Πολλοί άνθρωποι θυμούνται το πρώτο τους μεθύσι, το πρώτο τους γαλλικό φιλί, ή το πρώτο γκολ που έβαλαν παίζοντας μπάλα στο σχολείο. Εγώ θυμάμαι πεντακάθαρα την πρώτη φορά που διάβασα William Gibson. Ήταν το Δεκέμβριο του 1989, στο τεύχος 9 του περιοδικού Απαγορευμένος Πλανήτης. Δρχ. 450. Ήμουν είκοσι.

Απαγορευμένος Πλανήτης, τεύχος 9, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1989

Καθόμουν σε αυτό το δωμάτιο, που σήμερα είναι το γραφείο και ο υπολογιστής μου. Αλλά τότε ήταν διαφορετικό. Ήταν το δωμάτιο που μοιραζόμουν με τον αδερφό μου, όταν μέναμε ακόμα όλοι μαζί σε αυτό το σπίτι. Ήμουν ξαπλωμένος στην κάτω κουκέτα, ο μικρός στην επάνω, και, στην κουζίνα, μαγείρευε η μάνα μας. Ζω τόσα χρόνια τώρα μόνος μου εδώ, που οι εικόνες του σπιτιού από εκείνη την εποχή έχουν σχεδόν ξεθωριάσει τελείως, έχοντας αντικατασταθεί από άλλες – κάτι σαν παλίμψηστο. Αλλά όχι αυτή η εικόνα. Είμαι στην κάτω κουκέτα. Σε λίγο η μάνα μου θα μας φωνάξει για φαγητό. Είναι Δεκέμβριος 1989. Διαβάζω William Gibson, Το Κάψιμο τής Chrome, σε μετάφραση Δημήτρη Αρβανίτη, στον Απαγορευμένο Πλανήτη.

Και δεν καταλαβαίνω χριστό…

. . .

William Gibson, 1986

Αν και λίγοι το θυμούνται πλέον, ο Gibson είναι ο εφευρέτης του όρου cyberspace. Η λέξη έγινε πλατιά γνωστή από το πρώτο του μυθιστόρημα, Neuromancer, του 1984, αν και, όπως θα μάθαινα αργότερα, η πρώτη φορά που την χρησιμοποίησε ήταν σε ένα διήγημά του, δημοσιευμένο στο περιοδικό Omni το 1982.

Ο τίτλος του διηγήματος ήταν Burning Chrome

Το Omni ανέστειλε την κυκλοφορία του το 1995. Έχω ακόμα μερικά τεύχη, κάπου στη ντουλάπα ή στο πατάρι…

Χωρίς να συνυπολογίζω τον παλιό μου ΖΧ Spectrum+, πήρα τον πρώτο μου προσωπικό υπολογιστή το Γενάρη του 1989. Με σκληρό δίσκο 20 ΜΒ. Το νούμερο σήμερα ακούγεται γελοίο, αλλά τότε ο σκληρός δίσκος δεν ήταν καν στάνταρ… Ο υπολογιστής συνήθως είχε δύο μονάδες δισκέτας. Για να ξεκινήσει, έπρεπε στην μονάδα Α να βάλεις τη δισκέτα με το λειτουργικό σύστημα. Αν την έβαζες στη μονάδα Β, έπαιρνες μήνυμα σφάλματος (“Σου είπα, ρε φίλε, ΣΤΟ Α!!”)… Τα όποια προγράμματα ήθελες να τρέξεις, τα φόρτωνες με τον ίδιο τρόπο: από τη δισκέτα… Μετά, μπορούσες να φορτώσεις το αρχείο το οποίο θα δουλέψεις…

Αλλά εγώ, όπως είπα, είχα PC με σκληρό δίσκο… Μεγάλο breakthrough! Και ήμουν ήδη δευτεροετής στη σχολή, εκπαιδευόμενος ηλεκτρονικός μηχανικός, και είχα αρχίσει να μαθαίνω και προγραμματισμό, και το είχα με την τεχνολογία, και με την επιστήμη, και με την επιστημονική φαντασία, και με τα τότε βιντεοπαιχνίδια, και…

Και τον Δεκέμβριο του 1989, περιμένοντας τη μάνα να μας φωνάξει για φαγητό, ξαπλωμένος στην κουκέτα, είκοσι χρονών, διαβάζω Το Κάψιμο τής Chrome του William Gibson.

Και δεν καταλαβαίνω χριστό…

* * *

Έκανε ζέστη, τη νύχτα που κάψαμε την Chrome. ‘Έξω στις στοές και στις πλατείες έντομα χτυπιούνταν μέχρι θανάτου στα νέον, αλλά στη σοφίτα του Μπόμπυ το μόνο φως έβγαινε από την οθόνη και τα κόκκινα και πράσινα LED του προσομοιωτή μήτρας. ‘Ήξερα απέξω το κάθε τσιπ του προσομοιωτή του Μπόμπυ. ‘Έμοιαζε με το συνηθισμένο Όνο-Σεντάι VII, το «Κυβερνοδιάστημα Επτά», αλλά του είχα κάνει τόσες μετατροπές που θα δυσκολευόσουν πολύ να βρεις ένα τετραγωνικό χιλιοστό των αρχικών κυκλωμάτων του εργοστασίου μέσα στο πυρίτιο.

Περιμέναμε δίπλα-δίπλα μπροστά στην κονσόλα του προσομοιωτή παρακολουθώντας το χρόνο στην κάτω αριστερή γωνία της οθόνης.

«Εμπρός», είπα όταν ήρθε η ώρα, αλλά ο Μπόμπυ είχε ξεκινήσει κιόλας, σκύβοντας μπροστά για να σπρώξει το ρωσικό πρόγραμμα στο ντράιβ του με την παλάμη του. Η κίνησή του είχε τη χάρη ενός παιδιού που ρίχνει το κέρμα του σ’ ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι με τη βεβαιότητα της νίκης και μια σειράς ακόμα δωρεάν παιχνιδιών.

‘Ένα ασημένιο κύμα φωσφορισμών πλημμύρισε το οπτικό μου πεδίο καθώς η μήτρα άρχισε να ξεδιπλώνεται στο κεφάλι μου, μια τρισδιάστατη σκακιέρα, άπειρη και τελείως διαφανής. Το ρωσικό πρόγραμμα φάνηκε να σκαμπανεβάζει καθώς μπήκαμε στο πλέγμα. Αν είχε μπει κανείς άλλος σ’ αυτό το σημείο της μήτρας, θα έβλεπε ένα κύμα σκιάς που τρεμόφεγγε να βγαίνει από τη μικρή κίτρινη πυραμίδα που αντιπροσώπευε το κομπιούτερ μας. Το πρόγραμμα ήταν ένα μιμητικό όπλο, σχεδιασμένο να απορροφά το τοπικό χρώμα και να παρουσιάζεται σαν υπερέχουσα εντολή ανώτατης προτεραιότητας ο’ όποιο περιβάλλον συναντούσε.

«Συγχαρητήρια», άκουσα να λέει o Μπόμπυ. «Μόλις γίναμε μια εποπτική μονάδα της Επιθεώρησης Σχάσης Ανατολικής Ακτής…» Αυτό σήμαινε πως περνούσαμε από τις οπτικές ίνες με το κυβερνητικό αντίστοιχο μιας πυροσβεστικής αντλίας, αλλά στην προσομοίωση της μήτρας φαινόμασταν να τρέχουμε κατευθείαν για τη βάση δεδομένων της Chrome. Δεν την έβλεπα ακόμα, αλλά ήξερα ήδη πως οι τοίχοι περίμεναν. Τοίχοι σκιάς, τοίχοι πάγου.

Η Chrome: το όμορφο παιδικό της πρόσωπο λείο σαν ατσάλι, με μάτια που θα ήταν πολύ άνετα στο βυθό κάποιας βαθιάς τάφρου του Ατλαντικού, ψυχρά γκρίζα μάτια που ζούσαν κάτω από τρομερή πίεση. ‘Έλεγαν πως μαγείρευε μόνη της καρκίνους για τους ανθρώπους που την πρόδιδαν, μπαρόκ προσωπικές παραλλαγές που έκαναν χρόνια να σε σκοτώσουν. ‘Έλεγαν πολλά για την Chrome, και τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν καθησυχαστικό.

Τη σκέπασα λοιπόν με μια εικόνα της Ρίκκι. Η Ρίκκι να γονατίζει σε μια σκονισμένη ηλιαχτίδα που έμπαινε λοξά στη σοφίτα από ένα πλέγμα γυαλιού και ατσαλιού: η ξεθωριασμένη φόρμα καταδρομών που φορούσε, τα διαφανή ροζ σανδάλια της, η γραμμή της γυμνής της πλάτης καθώς έψαχνε σε μια νάυλον τσάντα εργαλείων. Σηκώνει το κεφάλι, και μια μισό-ξανθη μπούκλα πέφτει στη μύτη της. Χαμογελά, κουμπώνει ένα παλιό πουκάμισο του Μπόμπυ, τριμμένο χακί βαμβακερό που τεντώνεται στο στήθος της.

Χαμογελά.

«Γαμώτο», είπε ο Μπόμπυ, «μόλις είπαμε της Chrome πως είμαστε εφοριακός έλεγχος και τρεις κλήσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου… Κρατήσου, Τζακ…»

Γειά σου, Ρίκκι. ‘Ίσως τώρα να μη σε ξαναδώ ποτέ.

Και σκοτάδι, τόσο σκοτάδι, στους χώρους του πάγου της Chrome.

* * *

(… ποιος πάγος, ρε πούστη μου, και ποια μήτρα… ΤΙ ΠΙΝΕΙ Ο ΤΥΠΟΣ…;)

* * *

Ο Μπόμπυ ήταν καουμπόυ, κι ο πάγος ήταν η ειδικότητά του, ΠΑΓΟΣ από το Προστατευτικά Αντίμετρα Γνησιότητας Ολοκληρωμένων Συστημάτων. Η μήτρα είναι μια αφηρημένη αναπαράσταση των σχέσεων μεταξύ των συστημάτων δεδομένων. Οι νόμιμοι προγραμματιστές συνδέονται και μπαίνουν στον τομέα της μήτρας του εργοδότη τους ανάμεσα σε λαμπερά σχήματα που αντιπροσωπεύουν τα δεδομένα των εταιρειών.

Πύργοι και εκτάσεις δεδομένων απλώνονται στο άχρωμο μη-διάστημα της προσομοίωσης μήτρας, της ηλεκτρονικής κατά κοινή συναίνεση παραίσθησης που διευκολύνει το χειρισμό και την ανταλλαγή μεγάλων ποσοτήτων δεδομένων. Οι νόμιμοι προγραμματιστές ποτέ δεν βλέπουν τα τείχη πάγου που πίσω τους δουλεύουν, τους τοίχους σκιάς που κρύβουν τη δουλειά τους από τους άλλους, από καλλιτέχνες της βιομηχανικής κατασκοπείας και απατεώνες σαν τον Μπόμπυ Κουίν.

Ο Μπόμπυ ήταν καουμπόυ. Ο Μπόμπυ ήταν διαρρήκτης, κλέφτης, έμπαινε παράνομα στο εκτεταμένο ηλεκτρονικό νευρικό σύστημα της ανθρωπότητας, έκλεβε δεδομένα και πίστωση στο συνωστισμό της μήτρας, το μονόχρωμο μη-διάστημα όπου τα μόνα άστρα ήταν πυκνές συγκεντρώσεις πληροφοριών, και ψηλά πάνω απ’ όλα έκαιγαν οι γαλαξίες των εταιρειών και οι ψυχροί σπειροειδείς βραχίονες των στρατιωτικών συστημάτων.

Ο Μπόμπυ ήταν ένα από τα πολλά μικρομέγαλα πρόσωπα που έβλεπες να πίνουν στο Τζέντλεμαν Λούζερ, το σικ μπαρ των κομπιούτερ καουμπόυς, των διαρρηκτών, των κυβερνητικών μπουκαδόρων. ‘Ημασταν συνέταιροι.

* * *

Πολλοί άνθρωποι θυμούνται το πρώτο τους φιλί, τον πρώτο τους έρωτα, την πρώτη φορά που πήγαν διακοπές μόνοι τους… Εγώ θυμάμαι τη στιγμή που ενηλικιώθηκα, τη στιγμή που ένιωσα ότι πλέον μπορώ να σταθώ στα πόδια μου. Είχα ήδη μπει στη Σχολή Ικάρων το Σεπτέμβρη του 1988, και είχα επιβιώσει από όλο εκείνο το τρομακτικό σοκ των πρώτων μηνών. Αλλά εκεί μέσα ήμασταν μια αγέλη, και η ενηλικίωση είναι πάντα ατομική υπόθεση. Δεν μπορείς να ενηλικιωθείς μέσα σε μια αγέλη, όσο ζόρικες κι αν είναι οι συνθήκες. Πρέπει να βγεις έξω, πρέπει να το κάνεις μόνος σου. Όχι δηλαδή ότι το κατάλαβα ακριβώς τη στιγμή που συνέβη. Αλλά συνέβη. Ήταν το 1990. Το μπαρ το έλεγαν Tango, νομίζω. Κάπου στα Ιλίσια. Ή στο Παγκράτι. Νομίζω…

Πίναμε μπύρες, με το Θανάση Σ…

. . .

Ο Θανάσης ήταν ένας ζωντανός θρύλος. Απλώς. Επρόκειτο να αποφοιτήσει από τη σχολή αρχηγός των ανθυποσμηναγών μηχανικών το 1988. Μια εβδομάδα πριν ορκιστεί, παραιτήθηκε. Πήγε για άλλα, και ευτυχώς. Λίγους μήνες μετά, όταν μπήκα εγώ στη σχολή, ο Θανάσης ήταν ήδη θρύλος.

Ήταν μια διάνοια στους υπολογιστές, και όχι μόνο… Ήταν ένα μυαλό κοφτερό, που λειτουργούσε σε άλλες συχνότητες. Άπιαστες. Και δεν ήταν nerd. Ήταν διαβασμένος, μορφωμένος, ενημερωμένος. Για τα πάντα. Κυριολεκτικά…

Κατά ευτυχή σύμπτωση, ο θαλαμάρχης μου στη σχολή Γιώργος Δ., ήταν φίλος και συγκάτοικος με το Θανάση, στα Άνω Πατήσια. Κι έτσι τον γνώρισα. Το να πω ότι έτρεμαν τα πόδια μου, και ότι έφτασα στην πρώτη συνάντηση κατααγχωμένος για το τι εντύπωση θα του κάνω, φυσικά περιττεύει, και φυσικά αποδείχτηκε τελείως άκυρο. Ο Θανάσης, αν και ζωντανός θρύλος και από κοντά, αποδείχτηκε εξαιρετικά cool τύπος.

Γρήγορα αρχίσαμε να κάνουμε παρέα, καλή παρέα. Φεύγαμε σκνίπα από το Green Door, στην Καλλιδρομίου, και πηγαίναμε καρφί για πατσά, στην αγορά ή στην Πατησίων… Πίναμε τους καπουτσίνο δύο-δύο, στο μυθικό Brazilian, στη Βουκουρεστίου… Κατεβήκαμε για καρναβάλι στη Πάτρα (είπαμε, ήμουν 20!), όπου ο συγκάτοικός του,  Γιώργος Δ. είχε μόλις πάει με μετάθεση… Ακούγαμε Wipers – Nothing Left To Lose, το αγαπημένο του…

Έμαθα πολλά πράγματα από το Θανάση. Δεν καταλάβαινα, βέβαια, ποια ακριβώς ευχαρίστηση έβρισκε αυτός στο να κάνει παρέα με μια μικρή πορδή σαν εμένα… Αλλά σίγουρα κάτι παραπάνω θα ήξερε, γι’ αυτό και ήταν ο Θανάσης, ενώ εγώ όχι…

Όταν έπεσα πάνω στο Κάψιμο της Chrome, του William Gibson, και δεν καταλάβαινα χριστό, έτρεξα στο Θανάση για βοήθεια. Αυτός θα ήξερε, σίγουρα (ακόμα και σήμερα, 22 χρόνια μετά, που γράφω αυτές τις γραμμές, είμαι απολύτως σίγουρος ότι ο τύπος ήξερε τα πάντα…).

Ομολογουμένως, δεν μπορώ να επαναφέρω στη μνήμη μου το βλέμμα και το χαμόγελο του Θανάση όταν του έθεσα το θέμα. Αλλά είμαι σίγουρος ότι θα ήταν θέαμα. Γιατί αποδείχτηκε ότι ήταν ήδη, από καιρό, φανατικός οπαδός του William Gibson (πράγμα που, φυσικά, θα έπρεπε να είχα μαντέψει, αν δεν ήμουν απλώς μια μικρή πορδή…). Τσιτάριζε αποσπάσματα, από μνήμης. Τον είχε διαβάσει όλον. Στο πρωτότυπο, φυσικά (δοκίμασα κι εγώ, τότε, και – surprise! – δεν κατάλαβα χριστό…).

. . .

Εκείνο το βράδυ του ’90 δεν ήμασταν στο Green Door. Είχαμε πάει να τσεκάρουμε ένα καινούριο μέρος, με μεγάλα ξύλινα τραπέζια και darts… Το έλεγαν Tango, νομίζω. Κάπου στο Παγκράτι. Ή στα Ιλίσια. Νομίζω…

* * *

Ο Μπόμπυ διάβαζε το μέλλον του στις γυναίκες’ τα κορίτσια του ήταν οιωνοί, αλλαγές του καιρού, και μπορούσε να κάτσει όλη νύχτα στο Τζέντλεμαν Λούζερ περιμένοντας την κατάλληλη εποχή που θα του έφερνε ένα νέο πρόσωπο μπροστά του σαν χαρτί του Ταρώ.

Δούλευα ώς αργά στη σοφίτα μια νύχτα, ξύριζα ένα τσιπ, είχα βγάλει το χέρι μου και είχα συνδέσει το μικρό μηχανικό βραχίονα.

Ο Μπόμπυ μπήκε μ’ ένα κορίτσι που δεν είχα ξαναδεί, και συνήθως αισθάνομαι κάπως περίεργα αν με δει κάποιος ξένος να δουλεύω έτσι, με τα καλώδια ενωμένα στα σκληρά ανθρακικά βύσματα που βγαίνουν από το κομμένο χέρι μου. Πλησίασε και κοίταξε τη μεγεθυμένη εικόνα στην οθόνη, έπειτα κοίταξε το μηχανικό βραχίονα που κουνιόταν στο κενό αέρος κάτω από το διαφανές κάλυμμα. Δεν είπε τίποτα, κοίταζε μόνο. Τη συμπάθησα αμέσως’ συμβαίνει καμιά φορά.

«Ο Τζακ ο Αυτόματος, Ρίκκι. Ο συνεταίρος μου».

Γέλασε, έφερε το χέρι του στη μέση της, και κάτι στον τόνο της φωνής του μου είπε πως θα περνούσα τη νύχτα σ’ ένα βρώμικο δωμάτιο ξενοδοχείου.

«Γεια», είπε εκείνη. Ψηλή, δεκαεννιά-είκοσι, μ’ όλα τα προσόντα. Μ’ ελάχιστες φακίδες στη μύτη και μάτια ανάμεσα στο βαθύ κεχριμπάρι και τον γαλλικό καφέ. Στενό μαύρο τζην γυρισμένο ώς τη μέση της γάμπας και στενή πλαστική ζώνη που πήγαινε με τα ροζ σανδάλια.

Αλλά τώρα, όταν τη βλέπω καμιά φορά όταν προσπαθώ να κοιμηθώ, τη βλέπω κάπου έξω στην άκρη της μεγάλης αυτής έκτασης με τις πόλεις και τον καπνό, και είναι σαν ένα ολόγραμμα κολλημένο πίσω από τα μάτια μου, μ’ ένα φανταχτερό φόρεμα που πρέπει να είχε φορέσει κάποτε, κάτι που δεν έφτανε στα γόνατά της. Γυμνά πόδια, ίσια και μακριά. Καστανά μαλλιά, με ξανθές πινελιές, σκεπάζουν το πρόσωπό της, ανεμίζουν, και τη βλέπω να μ’ αποχαιρετά.

* * *

Καθόμασταν στο τραπέζι και πίναμε Beck’s, όταν μπήκε το τραγούδι.

Δεν το ήξερα. Στην πραγματικότητα, δεν νομίζω ότι είχα ακούσει ποτέ Steely Dan. Αλλά όταν μπήκε το ρεφραίν, κατάλαβα ότι ήταν αυτό. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλο…

Rikki don’t lose that number…

 Πετάχτηκα επάνω σαν να με χτύπησε ρεύμα. “Έι”, του φωνάζω, “ακούς;;;

Συνοφρυώνεται. Ακούει. Δεν αντιδρά.

“Steely Dan… Το Rikki don’t lose that number…!!!”

Βλέμμα απορίας. Καμία αντίδραση.

“Το τραγούδι το οποίο ενέπνευσε την Ρίκκι ρε φίλε, στο Burning Chrome…!!!”

“Ε;”

“Την Ρίκκι… Την Ρίκκι στο Burning Chrome, του Gibson!!!” φωνάζω, πηδάω, χειρονομώ…

“Την… την Rikki Wildside;;”

“Δεν ξέρω πώς διάολο τη λέει στο πρωτότυπο… Ρίκκι η Ασυμμάζευτη την λέει το ελληνικό… Αυτή…!!!”

“Τι… ΤΙ ΛΕΣ ΡΕ;;;;;”

“Ναι ρε φίλε… Το έχει πει ο ίδιος, σε συνέντευξη…!!!”

Αρχίζουμε να ουρλιάζουμε. Και οι δύο…

* * *

Ρίκκι η Ασυμμάζευτη, την έλεγε o Μπόμπυ, κι εκείνες τις πρώτες βδομάδες πρέπει να πίστευε πως τα είχε όλα, απλωμένα στα πόδια της, ξεκάθαρα κι αστραφτερά στο φως των νέον. ‘Ήταν καινούρια στο χώρο, και είχε χιλιόμετρα ολόκληρα από στοές και μαγαζιά κι εμπορικά κέντρα και πλατείες και κλαμπ να εξερευνήσει, και τον Μπόμπυ να την ξεναγήσει εξηγώντας της την κακόφημη πλευρά του δρόμου, τις κρυφές διασυνδέσεις στη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων, όλους τους παίκτες και τα ονόματά τους και τα παιχνίδια που έπαιζαν. Την έκανε να νιώθει σαν στο σπίτι της.

«Τι έπαθε το χέρι σου;» με ρώτησε μια νύχτα στο Τζέντλεμαν Λούζερ καθώς καθόμασταν οι τρεις μας και πίναμε σ’ ένα μικρό τραπέζι στη γωνία.

«Ανεμοπλοΐα», είπα, «ατύχημα».

«Ανεμοπλοΐα πάνω από ένα σταροχώραφο», είπε ο Μπόμπυ, «σ’ ένα μέρος που το λένε Κίεβο. Ο Τζακ μας πετούσε εκεί στο σκοτάδι, κρεμασμένος από ένα παραφόιλ Nightwing, με πενήντα κιλά συσκευών παρεμβολής ραντάρ ανάμεσα στα πόδια του, κι ένας μαλάκας Ρώσος του ‘καψε το χέρι μ’ ένα λέηζερ στα τυφλά».

Δεν θυμάμαι πώς άλλαξα θέμα, αλλά άλλαξα.

‘Έλεγα ακόμα μέσα μου πως δεν ήταν η Ρίκκι που μ’ ενοχλούσε, αλλά το πώς την μεταχειριζόταν ο Μπόμπυ. Τον ήξερα πολύ καιρό, από το τέλος του πολέμου, και ήξερα πως χρησιμοποιούσε τις γυναίκες σαν μάρκες σ’ ένα παιχνίδι, ο Μπόμπυ Κουίν εναντίον της τύχης, εναντίον του χρόνου και της νύχτας των πόλεων. Και η Ρίκκι είχε εμφανιστεί τη στιγμή που χρειαζόταν κάτι να τον ωθήσει, κάποιο στόχο. Την είχε βάλει λοιπόν σαν σύμβολο όλων όσων ήθελε και δεν μπορούσε να έχει, όλων όσων είχε και δεν μπορούσε να κρατήσει.

Δεν μου άρεσε που ήμουν υποχρεωμένος να κάθομαι και να τον ακούω να μου λέει πόσο πολύ την αγαπούσε, και ξέροντας ότι το πίστευε το έκανε ακόμα χειρότερο. ‘Ηταν πάντα αριστοτέχνης στις ξαφνικές απογοητεύσεις και την ταχεία ανάκαμψη, και το είχα δει να συμβαίνει πάνω από δέκα φορές κιόλας. Τα μαύρα του γυαλιά θα μπορούσαν να γράφουν Η ΕΠΟΜΕΝΗ με κεφαλαία πράσινα φωσφορικά γράμματα, έτοιμα ν’ ανάψουν με το πρώτο ενδιαφέρον πρόσωπο που θα περνούσε από τα τραπέζια του Τζέντλεμαν Λούζερ.

‘Ήξερα τι τους έκανε. Τις έκανε σύμβολα, σφραγίδες στο χάρτη της ζωής του σαν απατεώνας, σημαντήρες που μπορούσε ν’ ακολουθήσει σε μια θάλασσα από μπαρ και νέον. Με τι άλλο θα μπορούσε να καθορίσει την πορεία του; Δεν αγαπούσε τα χρήματα, σαν απόλυτη αξία, δεν ήταν αρκετά σημαντικό κίνητρο. Δεν τον ενδιέφερε η εξουσία πάνω σε άλλους ανθρώπους’ μισούσε τις ευθύνες που συνεπαγόταν. Είχε κάποιο φιλότιμο, κάποια υπερηφάνεια στην τέχνη του, αλλά αυτό δεν έφτανε για να τον κρατήσει σε δράση.

‘Έτσι, τα βόλευε με τις γυναίκες.

* * *

Άνθρωποι σαν τον Θανάση (όσοι κυκλοφορούσαν, τουλάχιστον, και σίγουρα δεν ήταν πολλοί) δεν διάβαζαν, φυσικά, Απαγορευμένο Πλανήτη… Αυτά ήταν για κάτι άσχετους, για κάτι wannabe’s, σαν κι εμένα. Αλλά στο ίδιο εκείνο τεύχος του Πλανήτη, εκτός από το διήγημα του Gibson, είχε και μια συνέντευξή του (“William Gibson: Η ηχώ τού software”). Κάποια στιγμή, ο δημοσιογράφος τον ρωτάει για τις εξωλογοτεχνικές επιρροές του:

Πες μου λίγο για τις εξωλογοτεχνικές σου επιρροές, στο γράψιμό σου αλλά και στη ζωή σου. Ποιοι σου αρέσουν από το χώρο της μουσικής και της τέχνης;

Πάντα μου άρεσε ο Lou Reed και οι Velvet Underground. Υπάρχουν ακόμα οι Steely Dan – δεν πολυακούγονται σήμερα αυτοί, αλλά νομίζω ότι δεν έχουν εκτιμηθεί όσο έπρεπε. Η Ρίκκι η Ασυμμάζευτη του Βurning Chrome βγαίνει κατευθείαν μέσα από το «Rikki Don’t Lose Τhat Number» των Steely Dαn… Εξ ου και τ’ όνομα του μπαρ «The Gentleman Loser».

 

Εκείνη την εποχή – θυμηθείτε, είμαστε στο 1990, δεν υπάρχει Google, δεν υπάρχει καν Web (αν και ο Θανάσης, φυσικά, είχε Internet στο σπίτι, από τότε) – τέτοιες πληροφορίες δεν ήταν τετριμμένες.  Και ο μόνος τρόπος να τις μάθεις ήταν να πέσεις πάνω τους, σε έντυπη μορφή. Γεγονός που είχε συμβεί σε μένα, αλλά όχι στο Θανάση…

Φτάνω στο σπίτι. Ανοίγω την εξώπορτα. Wow, ρε φίλε… Δεν είμαι απλώς μια μικρή πορδή… ΥΠΑΡΧΩ…

… μαθαίνω πράγματα ΣΤΟ ΘΑΝΑΣΗ!!!

Εκείνο το βράδυ ενηλικιώθηκα.

* * *

Πολλοί άνθρωποι που με γνωρίζουν σήμερα, σχηματίζουν την εντύπωση ότι, γενικά, όχι μόνο διαβάζω λογοτεχνία, αλλά ότι διάβαζα πάντα, μανιωδώς, και προφανώς από μικρός. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική (ένας φίλος, πρόσφατα, εξέφρασε αυτήν του την πεποίθηση με τέτοια βεβαιότητα, με τέτοια σιγουριά, που στεναχωρήθηκα να του χαλάσω την εικόνα, και δεν το έκανα…). Πριν τα είκοσί μου ήμουν καθαρά παιδί των αριθμών – διάβαζα το Περισκόπιο της Επιστήμης (sorry, guys…), ονειρευόμουν να γίνω θεωρητικός (αστρο)φυσικός, και δεν είχα χώρο για άλλα πράγματα…. Όχι ότι μετά τα είκοσί μου άλλαξε κάτι. Αλλά τότε έγινε ένα κλικ, μια έκλαμψη, και κατάλαβα ότι η λογοτεχνία δεν ήταν αυτό που προσπαθούσαν μέχρι τότε να με πείσουν ότι ήταν, αλλά κάτι άλλο, κάτι που πραγματικά μπορούσες να το νιώσεις σωματικά, να το απολαύσεις

… και θυμάμαι πολύ καθαρά τη συγκεκριμένη στιγμή που συνέβη αυτό: ήμουν ξαπλωμένος στην κουκέτα, το Δεκέμβριο του 1989, και διάβαζα Το Κάψιμο της Chrome, του William Gibson, σε μετάφραση Δημήτρη Αρβανίτη…

… και μπορεί στην αρχή να μην κατάλαβα χριστό, αλλά υπήρχε κάτι, κάτι, κάτι που παλλόταν, μια μουσική που αναδυόταν από το βάθος πεδίου, μια αίσθηση που δεν είχε σχέση με την μελλοντολογική εικονοποιία της ιστορίας αλλά με την ιστορία καθεαυτή, και με το μοντάζ, και με τους τρεις κατοίκους της – τόσο πραγματικούς, τόσο τρωτούς, τόσο κοντινούς μέσα σε όλο εκείνο το μπαρόκ high tech σκηνικό…

… κάτι που με απέτρεπε από το να παρατήσω απλώς κάτι που δεν καταλάβαινα, και με οδηγούσε πίσω στην ιστορία, ξανά και ξανά, παλεύοντας να ξεδιαλύνω όλη εκείνη την ερμητική ορολογία – τους προσέρ, το κυβερνοδιάστημα, την ίδια την Chrome – για να φτάσω από κάτω, εκεί που έπρεπε – εκεί που με ήθελε ο συγγραφέας…

Και όταν έφτασα εκεί, ήταν το δικό μου λογοτεχνικό big bang, ο απόηχος του οποίου συνεχίζει να ακούγεται στα αυτιά μου μέχρι σήμερα…

Λίγο, πολύ λίγο αργότερα, θα ανακάλυπτα τον Raymond Chandler του Αντίο, Γλυκιά μου, τον Frank Miller του Batman: The Dark Knight Returns, και τα Παράδοξα του Ευγένιου Αρανίτση στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία…

Θα χρειαζόμουν μια ολόκληρη δεκαετία ακόμα για να βρω τον Borges.

Ήταν μια ωραία, καθαρή δεκαετία, χωρίς σκιές και αμφιβολίες…

O William Gibson στο εξώφυλλο του Wired 1.04, Sep-Oct 1993 (το αντίτυπό μου χάθηκε σε κάποια μετακόμιση…)

* * *

Πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι. Πες μου τι διαβάζεις, να σου πω τι θα διαβάσεις μετά… Ο William Gibson, προσωπικός μου φίλος πλέον και μεγάλος καριόλης, αναφερόταν συνέχεια σε εκείνον τον Αμερικανό συγγραφέα, και πάντα στον υπερθετικό βαθμό. Τι διάολο, κάτι θα ξέρει παραπάνω από μένα…

Όταν το πρώτο βιβλίο του εν λόγω Αμερικανού μεταφράστηκε στα ελληνικά (ακόμα δεν αισθανόμουν confident να αναμετρηθώ με πρωτότυπα), τσακίστηκα να το πάρω.

Αλλά δεν μπορώ να πάω πέρα από τη σελίδα 7. Κάτι… κάτι δεν δουλεύει…

Στα επόμενα χρόνια θα κάνω και άλλες προσπάθειες με το βιβλίο. Το ίδιο μάταιες. Τι σκατά έβρισκε εδώ ο Gibson;

Ήταν σε ένα παζάρι βιβλίου, στην Κλαυθμώνος, που ανακάλυψα ένα άλλο βιβλίο του εν λόγω συγγραφέα. Μικρό, προσιτό – γιατί διάολο δεν μπορούσα να το βρω στα βιβλιοπωλεία; Αυτή τη φορά τα πράγματα πήγαν καλύτερα. Ναι, κάτι υπήρχε εδώ…

Όταν κυκλοφόρησε στα ελληνικά το magnum opus του, αποφάσισα να τον παλέψω. Το πήρα από την Εστία. Πήγα σπίτι, έφτιαξα καφέ, και άνοιξα την πρώτη σελίδα:

Ένα ουρλιαχτό διασχίζει τον ουρανό. Έχει ξανασυμβεί, αλλά τώρα δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτε.”

Thomas Pynchon, Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, μτφ. Γιώργου Κυριαζή

. . .

Αρκετά χρόνια αργότερα, θα μου ζητήσουν ένα κείμενο για το The Zone, το ελληνικό περιοδικό για τον Commander Pynchon. Το έστειλα. Είχε τίτλο “Έξι πρίγκηπες μιλούν για τον Βασιλιά”. Έξι συγγραφείς. Έξι κομμάτια. Τα πέντε τα έψαξα. Το ένα το είχα ήδη. Το είχα από καιρό…:

Για μένα, ο Pynchon είναι ένα είδος μυθικού ήρωα” – William Gibson

Ξέρεις, Bill… σε πιστεύω…

…  sure the fuck I believe you…

William Gibson, γύρω στο 2000

* * *

Όσο απίστευτο και αν ακούγεται σήμερα (ακόμα και σε μένα), ένα φεγγάρι, όχι πολύ παλιά, επιχείρησα να καταπιαστώ με τη λογοτεχνική μετάφραση. Τύχη τρανή διασταύρωσε το δρόμο μου με αυτόν του Ίκαρου Μπαμπασάκη. Συνμεταφράσαμε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Και μετά βρέθηκα στα θρανία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μετάφρασης Λογοτεχνίας & Ανθρωπιστικών Επιστημών (ΕΚΕΜΕΛ, για τους φίλους). Ήταν Οκτώβριος 2008.

Προέκυψε μια καλή παρέα από εκείνα τα μαθήματα. Τα οποία δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω – ούτε καν το πρώτο έτος: τον Μάρτιο του 2009, κάτι έτυχε, και έπρεπε να την κοπανήσω για Δυτική Σαχάρα.

Και την κοπάνησα…

Είχα κάνει τους διακανονισμούς μου – θα διέκοπτα, και θα συνέχιζα όταν επέστρεφα. Έπρεπε απλώς να παραδώσω την εργασία του πρώτου έτους, τον Σεπτέμβριο του 2009. Μπορούσα να τη στείλω με email. Από τη Σαχάρα. Κανένα πρόβλημα…

Κανένα απολύτως πρόβλημα! Γιατί καιρό πριν, πριν ακόμα καταπιαστώ και με το βιβλίο που μεταφράσαμε μαζί με τον Ίκαρο, είχα κάτσει από μόνος μου, έτσι, για άσκηση, όπως έλεγα τότε στον εαυτό μου, και είχα ξεκινήσει την μετάφραση ενός βιβλίου το οποίο, στην ελληνική του έκδοση, είχε δυστυχήσει. Και είχα σχεδόν ολοκληρώσει το πρώτο κεφάλαιο. Μπορούσα να το χρησιμοποιήσω, για την εργασία του πρώτου έτους στο ΕΚΕΜΕΛ. Και αυτό θα έκανα.

Το βιβλίο ήταν το Neuromancer, το πρώτο, θρυλικό μυθιστόρημα του William Gibson…

* * *

Ο ουρανός πάνω από το λιμάνι θύμιζε τηλεόραση, συντονισμένη σε κανάλι χωρίς εκπομπή.

[…]

Οι Γιαπωνέζοι είχαν ήδη αφήσει πίσω τους περισσότερα από όσα είχαν μάθει ποτέ οι Κινέζοι στη νευροχειρουργική. Οι μαύρες κλινικές της Χίμπα ήταν στην αιχμή, καινούριες τεχνικές εμφανίζονταν κάθε μήνα, κι ακόμα δεν μπορούσαν να του φτιάξουν τη ζημιά που είχε πάθει σ’ εκείνο το ξενοδοχείο στο Μέμφις.

Ένα χρόνο εδώ κι ακόμα ονειρευόταν τον κυβερνοχώρο, με τις ελπίδες του να σβήνουν νύχτα με τη νύχτα. Τόσο σπηντ, τόσες περιπλανήσεις στην Πόλη της Νύχτας, κι ακόμα στον ύπνο του έβλεπε τη μήτρα, φωτεινά πλέγματα λογικής να ξεδιπλώνονται στο άχρωμο κενό… Τώρα η πατρίδα του, η Έκταση, ήταν πολύ μακριά, στην άλλη πλευρά του Ειρηνικού, και δεν ήταν πια χειριστής, καουμπόυ της κονσόλας, παρά μόνο ένας ακόμα λαθρέμπορος που προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα. Αλλά τα όνειρα έρχονταν μέσα στη γιαπωνέζικη νύχτα σαν ζωντανές κούκλες βουντού, κι εκείνος εκλιπαρούσε και έκλαιγε, έκλαιγε στον ύπνο του και ξυπνούσε μόνος στο σκοτάδι, κουλουριασμένος σε μια κάψουλα ύπνου κάποιου φτηνού ξενοδοχείου, με τα χέρια του να σφίγγουν το στρώμα, τα δάχτυλα μπηγμένα βαθιά μέσα στο αφρολέξ, ψάχνοντας την κονσόλα που δεν ήταν εκεί.

[…]

Ο Κέις ήταν είκοσι τεσσάρων. Στα είκοσι δύο του ήταν ήδη καουμπόυ, κλέφτης, από τους καλύτερους στην Έκταση. Είχε εκπαιδευτεί από τους καλύτερους, το Μακόυ Πόλεϊ και το Μπόμπυ Κουήν, θρύλους στο επάγγελμα. Λειτουργούσε με την αδρεναλίνη σχεδόν σταθερά στο κόκκινο, παρενέργεια της νιότης και της ικανότητας, βυσματωμένος σε μια κατά παραγγελία φτιαγμένη κονσόλα που εκτόξευε την ασώματη συνείδησή του στη συναινετική παραίσθηση που ήταν η μήτρα. Κλέφτης που δούλευε για άλλους, πλουσιότερους κλέφτες, εργοδότες που τον προμήθευαν με τα εξωτικά προγράμματα που χρειαζόταν για να διαπερνά τους λαμπερούς τοίχους των εταιρικών συστημάτων και να ανοίγει δρόμους προς πλούσια αποθέματα δεδομένων.

Είχε κάνει το κλασικό λάθος, αυτό που είχε ορκιστεί να μην κάνει ποτέ. Έκλεψε τους εργοδότες του. Κράτησε κάτι για τον εαυτό του και προσπάθησε να το πλασάρει μέσω ενός κλεπταποδόχου στο Άμστερνταμ. Ακόμα δεν ήταν σίγουρος πώς τον είχαν ανακαλύψει, αν και δεν είχε πια σημασία. Νόμισε ότι θα πέθαινε, τότε, αλλά εκείνοι απλώς χαμογέλασαν. Φυσικά, του είπαν, μπορούσε να κρατήσει τα χρήματα. Και θα τα είχε ανάγκη. Επειδή –χαμογελώντας ακόμα– θα φρόντιζαν να σιγουρευτούν ότι δεν επρόκειτο να ξαναδουλέψει ποτέ.

Χάλασαν το νευρικό του σύστημα με μια ρωσική μυκοτοξίνη απ’ τον καιρό του πολέμου.

Πέρασε τριάντα ώρες μέσα σε παραισθήσεις, δεμένος σ’ ένα κρεβάτι κάποιου ξενοδοχείου στο Μέμφις, ενώ το ταλέντο του καιγόταν χιλιοστό προς χιλιοστό.

Η ζημιά ήταν λεπτή, ακριβής και ολοκληρωτικά αποτελεσματική.

Για τον Κέις, που ζούσε για την ασώματη έκσταση του κυβερνοχώρου, ήταν η Πτώση. Στα μπαρ όπου σύχναζε ως φτασμένος καουμπόυ, η ελίτ περιφρονούσε τη σάρκα. Το σώμα ήταν κρέας. Ο Κέις βρέθηκε φυλακισμένος μέσα στην ίδια του τη σάρκα.

[…]

Μόνος σ’ ένα τραπέζι τού Jarre de Thé, με το οκτάγωνο χάπι να αρχίζει να τον πιάνει, σταγόνες ιδρώτα στις παλάμες του και με μια ξαφνική αντίληψη κάθε μιας τρίχας ξεχωριστά στα χέρια και το στήθος του, ο Κέις ήξερε ότι από ένα σημείο και πέρα είχε αρχίσει να παίζει ένα παιχνίδι με τον εαυτό του, ένα παιχνίδι αρχαίο, χωρίς όνομα, μια τελική πασιέτζα. Δεν κουβαλούσε πια όπλο. Δεν έπαιρνε τις βασικές προφυλάξεις. Έκλεινε τις πιο γρήγορες, τις πιο αβέβαιες δουλειές στην πιάτσα, και είχε τη φήμη ότι μπορούσε να κάνει οτιδήποτε του ζητούσες. Ένα κομμάτι του ήξερε ότι η σπίθα της αυτοκαταστροφής του ήταν τελείως φανερή στους πελάτες του, που λιγόστευαν συνεχώς, αλλά το ίδιο κομμάτι του απολάμβανε την επίγνωση ότι ήταν απλώς θέμα χρόνου. Και ήταν αυτό ακριβώς το κομμάτι του, αυτάρεσκο στην αναμονή του θανάτου, που μισούσε περισσότερο τη σκέψη της Λίντα Λη.

Την είχε βρει μια βροχερή νύχτα, σε κάτι ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Κάτω από λαμπερά φαντάσματα που καίγονταν μέσα στη γαλάζια ομίχλη απ’ τα τσιγάρα, ολογράμματα του Wizard’s Castle, του Tank War Europa, της κορυφογραμμής της Νέας Υόρκης… Και τώρα τη θυμόταν έτσι, το πρόσωπό της λουσμένο στο αεικίνητο φως των λέηζερ, με χαρακτηριστικά που είχαν γίνει ένα με τον κώδικα: μάγουλα που έλαμπαν κατακόκκινα καθώς το Κάστρο καιγόταν, μέτωπο βρεγμένο γαλάζιο όταν έπεφτε το Μόναχο στον Πόλεμο των Τεθωρακισμένων, πινελιές καυτού χρυσού στο στόμα της καθώς το ανεμόπτερο έβγαζε σπίθες στην επαφή του με τα τοιχώματα ενός φαραγγιού από ουρανοξύστες. Ήταν στα πάνω του εκείνο το βράδυ, με ένα πακέτο κεταμίνη του Γουέιτζ στο δρόμο για τη Γιοκοχάμα και τα λεφτά ήδη στην τσέπη του. Είχε μπει για να αποφύγει τη χλιαρή βροχή που άχνιζε στα πεζοδρόμια του Νινσέι, και κάπως την ξεχώρισε αμέσως – ένα πρόσωπο ανάμεσα σε δεκάδες άλλα που στέκονταν στις κονσόλες, χαμένη στο παιχνίδι της. Η έκφραση στο πρόσωπό της, τότε, ήταν η ίδια που είχε δει, ώρες αργότερα, όταν εκείνη κοιμόταν στο λιμάνι, το πάνω χείλος της σαν πουλί που πετάει σε παιδική ζωγραφιά.

Διασχίζοντας την αίθουσα για να σταθεί δίπλα της, ανεβασμένος λόγω της δουλειάς που είχε κλείσει, την είδε να σηκώνει το βλέμμα. Γκρίζα μάτια, περιγράμματα βαμμένα με μαύρο μολύβι. Μάτια αγριμιού καθηλωμένου από τους προβολείς διερχόμενου αυτοκινήτου.

Η νύχτα μαζί της απλώθηκε, έγινε πρωί, έγινε εισιτήρια για το φέρυ και το πρώτο του ταξίδι στην άλλη πλευρά του Κόλπου. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει στο Χαρατζούκου, φτιάχνοντας χάντρες πάνω στο πλαστικό της τζάκετ, και τα παιδιά του Τόκυο, με τα άσπρα παπούτσια και τις εφαρμοστές κουκούλες τους, συνέχιζαν να συνωστίζονται στις φημισμένες μπουτίκ, μέχρι που εκείνη στάθηκε δίπλα του, μέσα στους μεταλλικούς ήχους μιας αίθουσας πατσίνκο, τα μεσάνυχτα, και του κράτησε το χέρι σαν παιδί.

Ένα μήνα μετά, ο συνδυασμός ναρκωτικών και έντασης στην καθημερινότητα του Κέις είχε μετατρέψει εκείνα τα συνεχώς ξαφνιασμένα μάτια σε δυο πηγάδια ανακλαστικής ανάγκης. Είδε την προσωπικότητά της να κομματιάζεται, να διαλύεται σαν παγόβουνο, κομμάτια να πλέουν μακριά, και τελικά την ωμή ανάγκη, το πεινασμένο ζώο της εξάρτησης. Την είδε να αναζητά την επόμενη δόση με μια συγκέντρωση που του θύμισε τους προσευχόμενους μάντεις που πούλαγαν στους πάγκους της Σίγκα, δίπλα από δεξαμενές με μεταλλαγμένους κυπρίνους και γρύλλους σε κλουβιά από μπαμπού.

Το βλέμμα του έπεσε στα κατακάθια του άδειου φλιτζανιού. Το σπηντ τα έκανε να πάλλονται. Η καφέ επιφάνεια του τραπεζιού ήταν μουντή, σκεπασμένη με μικρές χαρακιές. Με το ντεξ να ανεβαίνει μέσα από τη σπονδυλική του στήλη, είδε τα αμέτρητα τυχαία χτυπήματα που χρειάζονταν για να φτιαχτεί μια επιφάνεια σαν αυτή. Το Jarre ήταν διακοσμημένο με ένα παλιομοδίτικο, απρόσωπο στυλ του περασμένου αιώνα, ένα στενάχωρο συνονθύλευμα γιαπωνέζικου παραδοσιακού και ωχρού μιλανέζικου πλαστικού, αλλά καθετί εκεί μέσα έμοιαζε καλυμμένο από ένα αχνό πέπλο, λες και η κακή διάθεση ενός εκατομμυρίου πελατών είχε με κάποιο τρόπο αποτυπωθεί στους καθρέφτες και το άλλοτε γυαλιστερό πλαστικό, αφήνοντας τις επιφάνειες θαμπές με κάτι που δεν θα μπορούσε να καθαριστεί ποτέ.

* * *

Τον Σεπτέμβριο του 2009, τελευταία στιγμή, στη Σαχάρα, μαθαίνω ότι για την εργασία, εκτός από τη μετάφραση, πρέπει να παραδώσουμε και μια σύντομη εισαγωγή – για το βιβλίο, τον συγγραφέα, κλπ.

Υπό κανονικές συνθήκες, αυτό ήταν απλώς βούτυρο στο ψωμί μου. Και ξεκίνησα να την γράφω. Με στυλ…!

… αλλά οι συνθήκες δεν ήταν ακριβώς κανονικές. Λίγες μέρες πριν, 30 Αυγούστου, ένα αυτοκίνητο του φυλακίου μου είχε πέσει σε νάρκη και είχε καταστραφεί ολοσχερώς (ευτυχώς χωρίς θύματα)… Ο διοικητής ετοιμαζόταν να φύγει με ένα μήνα άδεια, και εγώ να παραλάβω επισήμως υποδιοικητής και, ταυτόχρονα, διοικητεύων για ένα μήνα. Σχεδόν το ένα τρίτο των αντρών μου ήταν ακόμα υπό εκπαίδευση (γαμώ τα αρχηγεία μου και τους προγραμματισμούς τους)… Ήμασταν όλοι ακόμα μουδιασμένοι από την έκρηξη της νάρκης… Ανακριτικές επιτροπές πηγαινοέρχονταν… Το ηθικό στον πάτο, ο φόρτος εργασίας στο θεό… Και εγώ, για πρώτη φορά στη ζωή μου, επικεφαλής…

επικεφαλής…!

Ευτυχώς χωρίς θύματα… – 30 Αυγούστου 2009, Oum Dreyga, Δυτική Σαχάρα

14 Σεπτεμβρίου 2009, Oum Dreyga, Δυτική Σαχάρα: ο Santiago Mendez (δεξιά, πρώτο πλάνο), πλωτάρχης των πεζοναυτών από το El Salvador, φεύγει, και εγώ (στο βάθος) παραλαμβάνω υποδιοικητής…

… και διοικητεύων για τον επόμενο μήνα, και ο Yaser λείπει, και τα προβλήματά μου έχουν μόλις αρχίσει…

… και, αν κρίνω από την έκφρασή μου τουλάχιστον, μάλλον το έχω καταλάβει…

Ήθελα να ξυπνήσω, και να είναι όλα αυτά ένα άσχημο όνειρο, ένα κακόγουστο αστείο κάποιου χωρίς καμία αίσθηση του χιούμορ… Φευ…

Και εκείνη την εισαγωγή, για την μετάφρασή μου – το πρώτο κεφάλαιο από το Neuromancer, του William Gibson, δεν την τελείωσα ποτέ….

… ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, μέχρι σήμερα, που τα ανασκάπτω όλα αυτά για να γράψω το κείμενο που διαβάζετε…

Κοιτάζω σήμερα το email που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου στείλει τότε η συμμαθήτριά μου η Ιωάννα. Το κείμενο και η εισαγωγή της. Η Ιωάννα έχει κάνει αυτό που πρέπει: μια εισαγωγή μιάμιση σελίδα, με διπλό διάκενο.

Κοιτάζω σήμερα, για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο του 2009, την ημιτελή εισαγωγή μου για τον Gibson και το Neuromancer: Δυόμιση σελίδες, με απλό διάκενο… Την κοιτάζω, ξανά και ξανά: αν και ημιτελής, σύμφωνα με την αρχική μου πρόθεση, η εισαγωγή, έτσι όπως είναι, στέκεται. Αυτοτελώς. Το μόνο που είχα να κάνω, ήταν να αφαιρέσω τον τίτλο της τελευταίας παραγράφου, για την οποία δεν είχα γράψει ακόμα κείμενο, και να τη στείλω, μαζί με τη μετάφραση.

Δεν την έστειλα ποτέ. Και δεν είμαι σίγουρος, τώρα που το διαπιστώνω, ότι καταλαβαίνω ακριβώς το γιατί…

. . .

Για την ιστορία, όταν επέστρεψα από τη Σαχάρα, τον Απρίλιο του 2010, ήμουν ένας άλλος άνθρωπος, και δεν μπορούσα να διανοηθώ καν ότι θα καθήσω ξανά στα θρανία του ΕΚΕΜΕΛ…

Αλλά σήμερα, που αυτό το κεφάλαιο έχει κλείσει, μπορώ επιτέλους να πω την αλήθεια, χωρίς να ντρέπομαι ότι ίσως ακουστεί παιδαριώδης.

Και η αλήθεια είναι ότι ο μοναδικός λόγος που μπήκα σ’ συτή τη δουλειά εξ’ αρχής ήταν να μεταφράσω, κάποια μέρα, τα μυθιστορήματα του William Gibson, έτσι όπως είχε μεταφράσει ο Δημήτρης Αρβανίτης Το Κάψιμο της Chrome, στο τεύχος 9 του Απαγορευμένου Πλανήτη, το Δεκέμβριο του 1989…

Sincere apologies for any inconvenience…

* * *

Ο Κέις βρέθηκε να κοιτάει μια βιτρίνα. Το μέρος πούλαγε μικρά γυαλιστερά αντικείμενα στους ναυτικούς. Ρολόγια, σουγιάδες, αναπτήρες, βίντεο τσέπης, συσκευές προσέρ, βαριές αλυσίδες μανρίκι και σούρικεν. Τα σούρικεν τον μάγευαν πάντα, ατσάλινα αστέρια με μύτες κοφτερές σαν μαχαίρι. Κάποια ήταν χρωμιωμένα, άλλα μαύρα, μερικά με επιφάνεια που ιρίδιζε σαν λάδι στο νερό. Αλλά ήταν τα χρωμιωμένα που τον μαγνήτισαν, στερεωμένα πάνω σε κόκκινο βελούδο με πλαστική πετονιά, σχεδόν αόρατη, και στο κέντρο στάμπες με δράκους ή σύμβολα του γιν-γιανγκ. Και εκεί, με τα νέον του δρόμου να ανακλώνται πάνω τους, ο Κέις σκέφτηκε ότι αυτά ήταν τα αστέρια κάτω από τα οποία ταξίδευε, η μοίρα του γραμμένη σε έναν αστερισμό από φτηνό χρώμιο.

ΕΚΕΜΕΛ, Τάξη 2010 (και εγώ, ως απλός guest), μετά το τελευταίο μάθημα, Low Profile, Μάιος 2010

* * *

Όλα αυτά τα θυμάμαι σήμερα γιατί, μερικές εβδομάδες πριν, παρέλαβα από το Amazon το τελευταίο βιβλίο του William Gibson, Distrust That Particular Flavor, μια συλλογή με τα περισσότερα non-fiction κομμάτια του, γραμμένα για το Wired, το Rolling Stone, το Time και άλλα έντυπα, ομιλίες του…

… και τον πρόλογο που του ζητήθηκε να γράψει για μια έκδοση των Labyrinths, του Borges!!

Distrust That Particular Flavor (non-fiction, 2012), by William Gibson

Έχω μια εμμονή με τον Borges, διαβάζω οτιδήποτε πέσει στα χέρια μου για αυτόν, και ως συνέπεια καταλήγω πολλές φορές να διαβάζω τα ίδια και τα ίδια (πόσο πρωτότυπος μπορεί να είναι κάποιος γράφοντας για τον Borges, σήμερα;). Όμως πιστέψτε με, ο Gibson έβαλε μια-δυο πινελιές, ανεπαίσθητες αλλά καθοριστικές, γράφοντας φυσικά ως αναγνώστης (και μεγάλος θαυμαστής), και όχι ως συγγραφέας, ούτε βέβαια ως ειδικός στον Borges…

… αλλά δεν είναι αυτό (το οποίο το ανακάλυψα αρκετές μέρες αργότερα – στον πίνακα περιεχομένων είναι καμουφλαρισμένο κάτω από τον αθώο τίτλο An Invitation)… Άλλωστε, οι ασυνήθιστες οπτικές γωνίες είναι η ειδικότητα του Gibson (και υπεραρκετός λόγος για να διαβάσει κάποιος το Distrust That Particular Flavor)… Και η επίδραση του Borges στον Gibson είναι ήδη, από καιρό, καλά τεκμηριωμένη (το κειμενάκι που είχα γράψει το 2003 μαζί με τον Allen Ruch, moderator του καταπληκτικού site The Modern Word, επιζεί ακόμα σήμερα, against all odds: Borges influence on William Gibson)…

… είναι ότι, με το που άνοιξα το βιβλίο και άρχισα να διαβάζω, έπεσαν πάνω μου, κυριολεκτικά, όλες αυτές οι αναμνήσεις, από την πρώτη κιόλας σελίδα…

… και μ’ έπιασαν απ’ το λαιμό, και δεν μπορούσα ν’ ανασάνω…

Όλες

Σκέφτηκα να κάτσω να γράψω ένα κείμενο για το blog – το μοναδικό αποτελεσματικό αντι-ξόρκι που ήξερα. Αλλά δεν προλάβαινα. Έτσι αντιστάθηκα. Επινόησα συγκεκριμένες ασκήσεις απόσπασης της προσοχής για να απαλλαγώ από  όλα εκείνα τα φασματικά όντα που, αυτοπροσκεκλημένα από εκείνη την απλή, μαγική πράξη του να ανοίγεις ένα βιβλίο, είχαν θρονιαστεί στο κέντρο του οπτικού μου πεδίου, όπου και αν κοίταζα, και δεν έλεγαν να το κουνήσουν από εκεί, αν δεν τα ξόρκιζα, αν δεν τους έδινα σάρκα και οστά, μέσα από λέξεις και αφηγήσεις….

Ζορίστηκα, αλλά τα κατάφερα. Και έκλεισα το βιβλίο, και το καταχώνιασα κάπου, και το απέφευγα για μέρες.

Αλλά δεν μπορείς, λένε, να αποφύγεις τη μοίρα σου…

… και χτες, ξαναπιάνοντάς το στα χέρια μου για να το διαβάσω σε περιβάλλον που θεωρούσα ασφαλές από τέτοιου είδους εισβολές, δηλαδή στο μετρό, και τελειώνοντας εκείνο το κομμάτι όπου ο Gibson περιγράφει τον σχεδόν εθισμό του στο κυνήγι παλαιών μηχανικών ρολογιών μέσα από το eBay (My Obsession, Wired, Jan 1999), στο σημερινό του υστερόγραφο (που συνοδεύει κάθε ένα κείμενο του βιβλίου) εξηγεί…

… εξηγεί ότι το θέμα δεν ήταν ποτέ τα ρολόγια, ή η απόκτηση και κατοχή οποιουδήποτε άλλου αντικείμενου, αλλά…

… αλλά…

the real pursuit is in the learning curve. The dive into esoterica. The quest for expertise.”

Σήκωσα το βλέμμα από το βιβλίο. Έκλεισα τα μάτια. Όλα τα παραπάνω – και αρκετά άλλα – πέρασαν από την οθόνη των κλειστών βλεφάρων μου. Αστραπιαία…

Είχε δίκιο.

Για μια ακόμα φορά, ο μπάσταρδος είχε δίκιο…

Άνοιξα τα μάτια. Στεκόταν εκεί. Χαμογέλασε και με έδειξε, με το δάχτυλο.

“Gotcha”, είπε.

Fuckin hell, Bill

Gotcha…!

* * *

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Το τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1989 του Απαγορευμένου Πλανήτη μπορείτε να το βρείτε ολόκληρο εδώ, στο Alternative Factor.

Στο ίδιο site μπορείτε να βρείτε σχεδόν όλα τα διηγήματα του William Gibson, σε εξαιρετικές μεταφράσεις. Συνίστανται ανεπιφύλακτα. Εκτός από Το Κάψιμο της Chrome, οι προσωπικές μου προτιμήσεις είναι Οι Βασιλείς του Ύπνου, το Ξενοδοχείο Νέο Ρόδο, και τα Κομμάτια ενός Ολογραφικού Ρόδου – το πρώτο διήγημα που έγραψε ο Gibson, για τις ανάγκες ενός μαθήματος δημιουργικής γραφής, το 1976. Του πήρε τρεις βασανιστικούς μήνες….

. . .

Ο Θανάσης Σ. κατέληξε όπως ακριβώς προμηνυόταν ότι θα καταλήξει, δηλαδή θρύλος αυξημένου βεληνεκούς (κάτι σαν τον Μπόμπυ Κουήν του Burning Chrome, ο οποίος αναφέρεται πάντα – χωρίς να εμφανίζεται ποτέ – σε όλα τα μυθιστορήματα της πρώτης τριλογίας του Gibson): υπάρχουν διάφοροι τύποι που χτυπάνε project πληροφορικής σε διαγωνισμούς – μιλάμε για μεγάλης κλίμακας, απαιτητικά έργα, και για μεγάλες εταιρείες. Μερικές φορές τα πράγματα πάνε καλά. Αν όμως στραβώσουν, και ειδικά αν στραβώσουν άσχημα, υπάρχει ένας γνωστός, άγραφος νόμος στην πιάτσα:

Φωνάζουμε το Θανάση

… πώς λέμε I’m sending the Wolf

… no kidding…

Έμαθα προχτές ότι πρόσφατα είχε πεταχτεί για μια τέτοια δουλειά, στη Νέα Ζηλανδία…

Το έμαθα από έναν κοινό φίλο…

Έχω να τον δω πάνω από 15 χρόνια.

Τον θυμάμαι μερικές φορές, όταν ανεβαίνω την Θεμιστοκλέους και αντικρίζω τη μεγάλη, πράσινη πόρτα στην Καλλιδρομίου, που ήταν κάποτε το σήμα κατατεθέν του Green Door…

. . .

Όσο για μένα, το big bang του Burning Chrome κρατεί ακόμα.

Συμπάθησα εκείνους τους χαρακτήρες τόσο πολύ, που κάποια στιγμή άρχισα να γράφω μια συνέχεια της ιστορίας.

Την ξεκίνησα στο Cambridge, το 1999. Ήταν η πρώτη φορά που επιχειρούσα να γράψω οτιδήποτε.

Κάπου έχω ακόμα την πρώτη, χειρόγραφη σελίδα, που μου βγήκε με μια ανάσα…

Την συνέχισα στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Reykjavik, και στο Aix-en-Provence. Έχει ήδη ξεπεράσει τις 8000 λέξεις. Μου έχουν μείνει 2-3 σκηνές, στην πραγματικότητα, για να την τελειώσω.

Δεν ξέρω αν θα το κάνω ποτέ.

Αλλά ό,τι έχω καταφέρει να μάθω για την υπόθεση της γραφής, το έμαθα δουλεύοντας αυτήν την ιστορία…

* * *

…γρήγορα, κινούμαστε πολύ γρήγορα, διαπερνώντας τα αμυντικά συστήματα το ένα μετά το άλλο, αλλά δεν ξέρω αν ακόμα έχουμε φτάσει στα δύσκολα και δείχνει να κάνει κρύο αν και δεν μπορώ να το νιώσω… Τρανταζόμαστε, το φωσφορικό πλέγμα αρχίζει να ξεθωριάζει και οι τοίχοι του πάγου υποχωρούν για να φανεί ο πυρήνας… Τον περίμενα φωτεινό, αλλά [όχι Ή δεν είναι,] είναι πιο μαύρος κι από τη σκιά που τον τυλίγει… Ανατρίχιασα. μαύρος πάγος… αυτό ήταν, το ήξερα κατά βάθος ότι δεν είχαμε καμιά πιθανότητα… Τέλειωσαν όλα… Το σκοτάδι γύρω μας στερεοποιείται και μας τυλίγει σαν πλοκάμι… Θέλω να ουρλιάξω, αλλά εδώ δεν υπάρχουν λέξεις, δεν υπάρχει ήχος… Εδώ, σ’ αυτή τη συναινετική παραίσθηση που φτιάξαμε για να διευκολύνει την ανταλλαγή δεδομένων, κανείς δε σκέφτηκε ότι εδώ μπορεί να θέλει κάποιος να ουρλιάξει…

            …πετάχτηκα πάνω καταϊδρωμένος. Σκοτάδι ξανά. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να αντιληφθώ πού ήμουν. Μετά άρχισα να αισθάνομαι την υγρή ανάσα του βάλτου στα ρουθούνια μου. Τα σεντόνια μου, μούσκεμα από τον ιδρώτα και την υγρασία. Σιγά σιγά τα κομμάτια ξαναμπαίνουν στη θέση τους. Ναι, είμαι στο δωμάτιό μου, στο σπίτι μου, στη Λουιζιάνα. Κανένα πρόβλημα. Ήταν μόνο ένα άσχημο όνειρο.

            Σηκώθηκα και πήγα προς το μπάνιο. Χωρίς να ανάψω το φως, μπήκα κάτω από το ντους και άνοιξα το νερό. Έμεινα εκεί πολλή ώρα, ακίνητος, με το κεφάλι μου στραμμένο ψηλά προς το νερό που έπεφτε, ενώ από μέσα μου επαναλάμβανα συνέχεια ότι ήταν μόνο ένα άσχημο όνειρο.

            Δεν ήμουνα ποτέ καλός στο να πείθω τους άλλους, και με τον εαυτό μου [τα πράγματα] ήταν ακόμα χειρότερα. Δεν ήταν απλώς ένα άσχημο όνειρο. Ήταν το ίδιο γαμημένο όνειρο που με βασάνιζε τόσο καιρό τώρα. Από εκείνη τη νύχτα που κάψαμε την Chrome.

            Έκλεισα το νερό και έπιασα την πετσέτα.

 

            Η Chrome: την είχαμε κάψει, την είχαμε τσακίσει, ήταν σαν να της είχαμε κόψει το λαιμό. Μερικές φορές στο όνειρό μου τελικά ουρλιάζω, και η κραυγή μου μοιάζει με την κραυγή που νόμισα ότι είχα ακούσει τότε, εκεί, τη στιγμή που της καταφέρναμε το τελειωτικό χτύπημα. Φυσικά ήταν ιδέα μου. Εκεί δεν υπήρχε ήχος.

Άλλες φορές πάλι κατάφερνα κατά κάποιο τρόπο να ελέγξω την εξέλιξη του ονείρου. Δεν είχα πάντα τον ίδιο βαθμό επιτυχίας, αλλά στις καλύτερες περιπτώσεις ξέφευγα τελείως, σκεπάζοντάς τα όλα με την εικόνα της Ρίκκι.

Η Ρίκκι… Δεκαεννιά χρονών, όλα αυτά τα χρόνια, με το παντελόνι σηκωμένο μέχρι τη μέση της γάμπας και τα ροζ διαφανή σανδάλια. Μια μισόξανθη μπούκλα πέφτει στο πρόσωπό της. Προσπαθεί να τη διώξει φυσώντας με την άκρη των χειλιών της. Δεν τα καταφέρνει, κάνει πως εκνευρίζεται, τη μετακινεί τελικά με το χέρι της. Γελάει. Γελάω και εγώ. Έπειτα, ένα χέρι την πιάνει από τη μέση. Ένας άντρας μπαίνει στο ονειρικό οπτικό πεδίο μου και μου απευθύνει το λόγο.

«Λοιπόν, Τζακ;»

Ο άντρας είναι ο Μπόμπυ Κουήν. Διαρρήκτης, κλέφτης, κυβερνητικός μπουκαδόρος. Καουμπόυ της κονσόλας, ειδικός στο να τρυπώνει παράνομα στους πιο περίπλοκους πάγους που κυκλοφορούσαν. ΠΑΓΟΣ, από το ‘’Προστατευτικά Αντίμετρα Γνησιότητας Ολοκληρωμένων Συστημάτων’’. Ο Μπόμπυ ήταν από τους καλύτερους στη δουλειά, σ’ όλο εκείνο το μικρόκοσμο των χάι-τεκ απατεώνων που σύχναζαν στο Gentleman Loser. Κι ήμασταν συνέταιροι.

[…]

Η Ναντίν κι εγώ θα ήμασταν στην κονσόλα κατά την επιχείρηση. Οι άλλοι θα χειρίζονταν τις υπόλοιπες συσκευές και θα παρακολουθούσαν στενά, έτοιμοι να μας τραβήξουν έξω αν κάτι στράβωνε άσχημα. Αν προλάβαιναν, τουλάχιστον.

Ο Μπόμπυ θα ήταν απ’ ευθείας συνδεδεμένος στην κονσόλα, μαζί μας. Δε νομίζω ότι θα μπορούσε να βρει καλύτερο ρόλο, ειδικά τώρα, εξαϋλωμένος. Υπήρχε μια αμηχανία για το πώς θα τον αποκαλούσαμε μεταξύ μας. Αρχικά τον λέγαμε «Το Κατασκεύασμα», αλλά δεν επικράτησε. Και μια που μιλούσαμε μαζί του καθημερινά, σιγά-σιγά καταλήξαμε να αναφερόμαστε σ’ αυτόν με το όνομά του, ενώ τον άλλο, το ζωντανό Μπόμπυ Κουήν, τον λέγαμε απλά “Ο Άλλος”.

«Τώρα, μικρή, εσύ κι εγώ θα πάμε μια βόλτα, εντάξει;»

. . .

Την πήγε βόλτα, και η μικρή δεν πρέπει να βαρέθηκε, γιατί είχε να της δείξει πολλά, πάρα πολλά, πέρα και κάτω από τους φωτεινούς πύργους των εταιρειών, τις πολύβουες βιτρίνες των online εμπορικών κέντρων και τους άχαρους κόμβους των μη κυβερνητικών οργανισμών. Αχαρτογράφητες περιοχές, απροσπέλαστες από τους ανιχνευτές των επίσημων καταλόγων, σκοτεινά νησιά πληροφοριών που συνδέονταν στην κύρια δικτυακή δομή της Μήτρας μόνο με λεπτά, αόρατα νήματα. Μικρά, προσωπικά σύμπαντα, κλειστά υποδίκτυα που απλώς ήθελαν την ησυχία τους. Ή είχαν κάτι να κρύψουν. Τα πρώτα ήταν καλά για χάζεμα. Τα δεύτερα πολύτιμα. Όλα βέβαια ήταν πίσω από κλειδωμένες πόρτες, αλλά οι κλειδαριές ήταν πάντα η ειδικότητα του Μπόμπυ.

Κι έπειτα βγήκαν πάλι, και μετά ξανά και ξανά, και όσο περνούσαν οι μέρες έβλεπα τη Ναντίν να μαλακώνει, να γοητεύεται από αυτόν τον καινούριο κόσμο και να ξεχνάει ποιος ήταν ο ξεναγός της και τι είχε κάνει στην πραγματικότητα. Και ένα βράδυ, την είδα να γελάει. Δεν ήμουν συνδεδεμένος και δεν μπορούσα να ακούσω τι της έλεγε, αλλά γελούσε με εκείνη την έκφραση που είχα δει αμέτρητες φορές σε ένα σωρό όμορφα πρόσωπα δίπλα στον Μπόμπυ Κουήν.

«Ξέρεις, Τζακ», μου είπε μετά, «ο φίλος σου δεν είναι κακός τελικά»

Δε μίλησα. Και τι να έλεγα;

«Ναι», συνέχισε χωρίς να με κοιτάζει. «Είναι λίγο ανώριμος, σαν παιδί που δεν θέλει να μεγαλώσει. Αλλά δεν είναι κακός»

Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι ότι ο Μπόμπυ είχε πάντα τον τρόπο του με τα κορίτσια, ότι τις χρησιμοποιούσε σαν σημάδια, αγγελιοφόρους, φάρους σε μια θάλασσα από μπαρ και νέον και μονοχρωματικές εκτάσεις καθαρής πληροφορίας. Όλα αυτά συνέβαιναν κάποτε, αλλά εδώ δεν είναι η Έκταση, είναι η Λουιζιάνα, δεν υπάρχουν μπαρ και νέον και αυτός δεν είναι ο Μπόμπυ και εγώ δεν είμαι ο συνέταιρός του και…

Προσπαθούσα, προσπαθούσα σκληρά, αλλά δε με βοηθούσε. Κι ένα βράδυ μου μίλησε, και όλες οι προσπάθειες είχαν πάει στο βρόντο, καίρια χτυπημένες από την προσωπική μανία του Κουήν που παλλόταν ακόμα μέσα στο πυρίτιο.

«Τζακ;»

«Ναι…»

«Νομίζω ότι μου αρέσει η μικρή. Είναι ο τύπος μου.»

[Δε μπορούσα να το πιστέψω…]

Για μια στιγμή, μια ξεκάθαρη, διάφανη στιγμή, είδα την εικόνα, τον είδα να κρατάει το χέρι της Ναντίν και να προσπαθεί να την ακολουθήσει έξω από εκείνη τη φυλακή από σιλικόνη. Και ήταν όπως τότε, αδύνατος, χλωμός, και χαμογελούσε πίσω από τα μαύρα γυαλιά του.

Η εικόνα χάθηκε αμέσως. Αλλά ήξερα τη συνέχεια.

Κοίταξα το διακόπτη, το κόκκινο ενδεικτικό LED αναμμένο. Άπλωσα το χέρι μου. Ήταν εύκολο. Μια μικρή πίεση και σβήνει το LED, σβήνει και η φωνή. Όχι άλλος Κουήν για απόψε.

Ήταν εύκολο. Πολύ εύκολο. [Ίσως γι’ αυτό δεν το έκανα.] Πήρα το χέρι μου από το διακόπτη και έμεινα εκεί για λίγο, χωρίς να κινούμαι, χωρίς καν να σκέφτομαι.

«Μπόμπυ…»

«Έλα, συνέταιρε.»

«Κάνε μου μια χάρη.»

«Λέγε.»

Ήθελα να του πω να σκάσει. Να το βουλώσει. Ήθελα να του πω να πάει να γαμηθεί. Και να κόψει τις μαλακίες. Πήρα βαθιά ανάσα και ξεφύσηξα από τη μύτη, με δύναμη.

«Μη με λες συνέταιρο, εντάξει;»

Έμεινε αμίλητος για λίγο.

«Εντάξει, συνέταιρε», είπε τελικά.

Περίφημα.

. . .

Είχα δει πολλές φορές το Μπόμπυ Κουήν εναντίον της τύχης, εναντίον του χρόνου και της νύχτας των πόλεων. Τώρα έβλεπα και το Μπόμπυ Κουήν εναντίον της σκιάς του. Το ίδιο, παλιό παιχνίδι, με τις μάρκες του Μπόμπυ να φοράνε, όπως τότε, γυναικεία αρώματα. Μόνο που τώρα το παιχνίδι μού φαινόταν μια κακόγουστη φάρσα. Και οι μάρκες, χωρίς αντίκρισμα.

Νεκροζώντανοι μπαλαντέρ, κάλπικα φυλακτά.

Όλο αυτό ήταν πολύ για τα νεύρα μου, έτσι πήρα τη βότκα από την κατάψυξη και την κοπάνησα από κει για μια γωνιά δίπλα στο βάλτο και ένα ολονύκτιο πάρτυ για έναν, που τελείωσε με τις πρώτες, πρωινές ακτίνες του ήλιου να προσπαθούν επίμονα να παραβιάσουν τα κλειστά μου βλέφαρα.

Έμεινα ξαπλωμένος, χωρίς να ανοίξω τα μάτια μου. Προσπαθούσα να σκεφτώ ένα λόγο για να σηκωθώ, αλλά δεν έβρισκα κανέναν. Το αντίθετο… Σκέφτηκα ένα παιδί να κοιτάει τον τοίχο με απλανές βλέμμα, το μόνο βλέμμα που θα είχαν τα μάτια του στην υπόλοιπη ζωή του. Ένα φάντασμα από σιλικόνη, που μιλούσε με τη φωνή του παλιού μου συνεταίρου. Κάτι πιτσιρικάδες, που νόμιζαν ότι μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο και το πάλευαν. Σκέφτηκα το Μπόμπυ… Σκέφτηκα τη Ρίκκι…

Ίσως τελικά δεν έπρεπε να σηκωθώ. Ίσως ήμουν το χτεσινό φύλλο της εφημερίδας, που παράπεσε απρόσκλητο στο σήμερα… Ναι, αυτό ήταν. Δε θα σηκωνόμουν. Θα έμενα ξαπλωμένος στο χτες, εκεί που ήταν η θέση μου.

Αυτά και άλλα τέτοια σκεφτόμουν, όταν κάτι μου έκρυψε τον ήλιο. Γύρισα [Ή Άνοιξα τα μάτια μου] και είδα το Χούλιο.

«Σε γύρευα, Τζακ», είπε. «Είμαστε έτοιμοι.»

Ναι, ωραία, εμένα με ρώτησε κανείς αν ήμουν έτοιμος;

Παρόλα αυτά σηκώθηκα. Έσυρα τα πόδια μου μέχρι το σπίτι μου. Έβαλα το άλλο τέρας από το παρελθόν να μου φτιάξει ένα διπλό εσπρέσσο, πράγμα που έκανε πρόθυμα, μουγκρίζοντας.

(To be continued and completed, maybe, someday…)