Death & the Walkabouts

29 Ιανουαρίου , 2012

Το ήξερα αρκετό καιρό τώρα. Και δεν τους είχα δει, ποτέ. Και θα έπαιζαν στο Κύτταρο, 28 Ιανουαρίου. Και θα ήταν ωραία, ήμουν σίγουρος.

Και όταν έφτασα στο ταμείο, άνετος, φυσικά δεν υπήρχαν άλλα εισιτήρια…

Ο τύπος με συμβούλεψε να μείνω εκεί. «Έρχονται αρκετοί με περισσευούμενα εισιτήρια», μου είπε.

Για κάποιο λόγο, δεν μου άρεσε η ιδέα…

. . .

Έφυγα και περπάτησα προς την Αχαρνών. Σταμάτησα. Άναψα τσιγάρο.

Ωραία τα κατάφερες, γελοίε…

Μ’ αρέσει που ήσουν και άνετος… Μ’ αρέσει που είχες βγάλει και ανακοίνωση – το Σάββατο παίζουν οι Walkabouts στο Κύτταρο, και εγώ θα είμαι εκεί, και όποιος θέλει έρχεται… Μ’ αρέσει που έστειλες και ειδική πρόσκληση στη Λ. – ευτυχώς ρε καραγκιόζη που δεν μπορούσε. Θα γινόσουν τελείως ρεζίλι, όπως και σου αξίζει, άλλωστε…

Θέλω να δω και τα μούτρα σου τη Δευτέρα, στο γραφείο, όταν θα σε ρωτάνε όλοι πώς πέρασες στη συναυλία, εξαιτίας της οποίας δεν πήγες στο ρεμπετάδικο με όλη την υπόλοιπη διεύθυνση… Μ’ αρέσει που, την Πέμπτη, σκοτώθηκαν όλοι να αλλάξουν την ημέρα, επειδή δεν μπορούσες σήμερα… Αισθάνθηκες μαλάκας, ε; Κυρίως επειδή δεν ήθελες να πας… Αλλά δεν είχες τα κότσια να τους το πεις κατάμουτρα. Και δημιούργησες ολόκληρη αναστάτωση, μόλις μια μέρα πριν, και τηλέφωνα και μίνι συσκέψεις και τσεκ με συζύγους και παιδιά και πεθερικά και συναδέλφους που έλειπαν – “να το κάνουμε Παρασκευή, γιατί κάποιος δεν μπορεί το Σάββατο;”… Και ευτυχώς, καθάρισε η Ιωάννα – “κοιτάξτε παιδιά, είμαι σίγουρη ότι, και Παρασκευή να το κάνουμε, ο Τσατσούλης θα πάρει τηλέφωνο, τελευταία στιγμή, και θα πει συγγνώμη, κάτι έτυχε και δεν θα μπορέσω τελικά, οπότε ας το αφήσουμε Σάββατο να τελειώνουμε”…

Έτσι τη γλιτώνεις πάντα – κάποιος καθαρίζει για πάρτη σου… Αλλά ξέρεις, φίλε… μια απ’ αυτές τις μέρες θα την πατήσεις… θα την πατήσεις πολύ άσχημα, θυμήσου με… Και για αρχή, κάτσε τώρα έξω από τη συναυλία για να μαθαίνεις…

. . .

Τέλειωσα το τσιγάρο. Προσπάθησα να σκεφτώ, αλλά, όπως είχε γράψει ο Chandler, οι λέξεις χοροπηδούσαν ακατάστατα στο μυαλό μου, λες και κάποιο σαδιστικό βλέμμα παρενέβαινε για να τις αποδιοργανώσει. Άρχισα να περπατάω πίσω, προς το Κύτταρο. Μηχανικά, σαν ζόμπι, με το μυαλό μου άδειο… Έφτασα στην είσοδο και στάθηκα μπροστά στο ταμείο. Δίπλα μου κι άλλοι, στην ίδια μοίρα. Ωραία επιλογή, φίλε. Κάτσε εδώ, και περίμενε ένα θαύμα, μαζί με τους άλλους losers. Δημόσια ταπείνωση, αυτό ακριβώς που σου χρειάζεται…

Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό. Δυο παιδιά στέκονται μπροστά μου, κοιτώντας πίσω μου. «Κάτσε να δώσουμε το εισιτήριο», λέει ο ένας.

Ήμουν μες στη θολούρα, παραδομένος, σαν σε slow motion, στο θάνατο από ασφυξία, καθισμένος στον πυθμένα της αυτοεκτίμησής μου, έχοντας παραιτηθεί από οποιαδήποτε προσπάθεια ανάδυσης…

Αλλά αποδείχτηκα ενάμισι κρίσιμο δευτερόλεπτο γρηγορότερος από τον διπλανό μου.

«Έχεις εισιτήριο φίλε;»

«Ναι.»

«Φέρτο. Όπως είσαι…»

Βγάζει το εισιτήριο. Βγάζω τα λεφτά…

* * *

Οι Walkabouts πήραν το όνομά τους από το Walkabout, του Nicolas Roeg, μια εκθαμβωτική, εκπληκτική ταινία του 1971 – δυο παιδιά πάνε για πικνικ με τον πατέρα τους, έξω από την Αδελαΐδα, ο πατέρας φλιπάρει, τρελαίνεται και αρχίζει να τα πυροβολεί, πριν τελικά φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι του. Δεν μαθαίνουμε ποτέ τίποτα παραπάνω για το επεισόδιο, ή για το ποιο background μπορεί να οδήγησε τον πατέρα σε κάτι τόσο ακραίο. Απολύτως τίποτα. Το συμβάν χρησιμεύει απλώς ως αφορμή, ως αφετηρία, για την εικονογράφηση της περιπλάνησης των δύο παιδιών μέσα σε εκείνη την ανείπωτη, αβάσταχτη ομορφιά της Αυστραλιανής ερήμου, που σου φέρνει δάκρυα στα μάτια…

Η πρώτη συνάντηση των παιδιών με ένα νεαρό ιθαγενή, που έχει βγει για walkabout, αλλά και εκείνη η σκηνή αργότερα, όπου το κορίτσι αδυνατεί να καταλάβει το ερωτικό κάλεσμα του μαύρου αγοριού, είναι πραγματικά μνημεία για τη δυσκολία της επικοινωνίας:

. . .

Υπάρχει μια σκηνή στο Walkabout που με έχει στοιχειώσει, χρόνια τώρα, από τότε που είδα την ταινία για πρώτη φορά. Δεν έχει να κάνει με το τοπίο – καλώς ή κακώς, κουβαλάω στο μυαλό μου τις δικές μου εικόνες από την κεντρική Αυστραλία… δεν έχει να κάνει με την ανεπιτήδευτη, εφηβική ομορφιά τής Jenny Agutter, ούτε καν στις γυμνές της σκηνές…

Στο φινάλε της ταινίας, κάποια χρόνια μετά την περιπλάνηση των δύο παιδιών στην έρημο, βλέπουμε το κορίτσι, γυναίκα πια, να υποδέχεται στο διαμέρισμά της έναν άντρα – τον άντρα της. Ο τύπος έχει μόλις γυρίσει από τη δουλειά, μπαίνει στην κουζίνα και αρχίζει να της λέει διάφορα, για το γραφείο και τα λοιπά… Η γυναίκα τον κοιτάζει – είναι η σκηνή στην παραπάνω φωτογραφία…

… και μετά το βλέμμα της φεύγει, χάνεται…

… και μεταφερόμαστε πίσω, στο outback – τα δυο παιδιά και ο νεαρός ιθαγενής κάνουν μπάνιο σε μια λιμνούλα, γυμνά, αμέριμνα…

Η μεγαλοφυία του Roeg αναδεικνύεται εδώ πλήρως, ανάγλυφα, με έναν τρόπο που λίγοι ίσως θα ονόμαζαν μεγαλόπρεπο – κι όμως είναι, αλλά είναι περισσότερο μια αθόρυβη, σιωπηλή μεγαλοπρέπεια, σαν κάποιος περαστικός να ήρθε και να σου ψιθύρισε μόλις στο αυτί κάτι, και να φωτίστηκε ξαφνικά όλος ο κόσμος: παρόλο που η εικόνα μας προσκαλεί να τη δούμε ως ανάμνηση, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι είναι έτσι – στην πραγματικότητα, ενθυμούμενοι τις σθεναρές αντιστάσεις του κοριτσιού στο βαθμιαίο ερωτικό σκίρτημα του μαύρου αγοριού κατά τη διάρκεια της ταινίας, είναι μάλλον απίθανο να πρόκειται για ανάμνηση… είναι κι εκείνη η αίσθηση που αναδίδει το μπάνιο στη λιμνούλα, ότι, στην πραγματικότητα, βλέπουμε όχι τρία παιδιά, αλλά ένα ανδρόγυνο, με το μικρό τους γιο…

Όχι… η μεγαλοφυία του Nicolas Roeg είναι τέτοια που μου δίνει την ευκαιρία για μια άλλη ανάγνωση… Αυτό που ανακαλεί το κορίτσι-που-έγινε-γυναίκα στο μυαλό του, όπως στέκεται εκεί, στην κουζίνα του διαμερίσματός της, με τον άντρα της, δεν είναι ανάμνηση, αλλά η επίκληση ενός εναλλακτικού παρόντος… το κορίτσι-που-έγινε-γυναίκα ανακαλεί, όχι μόνο με νοσταλγία, αλλά και με κάποια λαχτάρα, όχι το πώς ήταν κάποτε τα πράγματα, αλλά το πώς θα μπορούσαν να είναι σήμερα…

. . .

Μπορείτε να δείτε τη σκηνή στο παρακάτω απόσπασμα από την ταινία – αρχίζει στο 08:00…

. . .

Σε όλες τις γνήσια ρομαντικές αφηγήσεις (μιλάμε για ρομαντισμό, όχι για – “μου έφερε λουλούδια! Τι ρομαντικό!”…), πάντα κάποιος πεθαίνει. Μερικές φορές ο θάνατος είναι τοποθετημένος σε κεντρικό σημείο της αφήγησης, π.χ. στο φινάλε, όπως στον Κρητικό του Σολωμού:

και  τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,

την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.

 

Άλλες φορές θέλει λίγο περισσότερη προσπάθεια – ή λίγο μεγαλύτερη εξυπνάδα – για να τον εντοπίσεις. Χρειάστηκε ολόκληρος Στέφανος Ροζάνης για να μου υποδείξει τον θάνατο στο παπαδιαμαντικό Όνειρο στο κύμα:

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. … Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα ׂήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων…

   Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια.

 

(Περιέργως, όποτε επιχειρώ να φέρω στο νου μου αυτή την εικόνα, καταλήγω πάντα με την Jenny Agutter στο Walkabout, να κολυμπάει στη λίμνη, κι ας μην είχε κύμα…)

«Και ποιος πεθαίνει εδώ ρε Στέφανε; Αφού τελικά τη σώζει την κοπέλα.»

«Χα! Σκέψου! Πάντα κάποιος πεθαίνει…»

Ποιος πεθαίνει ρε γαμώτο…

«Πεθαίνει η κατσίκα του…!»

«Η κατσίκα του; Ναι, πεθαίνει… αλλά-»

«Η οποία, καθόλου τυχαία, έχει το όνομα της ηρωίδας: Μοσχούλα…»

Να με πάρει ο διάολος…

. . .

Μια άγρια ρομαντική (όχι άγρια και ρομαντική: άγρια ρομαντική) ταινία σαν το Walkabout δεν θα μπορούσε, φυσικά, να αποτελεί εξαίρεση: και εδώ, κάποιος πεθαίνει. Και δεν εννοώ το θάνατο του πατέρα στην αρχή, ο οποίος δεν παίζει απολύτως κανέναν ρόλο στην υπόλοιπη ταινία… Όχι, κάποιος πεθαίνει, και πεθαίνει ρομαντικά

Αυτά, φυσικά, γίνονται στις ταινίες και στα βιβλία. Η ζωή αποδεικνύεται διαφορετική.

Μερικές φορές, τουλάχιστον…

* * *

Πίσω, στο Κύτταρο. Ηπείρου και Αχαρνών. Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012.

Ο άνθρωπος απέναντί μου έχει βγάλει ένα ωραίο, ατσαλάκωτο εισιτήριο, για τη συναυλία των Walkabouts που αρχίζει σε λίγο. Κι εγώ έχω βγάλει τα χρήματά μου.

«Αλλά δεν θέλω λεφτά», λέει.

«Ε…;»

Μου προσφέρει το εισιτήριο. Το παίρνω, αμήχανος.

Δεν θυμάμαι αν ψέλλισα κάτι…

Ο τύπος ακουμπάει το χέρι του στον ώμο μου.

«Κοίτα φίλε», λέει, «το εισιτήριο αυτό το πήραμε για ένα παιδί, που, δυστυχώς, δεν είναι πια μαζί μας.»

Κρατάω το εισιτήριο. Το κοιτάω. Μετά κοιτάω αυτόν.

Με το άλλο χέρι κρατάω ακόμα τα λεφτά, σχεδόν προτεταμένα.

«Τι ‘πες τώρα ρε φίλε…»

Κουνάει το κεφάλι. «Ναι», λέει.

Έχουν αρχίσει ήδη να απομακρύνονται, προς την είσοδο.

Κρατάω το εισιτήριο. Προσπαθώ να πω κάτι.

Δεν μου ‘ρχεται τίποτα…

«Να… να πιω, τουλάχιστον…» κάνω μια κίνηση με το χέρι μου – όχι, όχι στην υγειά του, στη μνήμη του – είμαι ακόμα αμήχανος…

«Χρήστο τον έλεγαν», μου φωνάζει, ήδη μακριά…

«… και… και εμένα… Χρήστο με λένε κι εμένα…»

και Χρήστο, τουλάχιστον…

Γυρίζει στο παιδί με το μούσι, που είναι μαζί του. «Έι, άκουσες; Χρήστο τον λένε κι αυτόν…»

«Δε γίνονται αυτά…», λέει το παιδί με το μούσι.

Σηκώνω το χέρι, σε αποχαιρετισμό. «Θα σας βρω μέσα.»

Με χαιρέτησαν και αυτοί.

Δεν τους ξαναείδα.

. . .

Μπήκα στη συναυλία. Είχα στην τσέπη μου το εισιτήριο ενός νεκρού. Ήπια στη μνήμη του. Πέρασα υπέροχα.-

Advertisements

The Desertnaut 2011 (by WordPress.com)

1 Ιανουαρίου , 2012

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2011 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

A New York City subway train holds 1,200 people. This blog was viewed about 5,300 times in 2011. If it were a NYC subway train, it would take about 4 trips to carry that many people.

Click here to see the complete report.