικητής. Έχεις δουλειές.»

Άμα δεν τα γαμάς από μικρά, λέει, μεγαλώνουν και αυθαδιάζουν…

«Μαλακίες.»

«Έτσι έκανα και με τον Waseem.»

«Δεν με νοιάζει τι έκανες με τον Waseem.»

Κοιτάζω το πρόγραμμα περιπολιών. Μπορώ να το αλλάξω. Μπορώ να το διαγράψω όλο. Μπορώ να το σκίσω και να του πω να μου το ξαναφέρει. Με τον κηδεμόνα του.

Το υπογράφω ως έχει. Του το δίνω.

«Get the hell out of here…»

Παροπλίζομαι…

Το μόνο που φαίνεται να έχει ακόμα κάποια σημασία, είναι να γράφω…

Να αφηγούμαι…

* * *

23 Απριλίου 2009.

Στη γαμημένη περιοχή 18 τού υποτομέα Al Baggary.

Δεύτερη μέρα περιπολίας με διανυκτέρευση.

Πρώτη μου περιπολία ως πρώτος οδηγός.

Κολλημένοι στην άμμο.

Σκάβω.

Ο Jean-Michel με κοιτάει. Χαμογελάει.

«Δεν έχεις δουλέψει φτυάρι, ε;»

«Χμμ… Φαίνεται;»

«Ναι… Αλλά ξέχασα… Εσύ είσαι storyteller…»

Δεν υπήρχε τίποτα το ειρωνικό, τίποτα το κοροϊδευτικό στη φωνή του. Απολύτως τίποτα. Μόνο μια συγκατάβαση, μια αποδοχή, τι να σε κάνω, αφού το ξέρω, είσαι storyteller

Μου παίρνει το φτυάρι. Αρχίζει να σκάβει…

. . .

Ήταν ωραία περιπολία! Κι ας κολλήσαμε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές, τη δεύτερη μέρα… Επικεφαλής ο Jean-Michel… οδηγός στο δεύτερο αυτοκίνητο ο Antonio – το προηγούμενο βράδυ, οι δυο μας, είχαμε βγάλει τα ράντζα μας έξω από τη σκηνή, και είχαμε κοιμηθεί κάτω από τα αστέρια, και μας νανούριζε ο άνεμος, στην απόλυτη ησυχία…

Συνοδηγός τού Antonio, στο δεύτερο αυτοκίνητο, ήταν ένα παιδί που δεν ήξερα… Είχε μόλις γυρίσει από άδεια… Δεν ήταν εδώ όταν έφτασα στο φυλάκιο, αλλά…

… το όνομά του ήταν θαρρείς στα χείλη όλων… αναδυόταν παντού… ήταν λες και η απουσία του στοίχειωνε το μέρος… λες και όλοι τον περίμεναν, όπως τον Godot στο έργο του Beckett, να έρθει και να βάλει ξανά τα πράγματα στη θέση τους… Η αναφορά και μόνο του ονόματός του, σε μια συζήτηση, έφτανε για να γεννηθεί από το μηδέν μια αίσθηση ανακούφισης, ελπίδας… Τα μεσημέρια (στην έρημο, δεν υπάρχει κανένα μυστήριο τη νύχτα· όλα καραδοκούν κάτω από τον ανελέητο ήλιο του μεσημεριού), περπατώντας στο φυλάκιο, άκουγες φωνές, ψιθύρους από το πουθενά… Θα δεις… θα έρθει… και όλα θα γίνουν απλούστερα… καθαρότερα…

Ποιος διάολο ήταν αυτός ο τύπος;

Όπως είπα, δεν τον ήξερα. Ήταν η πρώτη μας περιπολία μαζί.

Φαινόταν ωραία μούρη.

Τον έλεγαν Santiago Mendez.

* * *

Πάω να κοιμηθώ κάτα τις τέσσερις. Στις πέντε έχουμε briefing..

Δέκα λεπτά μετά, ο αξιωματικός υπηρεσίας μού χτυπάει την πόρτα.

«Τηλέφωνο. Από το αρχηγείο.»

Όλοι οι καριόληδες μια εταιρεία…

Ντύνομαι και βρίζω από μέσα μου… Έχουν κάποιο τρόπο, είμαι σίγουρος, να σε παρακολουθούν, και όταν πας να χαλαρώσεις λένε τώρα θα-

Ε;

Μπα…

Λες…;

«Who is it?», ρωτάω τον Cisse βγαίνοντας από το δωμάτιο.

«A woman.»

A woman…

Προχωράμε μαζί προς την αίθουσα υπηρεσίας…

«No… a lady!!! », λέω, χτυπώντας τον στον ώμο.

Ο μαύρος χαμογελάει, δείχνοντάς μου τα κάτασπρα, μεγάλα δόντια του.

. . .

Είναι όντως εκείνη. Τελείως πηγμένη. Παράδοση – παραλαβή με τον νέο αρχίατρο.

Αμηχανία. Και τι να πεις;

Όλα καλά; – Ναι, αλλά πολλή δουλειά – Πώς κι έτσι; – Ενημερώνω τον νέο αρχίατρο – Ωχ, κατάλαβα – Νομίζω ότι δεν θα τελειώσω ποτέ… Εσύ; – Δεν ξέρω – Τι δεν ξέρεις; – Δεν ξέρω, νιώθω τελείως μπερδεμένος, και δεν μου συμβαίνει συχνά…

Αμηχανία. Επίπεδη φωνή. Αίσθηση του δεν-ξέρω-ούτε-τι-να-πω-ούτε-γιατί-ακριβώς-σε-παίρνω.

Αλλά μία φορά, μία και μοναδική φορά, που δεν επαναλήφθηκε ποτέ τις επόμενες λίγες φορές που μιλήσαμε πριν φύγει, η φωνή της ζωντανεύει:

«Έδωσα δύο φιλιά στον Pietrini.»

Στον Antonio Pietrini.

Μεγάλο κάθαρμα.

Κολλητός μου.

. . .

Ο Antonio μας γνώρισε. Για κάποιο λόγο, μόνη εκείνη τον αποκαλούσε με το επίθετό του. Και στο μήνυμα που βρήκα αμέσως μόλις προσγειώθηκα εδώ από το Laayoune, μου έλεγε ότι ήταν πραγματικά μεγάλη τύχη που συναντηθήκαμε μέσω του Pietrini.

«Έχεις δίκιο για τον Pietrini», της γράφω στην απάντησή μου. «Όταν τον δεις, δως του ένα φιλί από μένα, και αν σε ρωτήσει γιατί, πες του ότι είναι επειδή μας γνώρισε. Φυσικά, μπορείς να του δώσεις δύο φιλιά, το δεύτερο από σένα για τον ίδιο λόγο. Όταν τον δω, θα τον ρωτήσω πόσα πήρε.»

Αργότερα, το ίδιο βράδυ, θα πάρω τηλέφωνο τον Antonio. Έχει μόλις γυρίσει από άδεια, στο νέο του φυλάκιο, τη Smara. Γευμάτισε μαζί της, στο Laayoune.

Πρώτη του κουβέντα: «Hey, Christos, my friend, I received two kisses today!»

Ναι…

Antonio Pietrini.

Μεγάλο κάθαρμα.

Κολλητός μου.

O Antonio Pietrini στο Laayoune, μες στην πίκρα καθώς, πρώτη μέρα της άδειάς του, μόλις έχει χάσει το αεροπλάνο για τη Ρώμη

. . .

Μια μέρα, θα γράψω ένα διήγημα. Θα είναι στα αγγλικά, και θα έχει τίτλο Two kisses for Captain Pietrini.

Μια μέρα, ίσως…

Αλλά όχι σήμερα.

* * *

Αρχές Μαΐου 2009.

Βράδυ, μετά το δείπνο. Στεκόμαστε με τον Antonio και τον Yaser δίπλα στη σημαία. Είμαστε και οι τρεις ακόμα εκπαιδευόμενοι.

Λέμε ότι μια μέρα θα πάρουμε τον έλεγχο του φυλακίου. Αρχίζουμε να απαριθμούμε όλα εκείνα τα πράγματα που μας ενοχλούν και που θα αλλάξουμε.

Είναι αρκετά.

Σήμερα, Νοέμβριο μήνα, ο λοχαγός Pietrini δεν μένει πια εδώ. Εγώ, όμως, είμαι διοικητής, έστω και προσωρινά. Και ο Yaser νούμερο 3.

1 Σεπτεμβρίου 2009: Ο λοχαγός Pietrini δεν μένει πια εδώ - από την αποχαιρετιστήρια παράταξη προς τιμήν του

Έχουμε αλλάξει τα περισσότερα από εκείνα που δεν μας άρεσαν.

Είμαι περήφανος για αυτό. Δεν το φανταζόμουν ποτέ. Αλλά είμαι πραγματικά περήφανος.

Με τον Yaser στο γραφείο μου, θυμόμαστε εκείνο το βράδυ. Γελάμε. Μας φαίνεται απίστευτο.

Έχουμε διανύσει αρκετό δρόμο. Κανείς πλέον δεν μπορεί να αναγνωρίσει το Oum Dreyga, το μέρος για το οποίο μέχρι τον Ιούλιο όλοι μίλαγαν με τα χειρότερα λόγια, και μετά, μια έκρηξη νάρκης, η πρώτη εδώ και δεκαπέντε χρόνια, το άφησε κυριολεκτικά ερείπιο…

«Κάναμε καλή δουλειά, φίλε», λέω. «Και όταν λέω κάναμε, εννοώ εσύ κι εγώ.»

«Ναι. Αλλά τον ρυθμό σε ένα μέρος τον δίνει ο διοικητής. Κανένας άλλος.»

«Κάναμε καλή δουλειά. Το εννοώ. Οι δυο μας. Εγώ και εσύ.»

«Ναι. Και τον ρυθμό σε ένα μέρος τον δίνει ο διοικητής.»

Συνεχίζουμε έτσι, για κάμποση ώρα, κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνει ο ένας τι λέει ο άλλος…

. . .

Υπάρχει ένα πράγμα από εκείνα που λέγαμε εκείνο το βράδυ τού Μαΐου, δίπλα στη σημαία, που δεν έχει γίνει.

Λέγαμε ότι θα κατεβάσουμε τη σημαία των Ηνωμένων Εθνών, και θα υψώσουμε μία πειρατική.

Η σημαία των Ηνωμένων Εθνών κυματίζει ακόμα στον ιστό της, χωρίς να απειλείται σοβαρά.

Αλλά τις επόμενες μέρες, οι τοπικοί Mαροκινοί διοικητές θα μου βγάλουν ένα παρατσούκλι. Ένα παρατσούκλι που θα αποδειχθεί ανθεκτικό στο χρόνο.

Θα αρχίσουν να με αποκαλούν Le Pirate.

* * *

Τι σκατά κάνω εδώ πέρα;

Όταν γύρισα από την πρώτη μου άδεια, τον Ιούλιο, βρήκα τα πάντα αλλαγμένα. Πέρασα εβδομάδες μέσα στη σύγχυση, αναζητώντας ημίθεους που δεν υπήρχαν. Τα πράγματα ξεκαθάρισαν, και μετά ζόρισαν. Ζόρισαν πολύ. Και μέσα στα ζόρια, βρέθηκα υποδιοικητεύων. Μετά διοικητεύων υποδιοικητής. Και τέλος προσωρινός διοικητής.

Ανταπεξήλθα. Και όχι μόνο. Αρχίσαμε να δένουμε, να γινόμαστε ομάδα. Τέρμα οι καβγάδες και οι ατέλειωτες λογομαχίες στο briefing. Άρχισαν να γίνονται μακρινή ανάμνηση.

Είναι Νοέμβριος. Έχω μόλις γυρίσει από την δεύτερη άδειά μου. Δεν έχει αλλάξει τίποτα.

Τότε γιατί αισθάνομαι ότι δεν ξέρω τι μου γίνεται;

Είμαστε καταπληκτική ατμόσφαιρα. Τα καταφέραμε. Το παλιό Oum Dreyga δεν υπάρχει πια. Οι καινούριοι δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι υπήρξε καν.

Οι καινούριοι… Ο Jairo… Ο Aftab… Ο Rudolf…

Με τον Jairo. Λίγες μέρες μετά θα βρισκόμασταν παγιδευμένοι σε ναρκοπέδιο.

Δεν έχω το κουράγιο να τους γνωρίσω… Δεν έχω το κουράγιο να ξαναρχίσω από την αρχή, μαζί τους… Είμαι ήδη πόσες μέρες εδώ, και ζήτημα αν έχουμε ανταλλάξει πέντε κουβέντες… Και δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Δεν μπορώ να κρύβομαι. Τυγχάνω διοικητής.

Καλό κι αυτό…

* * *

Με τον D. έχουμε πει από προχτές να τσακίσουμε ένα μπουκάλι… Τη μία δεν έγινε καλή συνεννόηση, την άλλη ήμουν πτώμα…

Είπαμε για σήμερα…

Αλλά η ώρα έχει πάει 11, και νιώθω κουρασμένος… Ο D. είναι με τις ώρες στο τηλέφωνο, τον ακούω μερικές φορές από τη μεσοτοιχία…

Κατά τις 11:30 μπαίνει στο γραφείο μου. Δείχνει κουρασμένος.

«Chief, I’m dead…»

«Πω ρε φίλε, κι εγώ» είμαι κουρασμένος, δεν μας κάθεται, να το κάνουμε αύριο…

(Όχι, σωστά τα έβαλα τα εισαγωγικά. Μέχρι εκεί είπα. Τα υπόλοιπα είχα πρόθεση να τα πω. Αλλά δεν πρόλαβα. Συνέχισε ακάθεκτος.)

«… είναι 26 χρονών, μοιάζει με την Meg Ryan, και είμαι τρελός και παλαβός για πάρτη της…»

Όπα…

«Κάτσε…», λέω.

… πάω να φέρω το Jameson…

. . .

Άντρες στην έρημο. Μόνοι. Μακριά από παντού.

Αλκοόλ διαθέσιμο.

Όλες οι συζητήσεις, αρχίζουν από τις γυναίκες…

Μετά, πάνε αλλού…

Γυναίκες…

. . .

Αφού έχουμε κατεβάσει το μισό μπουκάλι, ο D., ευτυχώς, έχει τη φαεινή ιδέα να το γυρίσουμε στο κρασί…

Ακούμε μουσική από το laptop… Λατρεύει τον Leonard Cohen…

Δικός μας άνθρωπος…

. . .

«Chief, θα μου υποσχεθείς κάτι…»

«Άμα κόψεις το chief…»

«Θα μου υποσχεθείς ότι θα έρθεις [στην πόλη του].»

«Εύκολο. Και ήθελα να έρθω, αλλά δεν είχα κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Tώρα έχω.»

«Ωραία. Και θα σε πάω και σε ένα γαμάτο jazz club.»

«Μέσα.»

Τσουγκρίζουμε ποτήρια.

«Ξέρεις», λέει κοιτώντας το ποτήρι του, «είναι περίεργο…»

«Τι πράγμα;»

«Όταν είχα πρωτοέρθει εδώ, τον Αύγουστο, μίλαγα με τον Ζsiga…»

«ΟΚ…»

«… και του έλεγα, τότε, ότι όλα φαίνονται μια χαρά, και ο κόσμος καλός… αλλά με δύο ανθρώπους νομίζω ότι θα έχω πρόβλημα.»

Παίρνει τα μάτια από το ποτήρι του και με κοιτάει.

«Με σένα και τον Yaser.»

«Μπα;»

«Ναι…»

The Oum Dreyga Troublemakers in action

«Αυτό είναι έκπληξη», λέω. «Όχι για τίποτα άλλο, αλλά γιατί δεν μου έδωσες ποτέ να καταλάβω κάτι τέτοιο.»

Τον τύπο τον πήγαινα με χίλια. Από την αρχή. Σοβαρός, επαγγελματίας, φιλομαθής. Και εργατικός τού κερατά. Ανέλαβε αξιωματικός διατροφής. Τον θυμάμαι κατά το Ραμαζάνι, με τι φροντίδα και επιμέλεια ετοίμαζε προσωπικά το πρωινό των μουσουλμάνων… Πίστευα, τότε, ότι είχα τον καλύτερο αξιωματικό διατροφής τής MINURSO.

Ακόμα το πιστεύω.

«Ξέρεις», συνεχίζει, «τότε δεν καταλάβαινα. Μου πήρε καιρό να αντιληφθώ ότι, τελικά, οι μοναδικοί άνθρωποι εδώ πέρα που είχαν άποψη, ήσασταν εσύ και ο Yaser…»

Δε μιλάω.

«… και όχι μόνο είχατε άποψη, είχατε και την προσωπικότητα, όχι να την επιβάλλετε, αλλά να την υποστηρίξετε…»

Ναι, μπορεί…

Ίσως…

Δεν ξέρω…

. . .

Αύγουστος 2009.

Ο D. εκπαιδευόμενος. Εγώ υποδιοικητεύων, και αξιωματικός εκπαίδευσης.

Μιλάμε περί διαδικασιών ασυρμάτου.

«Κοίτα, φίλε», λέω, «έχεις στυλ. Έχεις ένα ιδιαίτερο, προσωπικό στυλ στην επικοινωνία σου με τον ασύρματο… Και, δεν είναι μόνο ότι μ’ αρέσει το στυλ σου… Είναι ότι μου αρέσουν και οι άνθρωποι που έχουν στυλ…»

Με κοιτάει με ενδιαφέρον. Κουνάει το κεφάλι. «ΟΚ…»

«Σοβαρά… Δεν είναι εύκολο να βρεις ανθρώπους με στυλ… Και το εκτιμώ ιδιαίτερα, πόσο μάλλον όταν τυγχάνει να μ’ αρέσει κιόλας…»

«Thank you!», χαμογελάει.

«Αλλά πρέπει να το αλλάξεις…»

Συνοφρυώνεται. Με κοιτάει με απορία.

«Εδώ είμαστε άνθρωποι απ’ όλο τον πλανήτη… Αν αρχίσει ο καθένας να μιλάει στον ασύρματο όπως έχει μάθει στη χώρα του, ή όπως θεωρεί αυτός σωστότερο, τη γαμήσαμε… Γι’ αυτό έχουμε συγκεκριμένες, τυποποιημένες διαδικασίες… Όσο κι αν απολαμβάνω το στυλ σου, θα σε παρακαλέσω να μείνεις σε αυτές, τουλάχιστον όσο είσαι υπό εκπαίδευση…»

Έχω ήδη γυρίσει και αρχίσει να φεύγω.

«… αργότερα, όταν βγεις επικεφαλής, κάνε ό,τι θέλεις…»

Απομακρύνομαι.

Σκατοδουλειά…

. . .

Κατά τις 2:30, λέει ότι πάει να φέρει δεύτερο μπουκάλι.

Επιχειρώ να διαμαρτυρηθώ, αλλά είναι ανένδοτος.

Γυρίζει…

. . .

Άντρες. Μόνοι. Στην έρημο.

Όλες οι κουβέντες, ξεκινάνε με μια γυναίκα…

Καταλήγουν στη μουσική…

. . .

Καθόμαστε εκεί, στο γραφείο μου, τρεις τα ξημερώματα.

Έξω η έρημος.

Φτιάχνουμε playlists.

Κλασικός, oldies-goldies τύπος.

Τον καλύπτω.

Και πάρε Dylan, και πάρε Stones, και Dire Straits, και Leonard Cohen, και Led Zeppelin, και Pink Floyd, και Who, και Creedence, και Doors, και Simon & Garfunkel…

«Έχεις Elvis, το In The Ghetto

Το ‘χω. Το βάζω.

«Περίμενε. Σου ‘χω κάτι άλλο από Elvis…»

For I Can’t help, Falling In Love With You…

Μου έχει ήδη δείξει την “Meg Ryan”, σε φωτογραφία… Εντυπωσιακή…

Και, να πάρει ο διάολος να πάρει, δεν μπορώ να ανεβάσω τη φωτογραφία του όταν το άκουγε και το τραγούδαγε…

Ευαίσθητα, προσωπικά δεδομένα…

… γιατί είναι παντρεμένος, με παιδί…

. . .

Έφυγε λίγο μετά τις τέσσερις.

Έμεινα να κάνω ένα τελευταίο τσιγάρο…

… και αρκετά με τα oldies-goldies…

Δεν φυσάει καθόλου. Κάθομαι στην ανοιχτή πόρτα τού γραφείου μου.

Καπνίζω.

Tο laptop, πίσω μου, παίζει με τον ήχο στο τέρμα…

Getting away with it all messed up…

Don’t look back in anger

17 Ιανουαρίου , 2010

Δεν ξέρω αν αποτελεί έκπληξη (και για ποιους άραγε;), αλλά γεγονός είναι ότι άλλα ξεκίνησα να βρω ερχόμενος εδώ και άλλα βρήκα – και δεν μιλάω, φυσικά, για θέματα πρακτικής φύσεως. Το αν αυτό ακριβώς είναι ο ορισμός της πραγματικής περιπέτειας ή όχι, είναι κάτι που ειλικρινά δεν με απασχολεί (επιτέλους, αρκετά με τους ορισμούς και τις θεωρίες!). Αυτό που με απασχολεί όμως, και μάλιστα έντονα και επίμονα, είναι το πόσο ανόητος, αφελής και αυτάρεσκα κλεισμένος στον κόσμο του μπορεί να είναι κάποιος· πόσο μάλλον όταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτός ο κάποιος τυγχάνει να είμαι εγώ! Κοιτάζοντας πίσω, το ότι ήρθα εδώ με τρεις κούτες βιβλία, πιστεύοντας ότι αυτό που θα κάνω θα είναι να βλέπω την έρημο και να διαβάζω, μου φαίνεται γελοίο. Εντελώς γελοίο. Το γεγονός, δε, ότι μετά από σχεδόν εφτά μήνες παραμονής, ακόμα παραπονιόμουν επειδή δεν είχα αρκετό χρόνο για διάβασμα, προτιμώ να το αφήσω ασχολίαστο (δεν το αντέχω, πραγματικά…). Υποτίθεται (!) ότι είχα το απαραίτητο υπόβαθρο για να καταλάβω ότι, πάντα, η πραγματική περιπέτεια έχει να κάνει με τους ανθρώπους και μόνο με τους ανθρώπους. Όλα τα άλλα είναι απλώς διασκέδαση… Θυμάμαι ότι, όταν έφυγα από την Αθήνα, το γεγονός αντιμετωπίστηκε από μερικούς ως κάτι σχεδόν αξιοσημείωτο, ως μια κίνηση έξω από κάποια καθιερωμένα πλαίσια και αναμενόμενες νόρμες επιλογών. Μπορώ πλέον να καταθέσω υπεύθυνα ότι είναι απολύτως δυνατόν να κάνεις παρόμοια πράγματα χωρίς, κατ’ ουσίαν, να έχεις φύγει από το σπίτι σου: πάει να πει, χωρίς να έχεις συντονίσει το βλέμμα σου στα απαραίτητα νέα μήκη κύματος ή το σώμα σου στις συχνότητες των πρωτάκουστων δονήσεων που δέχεται από παντού. Και όταν γυρίζεις, είσαι απλώς γερασμένος κατά έναν χρόνο, και το μόνο που φέρνεις πίσω είναι εντελώς επιφανειακές εμπειρίες τουριστικο-εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα: 40000 χιλιόμετρα οδήγησης στην έρημο· μια βραδυά σε ναρκοπέδιο· η ζωή στους 55 υπό σκιάν, με χαλασμένο κλιματιστικό. Θα τις διηγηθείς μερικά βράδυα, και κάποια στόματα θα ανοίξουν, κάποιοι θα σε κοιτάξουν με θαυμασμό και μια δόση ζήλιας, κινούμενοι στην κυρίαρχη λογική τού επιτεύγματος και της λαχτάρας για φυγή. Το επίτευγμα, ως τέτοιο, πάει καιρός που έχει πάψει να με ενδιαφέρει (ο δρόμος μέχρι το επίτευγμα, βέβαια, είναι εντελώς άλλη ιστορία)· και η φυγή, όπως είπα ήδη, είναι απλώς φενάκη, όταν φεύγεις για να κάνεις τα ίδια κάπου αλλού (η διάκριση μεταξύ του να φεύγεις από κάπου και του να πηγαίνεις κάπου, παραμένει πάντοτε ζητούμενο). Οπότε, μετά την εκκαθάριση, διαπιστώνεις ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών που νόμιζες ότι αποκόμισες είναι μάρκες χωρίς αντίκρισμα. Το γιατί μπορώ, πλέον, να τα καταθέσω όλα αυτά, θα πρέπει να είναι ήδη προφανές: λίγο πολύ, αυτά έκανα τους πρώτους 6-7 μήνες εδώ. Και καταλαβαίνω τώρα γιατί, με έναν εντελώς ακαθόριστο τρόπο, φοβόμουν την πρώτη μου επιστροφή στην Αθήνα, και τη συνάντησή μου με όσους με είχαν ξεπροβοδίσει σχεδόν με προσδοκία. Από όλους εκείνους τους ανθρώπους, τους οποίους αισθάνομαι ότι δεν κάνω τίποτα άλλο πέρα από το να τους απογοητεύω συνεχώς και με διάφορους τρόπους, έχω ήδη ζητήσει μια συγγνώμη. Είναι ώρα για μια δεύτερη: Συγγνώμη που υπήρξα τόσο ηλίθιος. Τουλάχιστον καταβάλλω προσπάθειες, και νομίζω βελτιώνομαι…

Πάμε πάλι...

Τρόμος

8 Ιανουαρίου , 2010

Την πρώτη φορά που τον χτύπησε ο τρόμος, ο Κροάτης ήταν πεσμένος στο έδαφος και ούρλιαζε.

Δεν ήταν μπροστά όταν συνέβη. Ο Νιγηριανός είχε έρθει στο γραφείο του, ανήσυχος. Ήταν οδοντίατρος· είχε γενικές γνώσεις ιατρικής. Είπε ότι μπορεί να έχει κοπεί ο τένοντας.

Είπε ότι μπορεί να υπάρχει εσωτερική αιμορραγία.

Ο Κροάτης ήταν φίλος του. Ήταν στα πόδια του τώρα, πεσμένος στο έδαφος, και ούρλιαζε.

Δεν αισθάνθηκε τίποτα.

Ήξερε, χωρίς να σκεφτεί, ότι ο Κροάτης, εκείνη τη στιγμή, δεν χρειαζόταν φίλο.

. . .

Ο δεύτερος τρόμος τον χτύπησε όταν σήκωσε τα μάτια του από το έδαφος και κοίταξε γύρω του.

Δεκαπέντε άντρες έστεκαν ακίνητοι και τον κοίταζαν.

Δεν ήταν παιδιά. Ήταν ικανοί, ισχυροί άντρες. Άντρες των ειδικών δυνάμεων. Άντρες με εμπειρία σε πολεμικά μέτωπα· στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Λίβανο. Εκείνος, μπροστά τους, φάνταζε σχεδόν αστείος, με τις βιβλιοθήκες του, τα χρόνια του στο Cambridge και στο επιτελείο, και τα μαθήματα λογοτεχνικής μετάφρασης.

Τώρα έστεκαν γύρω του, ακίνητοι, σχεδόν παγωμένοι, και τον κοίταζαν.

Ήξερε τι συνέβαινε. Και ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει ποτέ. Σε κανέναν.

Οι άντρες δεν ήταν παγωμένοι από κανέναν φόβο, από καμία αμηχανία. Ήταν σε εγρήγορση. Σε αναμονή. Η σιωπή τους ήταν εύγλωττη. Εσύ, έλεγε… εσύ, ξέρεις… εσύ, θα μας πεις τι πρέπει να γίνει… κι εμείς θα το κάνουμε…

Ο Ρώσος συγκυβερνήτης ήρθε και έβαλε το χέρι γύρω από τους ώμους του. Αν νομίζεις ότι πρέπει να τον πάρουμε από δω, είπε, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα. Νυχτώνει.

Εκείνος απόρησε. Νόμιζε, είπε, ότι μπορούν να πετάξουν νύχτα.

Ο Ρώσος χαμήλωσε το βλέμμα, έσφιξε τα χείλη. Έπειτα ξανασήκωσε τα μάτια πάνω του.

Είπε ότι λυπάται.

. . .

Ο τρίτος τρόμος τον χτύπησε όταν κατάλαβε ότι είχε αρχίσει να δίνει οδηγίες. Ψύχραιμα, υπολογισμένα, χωρίς κανέναν πανικό· οδηγίες που εκ των υστέρων αποδείχτηκαν σωστές. Δεν πήρε κανείς καμία πρωτοβουλία. Ο Νιγηριανός είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται. Έπρεπε να τον πιάσει από τους ώμους και να τον βάλει στο αυτοκίνητο που θα μετέφερε τον Κροάτη απέναντι, στο αρχηγείο τού μαροκινού υποτομέα. Σε χρειάζομαι, του είπε, ως ιατρικό σύνδεσμο. Κανείς από τους δύο Γάλλους δεν είναι γιατρός.

* * *

Ο επόμενος τρόμος ήρθε όταν ο εκπαιδευόμενος επικεφαλής τής περιπόλου του ανακάλυψε νάρκες, 20 μέτρα από εκεί που ετοιμάζονταν να στήσουν τη σκηνή τους για να περάσουν τη νύχτα.

Έκαναν τα πάντα σωστά. Ήρεμα. Επέστρεψαν στα αυτοκίνητα, φόρεσαν τα αλεξίσφαιρα γιλέκα και επικοινώνησαν με το φυλάκιο.

Υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι κάποτε θα έγραφε μια ιστορία, για εκείνη τη νύχτα. Από τη μια μεριά θα ήταν εκείνος, με δυο Ρώσους και ένα γελαστό παιδί από την Ονδούρα, παγιδευμένοι σε πιθανό ναρκοπέδιο, ψύχραιμοι, επαγγελματίες. Από την άλλη ένα πανικόβλητο αρχηγείο, σε πλήρη σύγχυση, που τους είχε αφήσει στην τύχη τους. Και στη μέση ο Αιγύπτιος αδερφός του, να χειρίζεται τα πάντα από το φυλάκιο, σταθερά και αποτελεσματικά. Να ορίζει την επόμενη επικοινωνία τους σε 15 λεπτά…

… και μετά να βγαίνει από την αίθουσα επιχειρήσεων…

… να κάθεται στο σκαλί…

… και να μετράει εκείνα τα γαμημένα λεπτά, ένα ένα…

. . .

Μία φορά μόνο, εκείνη τη νύχτα, έχασε την ψυχραιμία του. Όταν ο Αιγύπτιος τού μετέφερε την εντολή τού Ιρλανδού διευθυντή επιχειρήσεων: έπρεπε, λέει, να απαλλάξει τον εκπαιδευόμενο από τα καθήκοντα του επικεφαλής και να αναλάβει εκείνος.

Παγιδευμένος σε πιθανό ναρκοπέδιο, νύχτα, μέσα στο αυτοκίνητο, με το αλεξίσφαιρο γιλέκο του και την ευθύνη τριών άλλων ανθρώπων, ήρεμος και με πλήρη αυτοέλεγχο μέχρι τότε, άρχισε να ουρλιάζει στο δορυφορικό τηλέφωνο.

Είπε στον Αιγύπτιο ότι είχε και εκείνος ένα μήνυμα για τον Ιρλανδό.

Είπε στον Αιγύπτιο να τηλεφωνήσει στον Ιρλανδό και να του πει ότι είναι ηλίθιος.

Εκτός κινδύνου, το επόμενο πρωί

* * *

Ήταν σε περιπολία με τον Αιγύπτιο, όταν άκουσαν για πρώτη φορά το Tindouf στον ασύρματο.

Προσπαθούσαν να αναφέρουν τη θέση τους στο Oum Dreyga. Η απ’ ευθείας επικοινωνία είχε αποδειχτεί αδύνατη. Any UN station… Any UN station… Καμία απάντηση από κανένα φυλάκιο.

Και τότε, στον ασύρματο βγήκε το Tindouf. Πήρε τη θέση τους και την μετέδωσε τηλεφωνικά στη βάση τους.

Δεν είχαν ακούσει ποτέ πριν το Tindouf στον ασύρματο.

Ο Αιγύπτιος είπε ότι ήταν ο Σαλβαδοριανός φίλος τους, που είχε μετατεθεί εκεί τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Εκείνος είπε όχι, δεν ήταν ο Σαλβαδοριανός. Δεν είχε αναγνωρίσει τη φωνή.

Ο Αιγύπτιος γέλασε.

. . .

Την επόμενη φορά που άκουσαν το Tindouf στον ασύρματο, ήταν πάλι σε περιπολία με τον Αιγύπτιο.

Αναγνώρισε τη φωνή. Ήταν η ίδια με την προηγούμενη φορά.

Ήταν ο Σαλβαδοριανός.

Υπήρχαν σχισμές, χαραμάδες στον τυπικό κώδικα επικοινωνίας, από όπου μπορούσες να περάσεις μηνύματα, κλεισίματα του ματιού. Good to hear you. Have a nice patrol.

Ο Σαλβαδοριανός δεν χρησιμοποίησε καμία. Ήταν εντελώς τυπικός, απόμακρος· μια ασώματη φωνή μέσα από το θόρυβο των βραχέων, που από τη νότια Αλγερία, εφτακόσια χιλιόμετρα μακριά, πρόσεχε τους παλιούς συντρόφους του που περιπολούσαν έξω, στην έρημο.

Τελευταία φορά που είχε μιλήσει με τον Σαλβαδοριανό, Σεπτέμβριο, του είχε πει ότι θα τον έπαιρνε τηλέφωνο. Ήταν Δεκέμβριος και δεν το είχε κάνει. Και ήξερε ότι δεν επρόκειτο να το κάνει ποτέ.

Ό,τι είχε να του πει του τα ’γραψε σ’ ένα γράμμα, που ο Σαλβαδοριανός δεν επρόκειτο να διαβάσει ποτέ.

Δεν είχε να του πει τίποτε άλλο.

Δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον πάρει τηλέφωνο.

. . .

Σε εκείνη την περιπολία, ο Αιγύπτιος τον χτύπησε με τον τελευταίο τρόμο.

Δεν μιλάς ποτέ για την πατρίδα σου, του είπε.

Νομίζω, είπε, την έχεις ξεχάσει.

* * *

Είχε ταξιδέψει αρκετά. Είχε φτάσει να προσαρμόζεται και να νιώθει άνετα σχεδόν παντού. Πάντα αισθανόταν ότι είχε τις ρίζες του πίσω, και δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του μακριά από κει παρά μόνο προσωρινά.

Δενόταν με τους ανθρώπους. Έχτιζε φιλίες αργά, τις σκάλιζε μέσα από τους μήνες και τα χρόνια μέχρι που έπαιρναν την οριστική μορφή τους και αποτελούσαν μέρος ενός υποβάθρου, ενός πλαισίου, έξω από το οποίο νόμιζε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει.

Τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωσε ότι θα μπορούσε να μείνει για πάντα εκεί. Περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που θα γνώριζε, θα δενόταν μαζί τους και μετά θα αποχαιρετούσε για πάντα, μέσα σε διάστημα λίγων μηνών. Χωρίς κανένα γνωστό παρελθόν πίσω του, με την προσωπική του ιστορία να φτιάχνεται από την αρχή κάθε μέρα, και μόνο πλαίσιο την απεραντοσύνη που τον παραμόνευε εκεί έξω.

Τρόμαξε. Αλλά υπήρχαν χειρότερα.

Γιατί μετά ένιωσε ότι θα μπορούσε να φύγει από κει για κάπου αλλού, χωρίς καμιά ενδιάμεση στάση, χωρίς να συναντήσει ή να χαιρετήσει κανέναν και τίποτα.

Είχε φίλους πίσω, ανθρώπους που αγαπούσε και τον νοιάζονταν. Αλληλογραφούσε. Μίλαγε στο τηλέφωνο μαζί τους. Όταν γινόταν αυτό, ήταν σαν να ήταν ακόμα εκεί, σαν να μην είχε φύγει ποτέ.

Μετά έκλεινε το τηλέφωνο και τους ξέχναγε.

Φυσικά, το είχε καταλάβει. Δεν χρειαζόταν τον Αιγύπτιο ή κανέναν άλλον να του το επισημάνει. Αλλά…

Εκείνο το βράδυ στο δωμάτιό του, μπορεί να έκλαψε. Μπορεί να έκλαψε πολύ. Μπορεί να ζήτησε κλαίγοντας από όλους εκείνους που είχε αφήσει πίσω να τον συγχωρέσουν που δεν είχε φανεί αντάξιός τους, που τους είχε ξεχάσει.

Μπορεί και να μην έγινε τίποτα από όλα αυτά.

. . .

Και μετά διαπίστωσε ότι τα μόνα πρόσωπα που έρχονταν ξανά και ξανά στο μυαλό του, ήταν δυο πιτσιρίκια, τα παιδιά του αδερφού του. Και κατάλαβε τότε ότι τα παιδιά έρχονται κατευθείαν από το μέλλον, ελεύθερα από ένα παρελθόν που θαβόταν σιγά σιγά στη σκόνη και την άμμο, ένα παρελθόν που ξεθώριαζε από τον ανελέητο ήλιο και την ένταση των πρωτόγνωρων καταστάσεων… Και αναρωτήθηκε πώς θα τον έβλεπαν αυτά τα παιδιά αργότερα, όταν θα μεγάλωναν, αναρωτήθηκε αν θα καταλάβαιναν… Αναρωτήθηκε αν θα έψαχναν ποτέ να τον βρούν, αν θα θεωρούσαν κάν ότι ίσως άξιζε τον κόπο…

Γιατί, για πρώτη φορά, είδε τον εαυτό του καθαρά, πολύ καθαρά, σε μια γη σαν κι αυτή, σε μια άλλη ήπειρο, στην άκρη του κόσμου… Και ήταν σε ένα σπίτι, στην άκρη εκείνης της έκτασης, μιας έκτασης που το μόνο που μπορούσε να συγκριθεί με την απεραντοσύνη της ήταν η απέραντη, απέραντη ομορφιά της… Και ήταν με μια γυναίκα, που μπορεί και να μη μιλούσε τη γλώσσα του, και μπορεί να είχε δικά του παιδιά, και καθόταν εκεί, στη βεράντα του σπιτιού του, κοιτάζοντας την έρημο, πολύ μακρυά από όλα εκείνα και εκείνους που κάποτε αγάπησε, και ήτανε, λέει, ευτυχισμένος…