Το τέλος των ημίθεων και τα παιδιά τής λιμνοθάλασσας
23 Αυγούστου , 2009
“You have to know that in the South America there is a country with the doors open and a friend who will be waiting for you. Just go, do not knock, the door is opened for brothers.”
Lieutenant (N) Alvaro Pintos, Uruguayan Navy

Ο προτελευταίος της παλιάς φρουράς φεύγει, ενώ εκτελώ χρέη υποδιοικητή
Επέστρεψα στο Oum Dreyga, μόνο και μόνο για να βρω ότι έχουν αλλάξει τα πάντα.
Ο Farouk γύρισε στην Αίγυπτο, ο Carlos στην Παραγουάη· o Hazaa έφυγε για την Tifariti, ο φίλος μου ο Sabri για το Mijek. Ο νέος διοικητής και άλλοι δύο ακόμα με μετάθεση από άλλα φυλάκια, και πέντε καινούριοι… Είμαι σπόνσορας ενός από αυτούς, ενός λοχαγού-οδοντιάτρου από τη Νιγηρία… Και ένας άλλος, από την Κίνα, λίγες μέρες πριν είχε διαλύσει το UN 649…
“Η έρημος”, μου είχε πει ο Damir, συζητώντας για την οδήγηση, “η έρημος δεν ζητάει συγγνώμη”…
Ο Damir είναι πίσω στην Κροατία τώρα… Κι εγώ δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να είμαι σπόνσορας. Εγώ είμαι ακόμα νέος, μόλις γύρισα από την πρώτη μου άδεια…

Σύνθεση, "Αυτοκίνητο και Χωμάτινο Επίπεδο" - Chen Yu, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας
Δυο μέρες μετά την επιστροφή μου είμαι επικεφαλής περιπόλου με διανυκτέρευση. Ομάδα γάμησέ τα – ένας ψιλοαδιάφορος από τη Γουινέα, ο Rashid από το Mijek στην πρώτη του περιπολία μαζί μας, χωρίς σχετική εμπειρία -στο Mijek σταμάτησαν τις διανυκτερεύσεις έξω όταν η Αλ Κάιντα, η οποία έχει απειλήσει ότι θα χτυπήσει τη MINURSO, επιτέθηκε σε ένα φυλάκιο τού μαυριτανικού στρατού και έκοψε μερικά κεφάλια, λίγα χιλιόμετρα μακριά τους-, ο Chen, στην πρώτη του οδήγηση μετά το ατύχημα κι εγώ ακόμα σαν χαμένος από την άδεια.
Ξεκινάμε κατά τις πεντέμιση το απόγευμα, καιρός χάλια, πυκνά σύννεφα και αέρας και σκόνη και στάλες βροχής και αίσθηση επικείμενης αμμοθύελλας… Στην πύλη μιας μαροκινής μονάδας κορνάρουμε για ένα τέταρτο, και οι σκοποί στα τριάντα μέτρα μακριά δεν μας παίρνουν είδηση με αυτόν τον καιρό. Φεύγοντας από κει λέω στην ομάδα ότι δεν θεωρώ τις συνθήκες κατάλληλες για διανυκτέρευση, παίρνω την ευθύνη ως επικεφαλής και γυρίζουμε πίσω και σ’ όποιον αρέσει…
Παραδόξως, άρεσε σε όλους…
Την επόμενη μέρα, μετά την απενημέρωσή μου, παίρνει το λόγο ο Santiago, ο αξιωματικός επιχειρήσεων: “Με την ευκαιρία αυτή θέλω να υπογραμμίσω την υπεύθυνη στάση τού επικεφαλής, ο οποίος, θεωρώντας ότι οι συνθήκες έθεταν σε κίνδυνο την περίπολο, ακύρωσε την διανυκτέρευση και γύρισε την ομάδα πίσω. Να θυμάστε, η ασφάλεια του προσωπικού είναι πάνω από όλα.”
Εντάξει, amigo, λύσσα το κάναμε.
Αργότερα πηγαδάκια, συζητήσεις, σχόλια από τους καινούριους:
“Αυτό σημαίνει να είσαι έμπειρος…”
Ε;

Santiago Mendez, πλωτάρχης των πεζοναυτών από το Ελ Σαλβαδόρ, ίσως η πιο καθαρή, στιβαρή φυσιογνωμία του Oum Dreyga. Και φίλος...
Συζητάμε χαλαρά με τον Alexandre, τον καινούριο Γάλλο, η κουβέντα έρχεται στον Chen που τούμπαρε με το αμάξι, “πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με αυτόν”, λέω, “είναι και φοβισμένος, αναμενόμενο, αλλά δεν μπορείς να οδηγείς με 35-40…”, και ο Γάλλος, με μεγάλη φυσικότητα, μου απαντάει “εντάξει, αλλά έχει όλους εσάς, τους παλιούς, τους έμπειρους, να τον βοηθήσετε…”
Τι διάολο γίνεται εδώ; Τι λέει ο τύπος;
Δεν είμαστε παλιοί, ρε φίλε, και σίγουρα δεν είμαστε έμπειροι. Ήρθαμε λίγο καιρό πριν από εσάς, είμαστε απλώς εξοικειωμένοι, τίποτα παραπάνω… Έμπειροι ναι, υπήρχαν – ένας συμπατριώτης σου, με τον οποίον όποτε βγαίναμε έξω είχα το κεφάλι μου ήσυχο, ό,τι και να συνέβαινε μπορούσε να το χειριστεί. ένας Βραζιλιάνος πεζικάριος από τη ζούγκλα τού Αμαζονίου και ένας Ούγγρος τού μηχανικού που ήξερε το αυτοκίνητο με κλειστά μάτια. ένας Αυστριακός με δέκα χρόνια προϋπηρεσίας σε αποστολές τού ΟΗΕ σ’ όλο τον πλανήτη και ένας Αιγύπτιος που, μια βδομάδα μετά το γάμο του, τον έστειλαν στο Κιλκίς για εκπαίδευση, από κει κατευθείαν εδώ για ένα χρόνο, και στο τέλος τού ‘ριξαν και έξι μήνες παράταση στο κεφάλι… Αυτοί ναι, ήταν έμπειροι, μας δίδαξαν, κρεμόμασταν από τα χείλη τους, είχαν πάντα τις απαντήσεις, και όταν μας έδειχναν κάτι είχαμε όλες τις κεραίες μας συντονισμένες πάνω τους… Ήταν σχεδόν ημίθεοι…
Αλλά τώρα δεν υπάρχουν πια ημίθεοι… Έφυγαν, και τη θέση τους πήραμε αναγκαστικά εμείς… Και εμείς δεν είμαστε ημίθεοι…
Από όλα αυτά, φυσικά, δεν του λέω τίποτα.
Την επόμενη μέρα είμαστε μαζί σε περιπολία, σε διαφορετικά αυτοκίνητα, και ο Νιγηριανός μαθητής μου κολλάει το αμάξι στην άμμο, προσπαθεί να ξεκολλήσει αλλά δεν τα καταφέρνει. “ΟΚ”, λέω, “άσε με να σου δείξω”, και παίρνω το αμάξι και το ξεκολλάω χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, τη στιγμή που ο Alexandre και ο Nasir έχουν φτάσει δίπλα μας από το δεύτερο αυτοκίνητο με το φτυάρι. Δεν είχε κολλήσει πραγματικά, απλώς είναι ακόμα άπειρος, σε μια-δυο βδομάδες θα μπορεί να το κάνει μόνος του. “Hey, Christos…”, φωνάζει ο Γάλλος πριν ξεκινήσουμε.
Γυρίζω. “That was really great driving!”, λέει δείχνοντάς μου τον αντίχειρα.
Χαμογελάω και κουνάω το χέρι. “No, it was not, it was just normal driving, you will drive like this sooner that you might think… But thanks, anyway…”
Αλλά λίγες μέρες μετά, ο David, στην τρίτη περιπολία του, κολλάει το αμάξι μας για τα καλά. Τον αφήνω να δοκιμάσει μόνος του, δίνοντάς του απλώς οδηγίες, αλλά πατάει πολύ γκάζι, οι μπροστινοί τροχοί σπινιάρουν, σκάβουν την άμμο και βουλιάζουμε χειρότερα. “ΟΚ, άσε να δοκιμάσω”, λέω.
Και παίρνω το αμάξι και βάζω πρώτη και πατάω μαλακά το γκάζι και κουνάω το τιμόνι δεξιά-αριστερά και βάζω όπισθεν και μετά πάλι πρώτη και το αμάξι μουγκρίζει και σβήνει και το βάζω μπροστά και πάλι πρώτη και μετά όπισθεν και το τιμόνι δεξιά-αριστερά και το αμάξι σβήνει πάλι και βρίζω και ξαναβάζω μπροστά και πατάω το γκάζι με πρώτη και μετά με όπισθεν και πάλι πρώτη και τιμόνι δεξιά-αριστερά και το αμάξι σβήνει ξανά και ουρλιάζω “FUCK YOU!” και ξαναβάζω μπροστά και πρώτη και όπισθεν και τιμόνι δεξιά-αριστερά και μου παίρνει δέκα, ίσως δεκαπέντε λεπτά, αλλά καταφέρνω να ξεκολλήσω το αμάξι χωρίς να χρειαστεί να σκάψουμε, όπως είχα δει κάποτε να κάνει ο Farouk, και είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό…
Βγαίνω έξω, μούσκεμα στον ιδρώτα, κατεβάζω μισό μπουκάλι νερό, μπαίνω πάλι στη θέση του συνοδηγού, το κεφάλι μου στραμμένο μπροστά, ενώ αισθάνομαι τον Ιρλανδό δίπλα μου να με κοιτάει με δέος, και ξέρω τι έρχεται…
“Great driving Christos…”, χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά.
Δε βοηθάς φίλε, δε βοηθάς καθόλου…
Κοιτάζω μπροστά, την έρημο, δε γυρίζω, δε μιλάω, μόνο κουνάω το κεφάλι και του κάνω νόημα με το χέρι να ξεκινήσει…
Βγαίνω πίσω από τα γραφεία, να καπνίσω, ο αέρας φέρνει στα πόδια μου ένα τσαλακωμένο χαρτί, από αυτά που έχουμε στις πόρτες των δωματίων μας… “Major Jean-Michel, French Army”… Και θυμάμαι έναν άνθρωπο τόσο ευγενή, ώστε να έχει τη λεπτότητα, κάτω από αυτόν τον ήλιο, να βγάζει τα μαύρα γυαλιά του απέναντι στους μαροκινούς αξιωματικούς που έρχονταν να μας συναντήσουν στις πύλες των μονάδων τους…
Και μια μέρα, έξω, επικεφαλής περιπόλου, άκουσα τη φωνή τού Naves στον ασύρματο. Ήταν στην αίθουσα υπηρεσίας τού Mijek, αλλά εγώ τον είδα εκεί, μπροστά μου, με εκείνα τα πράσινα, Βραζιλιάνικα μάτια του, αραιά μαλλιά, τεράστιο χαμόγελο, “I’m telling you man, sacrifice!”
Έπιασα το μικρόφωνο του ασυρμάτου και κάλεσα το Mijek. Του ζήτησα, δήθεν, να στείλει το στίγμα μου στο Oum Dreyga – οι συζητήσεις σε ανοιχτή γλώσσα απαγορεύονται στα βραχέα. “Good to hear you – over” προσθέτω στο τέλος. “Good to hear you too – nothing more – out”.
“Μια απορία έχω”, με ρωτάει ο Yaser το απόγευμα στην απενημέρωση. “Με κάλεσε ο νούμερο δύο σου, την προβλεπόμενη ώρα, κανονικά, και μου έδωσε τη θέση σας. Και πέντε λεπτά μετά με πήραν από το Mijek για να μου δώσουν πάλι τη θέση σας…”
“Ναι”, λέω σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, “άκουσα στον ασύρματο τον Naves από το Mijek, και ήθελα, εμμέσως, να πω ένα γεια”.
Αλλά η απάντησή μου δεν δείχνει να διαφωτίζει κανέναν. Απορημένα μάτια με κοιτάζουν. Και συνειδητοποιώ ότι οι περισσότεροι σε εκείνη την αίθουσα, την αίθουσα που αυτός σχεδόν μόνος του έφτιαξε, δεν τον ξέρουν, δεν τον έχουν καν ακουστά…
Θα μου πει κάποιος, επιτέλους, τι διάολο γίνεται εδώ;
Τους κοιτάω όλους, έναν έναν. Μετά κοιτάω το μεγάλο χάρτη που πιάνει όλον τον τοίχο, το χάρτη που χρησιμοποιούμε καθημερινά, θυμάμαι τον Naves να τον δουλεύει για βδομάδες, αρνούμενος, παρά τις παραινέσεις μου, να γράψει σε μια γωνιά το όνομά του…
“Ήταν κάποτε εδώ”, ακούω να λέει μια φωνή. Η φωνή μου… “Ήταν αξιωματικός επιχειρήσεων… και τον φωνάζαμε Fuckin’ Brazilian”.
Γυρίζω και κάθομαι στην καρέκλα μου. Προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει, και τι σκατά θα κάνουμε τώρα χωρίς ημίθεους.
Φυσικά δεν έχω καμία τύχη.
* * *
Το μαντείο του Ερμή, στην αρχαιότητα –χωρίς ιερείς, χωρίς μάντεις–, ήταν το μαντείο των φτωχών, ένα μέρος όπου πήγαινες και άφηνες την προσφορά σου, οσοδήποτε ταπεινή, και κατά την επιστροφή σου κάτι θα έβλεπες, κάτι θα άκουγες, κάτι θα έβρισκες, και αυτό το κάτι ήταν ο χρησμός σου, η απάντηση του θεού στο ερώτημα που του είχες παραδώσει μαζί με το δώρο σου.
Πρέπει να πέρασα απο κει, χωρίς να το ξέρω, και να άφησα την προσφορά μου… Ήταν το νερό που άδειασα σε ένα δέντρο; Το μισοφαγωμένο μήλο, τροφή για τα πουλιά της ερήμου; Ο χρόνος που διέθεσα για να δείξω τη λειτουργία τού GPS στον καινούριο Κροάτη, μια και ο σπόνσοράς του λείπει σε άδεια; Έξι μήνες πριν δεν είχα καν ακουμπήσει GPS…
Δεν ξέρω ποια ήταν η προσφορά μου, δεν ξέρω καν πού είναι το μαντείο – βλέπω ήδη, από μακριά, έναν μυθιστορηματικό ήρωα να προσπαθεί να το ξαναβρεί, αλλά δεν είμαι εγώ. Πήρα όμως τον χρησμό μου, αν και, για να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι να ρώτησα ποτέ ευθέως.
Και ο χρησμός μου ήταν ένα βλέμμα, ένα βλέμμα μέσα σε ένα μαλακό, απογευματινό φως – όχι το βαρύ, ανελέητο φως της ερήμου, που αφήνει τα πράγματα δίχως σκιές, όχι, ένα φως ευγενικό, παιχνιδιάρικο, φως μεσογειακό…
Φως από την πατρίδα μου…
Όχι από εκείνη τη μίζερη χώρα, όπου άνθρωποι του υπόκοσμου χτίζουν δικαστήρια ως υπεργολάβοι και, όταν ο κλοιός αρχίζει να σφίγγει, τρέχουν στην Παναγία της Τήνου να προσευχηθούν· όχι, από την άλλη πατρίδα, την πραγματική, όπου σκανδαλιάρηδες προβοκάτορες-προπαγανδιστές με πακετάρουν παρέα με τον Αντρέ Ζιντ και τον Κωστή Παπαγιώργη, ενώ ανώνυμοι αφήνουν συνθήματα σε ψηφιακούς τοίχους, λένε ότι τους λείπω, και μου κάνουν μνημόσυνα…
Ένα βλέμμα…
Ο Sparky Friday γράφει με -και όχι για- τον τελευταίο δίσκο των θρυλικών Last Drive, ηρώων της εφηβείας μου: “Έβαλα ένα ποτό, άφησα τη βελόνα να καβαλήσει τα αυλάκια και βλέποντας το εξώφυλλο του δίσκου Heavy Liquid θυμήθηκα το σπίτι του παππού μου στη λιμνοθάλασσα όπως το έβλεπα όρθιος μέσα από το κόκκινο LADA του πατέρα μου.”
Και ξαφνικά, όλα, όλα, είναι ξεκάθαρα…
* * *
Όταν οι Last Drive δονούσαν την Αθήνα με το Underworld Shakedown, ο Sparky Friday πρέπει να ήταν 6-7 χρονών. Στο σπίτι του έχει ένα αντίτυπο εκείνου του δίσκου, σε βινύλιο, το δικό μου αντίτυπο, από εκείνο το βράδυ στην Κλαυθμώνος που συναντηθήκαμε οι τρεις μας, μαζί με τον Basileios, για να γιορτάσουμε τα εβδομηκοστά γενέθλια του Thomas Pynchon.
* * *
Καλός καιρός απόψε, για πρώτη φορά από όταν γύρισα, χωρίς καυτό αέρα, χωρίς σκόνη.
Ανεβαίνω στο παρατηρητήριο.
Το σκοτάδι μού χαμογελάει.
Χαμογελάω κι εγώ.
Γιατί τώρα βλέπω… Η λάμψη ενός παιδικού βλέμματος από μια λιμνοθάλασσα, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα βορειοανατολικά, φώτισε το τοπίο κι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.
Εκεί δηλαδή που ήταν πάντα…
Γιατί τώρα θυμάμαι, από ένα σημείο της ζωής μου και μετά, ανθρώπους να κοιτούν εμένα, νομίζοντας ότι είμαι ημίθεος…! Στις πίστες τής Ανδραβίδας και σε αίθουσες διδασκαλίας, σε επιτελικές συσκέψεις ή πάνω από δυο ποτήρια Jameson, θυμάμαι ανθρώπους να έρχονται να με βρουν και να με ρωτάνε, σίγουροι ότι είχα τις απαντήσεις, ότι ήξερα…
Και ανάθεμα κι αν ήξερα την τύφλα μου…
Γιατί τώρα καταλαβαίνω ότι αν εγώ, σε διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη και κάτω από άλλους ουρανούς, μπόρεσα εσφαλμένα να περάσω για ημίθεος, τότε σίγουρα μπορούν και άλλοι, αλλού…
Γιατί τώρα ξέρω ότι ημίθεοι, στο Oum Dreyga, δεν υπήρξαν ποτέ… Ήταν όλοι τους απλοί άνθρωποι, ξένοι σε ξένο τόπο, ερημοναύτες ειρηνευτές που προσπαθούσαν να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν… άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, σαν και σας…
… σαν και μένα…
… σαν τον Naves, τον σκληροτράχηλο βετεράνο τής ζούγκλας τού Αμαζονίου, που το Δεκέμβριο του 2008, νύχτα Χριστουγέννων, νέος στο φυλάκιο, με μια έρημο και έναν ωκεανό να τον χωρίζουν από τη γυναίκα του και τα παιδιά του, είχε σπάσει κι είχε βάλει τα κλάματα, σαν μικρό παιδί…
… ή σαν τον Yaser, τον Αιγύπτιο που ήρθε δύο βδομάδες μετά από μένα, και λίγο πριν γυρίσω από την άδεια ρυμούλκησε το αμάξι που κατέστρεψε ο Chen από το σημείο 010 πίσω στο φυλάκιο, σε μια γαμημένη διαδρομή, ζόρικη ήδη όταν απλώς οδηγείς, όχι να ρυμουλκείς κιόλας… Και κόλλησε και ξεκόλλησε και ξανακόλλησε και του πήρε πέντε ώρες για εξήντα χιλιόμετρα, αλλά τα κατάφερε, χωρίς να έχει ξανακάνει ποτέ κάτι παρόμοιο στη ζωή του… Σκυλί μαύρο, αδερφός μου…

Black dog...

...my brother
Χτες ήρθε και με βρήκε.
“Christos, for the next month, you and me we will be fucked up”.
Έχει δίκιο.
Γιατί εκείνος είναι ο νέος αξιωματικός επιχειρήσεων. Κι εγώ, εκτός από τη δουλειά μου ως αρχιμηχανικός των αυτοκινήτων, εκτός από τα καθήκοντα αξιωματικού επικοινωνιών και αξιωματικού ασφαλείας πτήσεων, τα οποία ασκώ ήδη ως αναπληρωτής αυτών που είναι σε άδεια, από αύριο και για ένα μήνα θα παριστάνω και τον υποδιοικητή, και ο υποδιοικητής είναι υπεύθυνος και για την εκπαίδευση, και αύριο μού έρχονται άλλοι δύο καινούριοι, σύνολο εφτά, μαζί με τον προβληματικό Κινέζο… Και έχω ήδη ένα αμάξι λιγότερο, και έναν διάδρομο προσγείωσης που μόλις άρχισε να λειτουργεί, και προχτές μου έφεραν μια στραβωμένη ζάντα και, να πάρει ο διάολος να πάρει, δεν έχω εφεδρική…
Αλλά τις προάλλες πήρα μια περίπολο, με πλήρωμα έναν θεότρελο Ρώσο και δυο νέους οδηγούς, και φύγαμε για την Dakhla… και στα τελευταία 130 χιλιόμετρα της επιστροφής πήρα το τιμόνι, γιατί ο Νιγηριανός ήταν πτώμα, και οδήγησα – πρώτο αυτοκίνητο, είχα και τη ναυτιλία, δεν είχα οδηγήσει μετά την επιστροφή μου, και ξεχαρμάνιασα και το καταχάρηκα και τους πήγα και τους έφερα πίσω ρολόι, χωρίς να χρειαστεί να βγούμε στη Μαυριτανία, όπως την προηγούμενη φορά…
Τον κοιτάω, χαμογελάω, και τον χτυπάω στον ώμο.
“No problem. We will make it”
Ναι… Τώρα που ξεμπερδέψαμε με τις παρεξηγήσεις περί ημίθεων, θα τα καταφέρουμε όλα…
Γιατί ημίθεοι δεν υπάρχουν, είμαστε όλοι παιδιά τής λιμνοθάλασσας… Και προτού καλά-καλά το καταλάβουμε, έχουμε περάσει από το πίσω κάθισμα στη θέση του οδηγού… Μπορεί να μην είναι κόκκινο και μάλλον δεν είναι Lada, αλλά είμαστε στο τιμόνι, και, παρόλο που δεν έχω παιδιά, νομίζω τώρα ότι μπορώ να φανταστώ τον τρόμο που μπορεί να σου προξενεί ένα εφτάχρονο, στο πίσω κάθισμα, έτσι όπως σε κοιτάει, και σε βλέπει όχι πια σαν ημίθεο, αλλά μάλλον σαν θεό… Κι εσύ δεν είσαι ποτέ έτοιμος γι’ αυτό, και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να συνεχίσεις να οδηγείς και να παίρνεις το μικρό από το χέρι και να του δείχνεις τον κόσμο και να προσπαθείς να του εξηγήσεις πώς δουλεύουν τα πράγματα, χωρίς ποτέ να τον αφήσεις να καταλάβει ότι ακόμα έχεις απορίες, τεράστιες, κρύβοντας επιμελώς τον πανικό και τις αμφιβολίες σου, έτσι ακριβώς όπως –ευλαβικά τηρουμένων των αναλογιών– κι εγώ κράτησα τις σκέψεις μου για τον εαυτό μου και δεν είπα τίποτα, τότε, στον Alexandre, ούτε και σε κανέναν άλλον, ποτέ…
“Τετριμμένα πράγματα”, θα μου πείτε, “και ήταν ανάγκη να βρεθείς στη Δυτική Σαχάρα για να τα καταλάβεις;” Ναι, ήταν ανάγκη, γιατί δεν τα παίρνω εύκολα, αλλά κυρίως γιατί ο χρόνος εδώ, στη MINURSO, σε πλήρη αντίθεση με το εντελώς άχρονο τοπίο της περιβάλλουσας ερήμου, τρέχει με πατημένο το fast forward… Ούτε τέσσερις μήνες από την άφιξή μου, συνάντησα κάποιον με αριθμό ταυτότητας μεγαλύτερο από τον δικό μου κατά 110. Αν σκεφτεί κανείς ότι όλοι κι όλοι είμαστε γύρω στους 230, καταλαβαίνει τον ιλιγγιώδη ρυθμό με τον οποίο νέα πρόσωπα έρχονται και παίρνουν τη θέση των παλιών, που φεύγουν και σκορπίζονται ξανά στα τέσσερα σημεία τού ορίζοντα, από όπου ήρθαν, για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ – κι εσύ, πριν καλά καλά το καταλάβεις, βρίσκεσαι μπροστά, να εκπαιδεύεις τους καινούριους.
Αλλά υπάρχει και ένας άλλος λόγος:
Όπως λέει και ξαναλέει ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο φίλος μας, είναι ειδικά στα ρηχά που μπορείς να δεις το βάθος των πραγμάτων, γιατί μόνο εκεί είναι ορατός ο πυθμένας…
Νύχτα στο παρατηρητήριο, το παρατηρητήριο που μου έλειψε… Γεμίζω ένα ποτήρι με παγωμένο λευκό κρασί, το κρασί που έφερα από τον κρατήρα τού Fogo (του Fogo…), και ακούω Spiritualized, και Mogwai, και Portishead, και Air, το βιολί τού Warren Ellis και το πιάνο τού Cave, άσματα χωρίς λόγια για τον τιποτένιο δολοφόνο τού Jesse James… Και το σκοτάδι μού χαμογελάει, και χαμογελάω κι εγώ – όλος ο κόσμος χαμογελάει… Αθέατος, αόρατος, υψώνω το ποτήρι μου στη νύχτα, και πίνω, στη μνήμη των ημίθεων-που-δεν-ήταν, και στην υγειά των παιδιών της λιμνοθάλασσας…
… to whatever ocean they may swim by now…
Grand Theft Photo
12 Ιουλίου , 2009
Μαζί με τις πρόσφατες φωτογραφίες από το ταξίδι μου στα Κανάρια και στο Cabo Verde (περιμένω το αεροπλάνο να φύγω, 10 ώρες καθυστέρηση μέχρι στιγμής και βλέπουμε…), παραδίδω έναν μάλλον μεγάλο όγκο παλιότερων φωτογραφιών, οι οποίες περέμεναν στο σκληρό μου δίσκο κυρίως λόγω των απελπιστικά χαμηλών ταχυτήτων σύνδεσης στο φυλάκιο.
Enjoy, γιατί θα αργήσετε να ξαναδείτε φωτογραφίες: η κάμερά μου παρέδωσε πνεύμα αμέσως μόλις τελείωσα την πεζοπορία μου στο Santo Antao (οτιδήποτε καλείται να λειτουργήσει στην έρημο έχει μετρημένο χρόνο ζωής…)
- Η 5η περιπολία (20 & 21 Απριλίου) στην Dakhla: όπου συναντάμε λευκούς αμμόλοφους, kite-surfers στην ακτή του ωκεανού, διασχίζουμε πιθανώς τον Τροπικό του Καρκίνου και παραλίγο να βγούμε στη Μαυριτανία (thanx to Alvaro!)

Desert Highway to Dakhla

Entrance to Desert Highway: toll collector
- Η 6η περιπολία με διανυκτέρευση (22 & 23 Απριλίου): όπου θα κολλήσουμε στην άμμο πεντεξιεπτά φορές, θα πειραματιστώ φωτογραφίζοντας ένα κρανίο και θα επιλέξουμε με τον Antonio να κοιμηθούμε εκτός σκηνής, κάτω από τα αστέρια.

Δύση

Ανατολή

Έλα να δεις τι έκανες...
- Η 10η περιπολία, 2 Μαΐου: όπου, με αφορμή ένα θραύσμα, κάνουμε άσκηση μαρκαρίσματος μη-εκραγέντος πυρομαχικού (Unexploded Ordnance – UXO) (και στην πορεία διαπιστώνω ότι ο Jean-Michel το θεωρεί πραγματικό UXO!!!)

(Στάνταρ φωτογραφία πλέον στην τυπική ενημέρωση του φυλακίου)
- Η 12η περιπολία, 8 Μαΐου (γενέθλια του Thomas Pynchon): όπου συναντάμε γήπεδα ποδοσφαίρου, την άλλη περίπολο που γυρνάει από διανυκτέρευση και ένα κοπάδι καμήλες (και κερνάω τον βοσκό ένα Camel…)

Να το βάλω γκολ;

Μια σπάνια στιγμή: η περίπολος Hawk, βγαίνοντας, συναντάει την περίπολο Robin που γυρίζει από διανυκτέρευση έξω
- Η 15η περιπολία, 12 Μαΐου: πιστοποίηση του Nassir

Το ήξερα ότι έπρεπε να ζητήσω περισσότερα λεφτά... (γιατί άραγε μου κούμπωσε το πάνω κουμπί;;;)
- Η 18η περιπολία, 18 Μαΐου: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΚΗΣΗ – όπου συναντάμε ένα πραγματικό -αλλά μη εκρηκτικό- υπόλειμμα ρουκέτας (και, εφαρμόζοντας τις διαδικασίες αναφοράς UXO, αναστατώνουμε όλο τον ντουνιά…)

Το κάναμε ολόκληρο θέμα...
- Η 19η περιπολία, 26 Μαΐου: ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ!

Τάφος, ίσως, από την εποχή των εχθροπραξιών, ίσως...

"Πολλή σκόνη... δεν βλέπω το Low Profile..." (άλλη μια στάνταρ φωτογραφία πλέον στην τυπική ενημέρωση)
- Η 26η περιπολία, 1 Ιουνίου: όπου επιβλέπουμε την καταστροφή πυρομαχικών (και ενός παλιού γνώριμου αντικειμένου…)

"Παιδιά, την επόμενη φορά που θα βρείτε κάτι τέτοιο μην το κάνετε θέμα, εντάξει;"
- Η 28η περιπολία, 6 Ιουνίου: όπου επιβλέπουμε καταστροφή αντιαρματικών ναρκών (σείστηκε η γη, ένα χιλιόμετρο μακριά), συναντάμε τον απίθανο συνταγματάρχη Abduni και, ενώ έχουμε σταματήσει για φαγητό, μας επισκέπτεται αυθορμήτως μια καμήλα!

Δε γουστάρω πορτοκάλια ρε τρελο-Ρώσε...

Αυτός με το μήλο τουλάχιστον φαίνεται σοβαρός...
- Η 29η περιπολία, 7 Ιουνίου: όπου, σε μια διαδρομή που κάνουμε σπάνια, συναντάμε λευκούς αμμόλοφους…

- Επισκέψεις: ο Κινέζος Στρατηγός, ο Ιρλανδός Διευθυντής Σχεδίων & Επιχειρήσεων

"Πώς πάμε; Όλα καλά;" - "Όλα καλά στρατηγέ"

Φωτογραφία από εγκυκλοπαίδεια, λήμμα "πρώην κολλεγιόπαις τού Cambridge"

Τα βρήκαμε αμέσως με τον Ιρλανδό...
- Αποχαιρετιστήρια παράταξη για τον Jean-Michel, 18 Ιουνίου

So long, amigo...

Φίλοι με τον Enam (και τέλος συνεργασίας...)
- Κανάρια, Lanzarote – τοπία, αρχιτεκτονική και περίεργα

Manrique ξανά...
- Κανάρια, Fuerteventura

Η μίνι έρημος στο Corralejo τού Fuerteventura

"Κάπου σε ξέρω εσένα;;;"
- Cabo Verde, Santiago Island

Δεν είναι στο Πήλιο, είναι στο Santiago τού Cabo Verde...
- Cabo Verde, Santo Antao Island

Θυμίζει το Περού των Ίνκας;
* * *
Επιστροφή στο Oum Dreyga…

Naves: Εργασία & Χαρά (ή Μεγάλη Μπουκιά Φάε, Μεγάλη Κουβέντα Μην Πεις - το πρωί πριν ξεκινήσουν καυχιόταν ότι δεν έχει κολλήσει ποτέ ως οδηγός...)

Μην ξεχνιόμαστε...

Τα λέμε από το Oum Dreyga...
Μυθολογίες τών ηφαιστειακών ερήμων
9 Ιουλίου , 2009

Pico de Fogo
Τίποτα δεν μπορεί να σε προετοιμάσει για τη συνάντηση με το ηφαίστειο του Fogo.
Διαβάζεις στον οδηγό για “extraordinary, unearthly, black-lava landscape”… Ανεβαίνεις στο χωριό, στο Chã das Caldeiras, τα μάτια σου βλέπουν τη μαύρη γη, αλλά αρνείσαι να το πιστέψεις, τα μάτια και το μυαλό σου χρειάζονται χρόνο…
Χρόνο που δεν τον έχω – ξεκινάω αμέσως με τον Fernando για την αναρρίχηση…
Είμαι τυχερός, πολύ τυχερός: πεντακάθαρη μέρα, καθόλου ομίχλη, χαλαρό αεράκι… κάθε τόσο σταματάω και κοιτάω κάτω… “what is this place? what kind of beauty is this?” ρωτάω και ξαναρωτάω τον Fernando…
Ο Fernando δεν μιλάει αγγλικά, αλλά φυσικά καταλαβαίνει… χαμογελάει…
Στην κορυφή σε δυόμισι ώρες…

2829 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας… 1000 μέτρα από κάτω μου ο κρατήρας… στην προέκταση του κρατήρα τα σύννεφα… κάτω από τα σύννεφα ο ωκεανός…
Με τον καιρό, ίσως μου έρθουν οι λέξεις. Ίσως… Αλλά όχι τώρα, λυπάμαι…
Η κατάβαση είναι καταπληκτική, χοροπηδάμε βουλιάζοντας μέχρι την κνήμη στο μαλακό αμμοχάλικο.
Μπύρες στην Cooperativa…
Γυρίζω στο São Filipe και κανονίζω να πάω να μείνω στον κρατήρα για δυο μέρες.
Ανεβαίνω πάλι την επόμενη μέρα, με τον Francis, έναν γερμανόφωνο από τη βόρεια Ιταλία, τεχνικό σύμβουλο για τον τρύγο.

Otherworldly...
Οι άνθρωποι του κρατήρα φυτεύουν αμπέλια, παράγουν απίθανο κρασί… και λίγο πιο κάτω, στο Mosteiros (Μοναστήρι), καλλιεργούν τον φημισμένο καφέ τού Fogo.
Αυθόρμητο μουσικό session στο μπαρ τής Cooperativa… Ύπνος κατά τις δέκα, στο σπίτι τού Fernando – το χωριό δεν έχει ηλεκτρισμό, ούτε τρεχούμενο νερό…

Έγερση κατά τις έξι – χαμηλή νέφωση και αέρας τού διαβόλου… χώμα σηκώνεται στον αέρα και με μαστιγώνει, όπως στην έρημο…
… όπως στην έρημο…
* * *
Η Δυτική Σαχάρα απέχει από την Ευρώπη 45 λεπτά, όσο κάνει το αεροπλάνο από το Laayoune μέχρι το Las Palmas των Καναρίων Νήσων.
Φτάνω αμήχανος, εντελώς αμήχανος… Η έρημος έχει μπει μέσα μου, έχω αγριέψει, σχεδόν φοβάμαι τον κόσμο… (και γιατί οι δρόμοι δεν έχουν άμμο;;;)

Ωραία, ήρθα, και τώρα τι κάνω;
Βγάζω τη μηχανή, φωτογραφίζω, και βιάζομαι να τη βάλω πίσω στη θήκη, να μην την καταστρέψει η άμμος και ο αέρας (δεν έχει άμμο εδώ, ηλίθιε… χαλάρωσε…)
Χαλαρώνω, ή τουλάχιστον προσπαθώ… Περιφέρομαι σαν χαμένος στο Las Palmas όλο το Σάββατο, βουτάω στον ωκεανό, και την Κυριακή το πρωί παίρνω το αεροπλάνο για το Lanzarote…
* * *
Οδοιπορικό στο Lanzarote σημαίνει οδοιπορικό στο έργο τού César Manrique, του ντόπιου μοντερνιστή καλλιτέχνη που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει ως καμβά του όλο το νησί, την ασύγκριτη, όπως θεωρούσε, ομορφιά τού Lanzarote.

Στο σπίτι του Manrique
Πρώτος σταθμός το σπίτι του, μέσα στα πεδία τής λάβας, στο Tahiche… υπόγεια δωμάτια στις φυσαλλίδες τού αέρα που παγιδεύτηκαν μέσα στη λάβα, πισίνα…
O Manrique σκοτώθηκε εδώ, σε τροχαίο, τον Σεπτέμβριο του 1992.
Δεύτερος σταθμός, το εστιατόριο Lagomar, στο Nazaret, σχεδιασμένο από τον Manrique για λογαριασμό τού Omar Sharif (ο οποίος λένε ότι το έχασε σε ένα παιχνίδι bridge).

Cueva de los Verdes (χαλάρωσε είπαμε...)

Αίθουσα συναυλιών @ Cueva de los Verdes
Τρίτος σταθμός, οι σπηλιές Cueva de los Verdes – με μια αίθουσα συναυλιών και ένα εντυπωσιακό θέαμα στο τέλος, για το οποίο θα σεβαστώ την “απαγόρευση” αποκάλυψης.
Τέταρτος σταθμός, τα Jameos del Aqua, ηφαιστειακά σπήλαια, τα οποία διαμορφώθηκαν ευφυώς από τον Manrique σε εστιατόριο-μπαρ, με πισίνα και χώρο συναυλιών καταπληκτικής -λένε- ακουστικής 600 θέσεων.
Διανυκτέρευση στην Arrieta, άψογη συνεννόηση με τον πανδοχέα, τον γηραιό Raphael, στα ισπανικά, μπάνιο -ξανά- στον ωκεανό, αγενείς τύποι στο beach bar.

Το μπαρ στο Mirador del Rio
Την επόμενη μέρα – Miradol del Río, θέα απέναντι, στην Isla Graciosa, και μετά ξανά στην έρημο…
…στην ηφαιστειακή έρημο των Montañas del Fuego…
* * *
Πίσω, στο Fogo…
Περιφέρομαι, φωτογραφίζω…
Μετά το φαγητό, συναντάω τυχαία τον Jorge, τον οδηγό που με ανέβασε την πρώτη μέρα. Στο μυαλό μου γίνεται το κλικ…
Του δίνω το μεγάλο σάκο μου να τον γυρίσει στο São Filipe, και με το σακίδιό μου ξεκινάω να κατέβω με τα πόδια στο Mosteiros…

Διαδρομή πάνω από τα σύννεφα…
Επί σχεδόν τρεις ώρες συνεχώς κατεβαίνω… Τα πόδια μου έχουν διαλυθεί…
* * *

Την άλλη μέρα, στη μαύρη παραλία τού São Filipe…
Αναλογίζομαι την Ισλανδία, την κεντρική Αυστραλία… προσπαθώ να φανταστώ τι λογής μύθους θα είχε γεννήσει αυτή η γη αν υπήρχαν γηγενείς, αν τα νησιά δεν ήταν ακατοίκητα όταν έφτασαν εδώ οι πρώτοι Ευρωπαίοι…
Μύθοι τής Δημιουργίας, μύθοι θεών που χτίζουν τον κόσμο με φωτιά και στάχτη… θεοί ηφαιστειακοί, ωκεάνιοι, θεοί των νεφών και των ανέμων… κοιμώμενοι Τιτάνες μέσα στη μαύρη λάβα κάνουν τα αμπέλια να ευδοκιμούν… φύλακες τών περασμάτων κρατούν τους παρείσακτους μακριά από τους ιερούς τόπους…
Ξαπλώνω στην άμμο… ακούω τα κύματα του ωκεανού… κλείνω τα μάτια και βλέπω τη Βιβλιοθήκη τής Βαβέλ… έναν τόμο με τίτλο Fogo – Μυθολογίες τού ηφαιστείου…
Δεν μπορώ να διακρίνω το όνομα του συγγραφέα…
Πιστοποίηση, στατιστικά Μαΐου και σχέδια πτήσης
18 Ιουνίου , 2009

Άσκηση πρώτων βοηθειών, με θύμα τον Antonio
“OK Christos, we are in a minefield…”
“Σταμάτα το αμάξι, τράβα χειρόφρενο, άνοιξε όλα τα παράθυρα και τα χέρια σου μακριά από το τιμόνι – HAWK-2, stop, stop – this is a minefield exercise – I say again – this is a minefield exercise – over”
“HAWK-1 – roger – minefield exercise – over”
“HAWK-2 – this is HAWK-1 – stop the car, pull the handbrake, keep your hands off the steering wheel, open all four windows, put your flackjackets on and report back – over”
“HAWK-1 – this is HAWK-2 – wilco”
“HAWK-2 – this is HAWK-1 – do not step out of the car for any reason – I say again – do not step out of the car – over”
“Roger”
“OK, φοράμε τα αλεξίσφαιρα.”
O Enam δίπλα μου, στη θέση του οδηγού, προσπαθεί να βάλει το γιλέκο, δυσκολεύεται, κουνάει άθελά του το τιμόνι με τους μηρούς…
“Πρόσεχε σε παρακαλώ, κουνάς το τιμόνι!” του λέω αυστηρά.
Δυσανασχετεί, προσπαθεί να μην το δείξει, δυσκολεύεται ακόμα, είναι και μεγαλόσωμος, χρειάζεται χώρο, οπότε… ανοίγει την πόρτα και απλώνει το πόδι του έξω…!
“What THE HELL ARE YOU DOING???”, ουρλιάζω.
Αργότερα, στην απενημέρωση της πρακτικής μου εξέτασης, “…και πρέπει να είμαστε όλοι ήρεμοι, ψύχραιμοι… όταν άνοιξα την πόρτα μού ’βαλες τις φωνές.”
Του χαρίζω το καλό μου χαμόγελο, αυτό που φυλάω για ειδικές περιστάσεις. “Ξέρεις, Enam, ευτυχώς που ήταν άσκηση, γιατί αν ήταν πραγματική κατάσταση και έκρινα ότι μπορεί να ανατιναχτώ εξαιτίας σου θα σε χτύπαγα, και αν χρειαζόταν θα σε χτύπαγα μέχρι αναισθησίας, πίστεψέ με.”
Δεν μπορείτε να πάρετε τα πόδια σας, δεν ξέρετε πού πάνε τα τέσσερα, δεν μπορείτε να μοιράσετε δυο γαϊδουριών άχυρα, και θέλετε και να με αξιολογήσετε κιόλας…
Τά ‘χω πάρει με όλη αυτήν την κωμωδία που λέγεται διαδικασία πιστοποίησης, και δεν κάνω καμία προσπάθεια να το κρύψω. Έβλεπα τον Nassir, τον μπαγκλαντεσιανό υποσμηναγό που πιστοποιήθηκε πριν από μένα, πώς τον βρήκαν μικρό και αγχώδη και τον πίεζαν· εντελώς στρεσαρισμένος στην πρακτική του εξέταση, ανάθεμά με αν έκανε μία σωστή ενέργεια. Φυσικά πιστοποιήθηκε. Μετά ερχόταν να με συμβουλέψει, “Christos, πρόσεχε τον Enam… Christos, o Enam αυτό… Christos, ο Enam το άλλο…” Προσπάθησα να είμαι ευγενικός – ο άνθρωπος το καλό μου ήθελε – αλλά η υπομονή μου εξαντλήθηκε γρήγορα.
“Δεν μου λες Nassir, πόσων χρονών είσαι;”
“33”.
“OK, κοίτα, εγώ είμαι 40”.
“40;” γουρλώνει τα μάτια. “Αποκλείεται”.
“Ναι, ξέρω, αλλά είμαι 40. Δεν στο παίζω μεγάλος, μη με παρεξηγήσεις, αλλά ειδικά αυτή η δεκαετία, από τα 30 στα 40 σου, μετράει πολύ στο πώς αντιμετωπίζεις τέτοιες περιπτώσεις. Και πίστεψέ με, κάτι τύποι σαν τον Enam δεν μου φτάνουν ούτε για πρωινό. Τους τσιμπάω εκεί, κατά τις 10-11, μετά τον δεύτερο καφέ, για σνακ.”
Δεν έχουμε καλή χημεία με τον Enam, παρόλο που ο κακομοίρης προσπαθεί, αλλά πάλι δεν νομίζω ότι και κανείς άλλος έχει… Επισμηναγός της κροατικής αεροπορίας, μουσουλμάνος, γεννημένος το ’58 στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, είναι ο διοικητής τού Oum Dreyga μέχρι τον Ιούλιο, οπότε και επιστρέφει στην πατρίδα του. Και τελείως για τα μπάζα…

End of qualification patrol
Μετά την πρακτική εξέταση έμενε η τελευταία δοκιμασία, η διάλεξή μου με θέμα “Cultural awareness & gender in peacekeeping”. Φυσικά εντελώς απροετοίμαστος – τελείωσα τις διαφάνειες μισή ώρα πριν αρχίσω – και φυσικά έδωσα ρέστα, τους καθήλωσα τελείως, καμία σχέση με ό,τι άλλο έχω παρακολουθήσει εδώ… Το ‘χω το public speaking, είναι το δεύτερο – και τελευταίο – ταλέντο μου (το πρώτο είναι οι εξυπνακίστικες συρραφές & μοντάζ κειμένων, όπως αυτό, από Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας του Pynchon, που δημοσιεύτηκε στη Γαλέρα το Φεβρουάριο του 2008). Τέλειωσε η διάλεξη, τέλειωσαν και οι ερωτήσεις, ανακοινώνεται επί τόπου από τον διοικητή η επιτυχής μου πιστοποίηση, λογύδριο, “πολύ επαγγελματίας, σου έχω πλήρη εμπιστοσύνη να πάρεις την περίπολο, να την οδηγήσεις έξω και να τη φέρεις πίσω ασφαλή”, χειροκροτήματα, κακό, “η καλύτερη διάλεξη που έχω παρακολουθήσει” και άλλα ψέματα…
… και σιγά σιγά, χαμηλόφωνα και υποδόρια στην αρχή, μεγαλόφωνα στη συνέχεια, από ανθρώπους με τους οποίους έλεγα μια τυπική καλημέρα μέχρι τότε:
“…νάτος, ο επόμενος διοικητής…»
Προσπερνάω τρέχοντας και πάω στα
ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΜΑΪΟΥ
“Οι λέξεις είναι απειλητικές· οι αριθμοί καθησυχάζουν. Σ’ αυτό οφείλεται, εξάλλου, η τρόπον τινά ψυχαναγκαστική ακροαματικότητα των δημοσκοπήσεων” – Ευγένιος Αρανίτσης, Φούσκες
Περιπολίες εδάφους: 15
Διήμερες περιπολίες: 0
Διανυκτερεύσεις σε σκηνή στην έρημο: 0
Περιπολίες ως επικεφαλής: 7 (5 υπό εκπαίδευση, 1 υπό πιστοποίηση)
Συνολικά διανυθέντα χιλιόμετρα: 2123
Χιλιόμετρα ως οδηγός: 69
Χιλιόμετρα ως επικεφαλής: 1156
Περιπολίες αέρος: 1
Ώρες πτήσης: 1,8
ΣΧΕΔΙΑ ΠΤΗΣΗΣ
Παρ 19 Ιουν: Oum Dreyga -> Laayoune -> Las Palmas (Gran Canaria)
Τετ 24 Ιουν: Las Palmas -> Praia (Cabo Verde)
Κυρ 12 Ιουλ: Praia -> Las Palmas -> Laayoune
Τρι 14 Ιουλ: Laayoune -> Oum Dreyga
Επόμενη ανταπόκριση Inch’ Allah από Κανάρια, nothing more, out.-

See you in Cabo Verde...
Περιβόλια και αμμοθύελλες
17 Ιουνίου , 2009

16 Ιουνίου, γύρω στις 19:00, η πρώτη μου αμμοθύελλα (ακολούθησε καταιγίδα)

- 16 Ιουνίου, γύρω στις 14:00, στον φιλόξενο κήπο του 47ου Τάγματος Πεζικού

Πρωινό 16ης Ιουνίου, τελευταία περιπολία με τον Jean-Michel
«It was a pleasure, Captain Naves…»
4 Ιουνίου , 2009
Απροετοίμαστος. Αυτή πρέπει να είναι η κατάλληλη λέξη. Αλλά πώς μπορείς να προετοιμαστείς; Δεν μπορείς. Μάλλον… Θα γλιστρήσει αθόρυβα, απροειδοποίητα, από εκεί που δεν την περιμένεις, από ρωγμές που δεν ξέρεις καν ότι υπάρχουν ή τις θεωρούσες κλειστές… τσιμεντωμένες… Ίσως πάλι να ήταν εκεί από καιρό και απλώς περίμενε το ερέθισμα που θα τραβήξει την περόνη – ένα βλέμμα, μια χειρονομία, μια συγκεκριμένη οπτική γωνία από την οποία, ξαφνικά, αντικρίζεις ένα κατά τα άλλα εντελώς γνώριμο τοπίο… Η περόνη φεύγει, αλλά αυτό που ακολουθεί δεν είναι έκρηξη, μοιάζει περισσότερο με βρύση που ανοίγει και σε πλημμυρίζει αργά, ειρηνικά, σχεδόν ευπρόσδεκτα…
Είναι Δευτέρα βράδυ, 1 Ιουνίου, κάθομαι στο παρατηρητήριο και κοιτάω τη νύχτα πέρα από τα κίτρινα φώτα του φυλακίου… Είμαι εδώ πάνω από δύο μήνες, έχω αφήσει πίσω φίλους και δικούς, πρόσωπα και μέρη αγαπημένα, και δεν μελαγχόλησα ποτέ, ούτε μια φορά, ούτε μια στιγμή, μέχρι σήμερα – καυτό απόγευμα, κόλαση, ο Ιούνιος μας διαπιστεύθηκε με ζοριλίκια, θολή ατμόσφαιρα, αέρας, κι εμείς φορέσαμε τις στολές μας, αρβύλες και μπλε μπερέ, και παραταχθήκαμε τιμητικά για να αποχαιρετήσουμε τον λοχαγό Naves.
Μετάθεση.
Mijek.

Fucking Brazilian τον φωνάζαμε σχεδόν όλοι – ήταν αξιωματικός επιχειρήσεων, G3, υπεύθυνος για το πρόγραμμα και τη σύνθεση των περιπόλων και των υπηρεσιών, θέση ελάχιστα αξιοζήλευτη, μια και όλοι, διαρκώς, έχουν παράπονα, γκρινιάζουν… “Fucking G3…”, “fucking Brazilian…”, μέχρι που ένα βράδυ αναγκάστηκα να επέμβω, “gentlemen, σας παρακαλώ, δεν είναι ευγενικό, δεν ακούγεται και ωραίο… προτείνω να τον φωνάζουμε Foxtrot Bravo – FB – από τα αρχικά των λέξεων Fucking Brazilian”, και από εκείνη την ημέρα έγινε ο Foxtrot Bravo, μοιραζόμενος το όνομα με ένα από τα 500 GPS waypoints της αχανούς περιοχής ευθύνης τού Oum Dreyga…

Ο Jeno, ο Ούγγρος αξιωματικός προσωπικού (G1), διαβάζει το Certificate of Appreciation. Με πιάνω να απολαμβάνω τη σύντομη, κοφτή, μεστή τελετουργία, πράγματα που φανταζόμαστε ότι γίνονται στο στρατό, πράγματα που τα ξέρω μόνο από ταινίες… Ο υποδιοικητής δίνει προσοχή, αναφέρει στον διοικητή, επιστρέφει στη θέση του, δίνει ημιανάπαυση, ο αξιωματικός προσωπικού διαβάζει το CoA, ο διοικητής το απονέμει στον τιμώμενο, ο οποίος περνάει μπροστά από την παράταξη, μας χαιρετάει όλους, έναν έναν, και υποστέλλει τη σημαία… Δέκα, δεκαπέντε λεπτά, και τέλος…
Κάθομαι στο παρατηρητήριο, κοιτάω τη νύχτα, δυο μήνες τώρα και δεν με έχει πάρει από κάτω ποτέ, και με πιάνω απόψε να μελαγχολώ στη σκέψη ότι αύριο ο γαμημένος Βραζιλιάνος φεύγει…
Λοχαγός του πεζικού, σκληρός επαγγελματίας, τυπίκουρας με σύνθημα “sacrifice”. Sacrifice for the mission… Τρέφω έναν αυθόρμητο, πηγαίο σεβασμό για τέτοιου είδους ανθρώπους, έναν σεβασμό που καθόλου δεν με εμποδίζει – απεναντίας, με σπρώχνει – να τους τη λέω με κάθε ευκαιρία. Ένα από τα πρώτα πρωινά μου εδώ πάω να μπω στην τραπεζαρία, ο Naves βγαίνει, περνάει από μπροστά μου, δεν μιλάει, πάει προς το δωμάτιό του. Τον αφήνω να κάνει 3-4 βήματα. “Hey, Naves…”
Γυρίζει. Γυαλιά ηλίου. Ανέκφραστος.
“Στην πατρίδα σου δεν λέτε καλημέρα;”
Χαμογελάει, πλησιάζει. “Η γυναίκα μου συνέχεια παραπονιέται γι’ αυτό.”
“Ωραία, τώρα ξέρεις ότι έχει δίκιο.»”
“Κοίτα, Naves, θα προσπαθήσω να το πω απλά, έτσι ώστε να το καταλάβει ακόμα και πεζικάριος”. Πλακίτσες που προσπαθούν να κρύψουν το δέος που αισθάνεται ένας αξιωματικός του γραφείου και του laptop, όπως εγώ, απέναντι σε έναν άνθρωπο που, 22 χρονών, φρέσκος ανθυπολοχαγός, βρέθηκε διοικητής διμοιρίας στα σύνορα, βαθιά μέσα στη ζούγκλα του Αμαζονίου.
“60 χιλιόμετρα την ώρα είναι μια χαρά”, μου είπε κάποτε που συζητάγαμε για το όριο ταχύτητας στην έρημο. “Εγώ είχα ένα προωθημένο φυλάκιο στα πέντε χιλιόμετρα από το στρατόπεδό μου, και χρειαζόμουν τέσσερις ώρες με τη βάρκα, μόνο για να πάω…”
Ο Naves έχει μόλις παραλάβει το τιμητικό δίπλωμα. Αρχίζει να περνάει μπροστά από την παράταξη. Φτάνει μπροστά μου. Στεκόμαστε προσοχή. Χαιρετάει. Ανταποδίδω.
“Captain Naves, it was a real pleasure.”
“For me also.”
Αγκαλιαζόμαστε…
Ίσως –ίσως– να του ψιθύρισα στο αυτί “you fuckin’ Brazilian”… Δε θυμάμαι…

Κάθομαι στο παρατηρητήριο, η νύχτα με κοιτάει, ηθοποιό της κακιάς ώρας στην άκρη κατάφωτης σκηνής, και προσπαθώ να αφουγκραστώ όλες εκείνες τις ιστορίες από τη ζούγκλα τού Αμαζονίου που θα μείνουν κρυμμένες στο σκοτάδι, εκεί έξω, επειδή συνεχώς το ανέβαλα για αύριο…
Σκέφτομαι τον Naves… Αύριο, όταν θα φύγει με το ελικόπτερο, θα είμαι έξω, σε περιπολία… Αλλά απόψε είναι ακόμα εδώ, μπορώ να κατέβω, να πάρω το μπουκάλι από το δωμάτιό μου και να πάω να τον βρω, να γίνουμε στουπί, να πούμε τις ιστορίες που δεν προλάβαμε να διηγηθούμε, ιστορίες από τις πατρίδες μας, να πούμε ψέματα ο ένας στον άλλον ότι θα τα ξαναπούμε, και να αποχαιρετιστούμε…
Μπορώ… Προλαβαίνω…
Κάθομαι ακίνητος στο παρατηρητήριο, η έρημος νύχτα με κοιτάει, μου μιλάει, προφητεύει τα μελλούμενα – δεν πρόκειται να πας· θα μείνεις για λίγο ακόμα εδώ, μετά θα πάρεις την καρέκλα και θα κατέβεις, θα την αφήσεις στην αίθουσα ενημέρωσης, θα πας στο δωμάτιό σου, θα κοιμηθείς… και δεν θα τον ξαναδείς…
Κι εγώ κάθομαι εκεί, στο παρατηρητήριο, κοιτάζω νοτιοδυτικά, προς τα βουνά που κανένας χάρτης δεν λέει το όνομά τους, και ξέρω ότι έχει δίκιο…


Peacekeeping
2 Ιουνίου , 2009
Ο όρος “Επιχειρήσεις Υποστήριξης Ειρήνης” εισήχθη από το Ηνωμένο Βασίλειο· σήμερα χρησιμοποιείται στο δόγμα του ΝΑΤΟ για να καλύψει τις επιχειρήσεις διαφύλαξης ειρήνης (peace-keeping) και τις επιχειρήσεις επιβολής ειρήνης (peace enforcement). Η “υποστήριξη” υποδηλώνει ότι οι στρατιωτικές ενέργειες παρέχονται προς υποστήριξη πολιτικών στόχων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και κάποια άλλα έθνη προτιμούν τη χρήση του γενικού όρου “ειρηνευτικές επιχειρήσεις” για αποστολές υπό την εντολή των Ηνωμένων Εθνών.
Όταν ο Damir άκουσε ότι θα πήγαινα στο Oum Dreyga, με άρχισε στο δούλεμα: “Όλα καλά, κανένα πρόβλημα, 5 ώρες η μικρότερη περιπολία, τρεις μέρες η μεγαλύτερη, με δυο διανυκτερεύσεις έξω.” Είχε δίκιο. Το Oum Dreyga έχει τη μεγαλύτερη περιοχή ευθύνης από τα εννέα φυλάκια της MINURSO στη Δυτική Σαχάρα – τρεις φορές μεγαλύτερη από μερικά φυλάκια στην άλλη πλευρά του Berm, στην πλευρά του POLISARIO.
“Οι POLISARIO, my friend, είναι μαχητές, πραγματικοί μαχητές. Και γνήσιοι μουσουλμάνοι: όταν έκαναν επιδρομές και αιχμαλώτιζαν μαροκινά κονβόι, έπαιρναν τα όπλα και τα οχήματα, έδιναν στους Μαροκινούς στρατιώτες ένα φορτηγό και τους άφηναν ελεύθερους να γυρίσουν πίσω…”
Είναι ο Alvaro Pintos, υποπλοίαρχος του ναυτικού της Ουρουγουάης, γείτονάς μου, φιλόζωος, γνωστός πλέον ως “Ο Άνθρωπος Που Φώναζε Por Aca”, και με αγγλικά της συμφοράς: “No is correct!”, δηλαδή “δεν είναι σωστό”. Μου παίρνει αρκετό χρόνο να καταλάβω ότι αντί για το much και το many χρησιμοποιεί το more, αλλά το προφέρει moore – μουρ, και χρησιμοποιεί μία μόνο λέξη (killer) για να πει kill ή killed. Κάποια στιγμή, επιτέλους, η φράση “he killer moore cats, you understand?” βγάζει νόημα, he killed many cats, σκότωσε πολλές γάτες και ο ήλιος της επικοινωνίας ανατέλλει (αλλά όταν αργότερα του λέω “OK, Alvaro, this can be kind of tricky”, με κοιτάει σαν να μιλάω κινέζικα).
Είναι πολύ περήφανος για τη χώρα του: “Ουρουγουάη, my friend, τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι, λίγοι φτωχοί, λίγοι πολύ πλούσιοι, και οι υπόλοιποι μια μεγάλη μεσαία τάξη, όχι σαν τη Βραζιλία… Ουρουγουάη, my friend, η Ελβετία της Λατινικής Αμερικής…”
Πολύ περήφανος για τη χώρα του… και τελείως καφενείο στην περιπολία…
Τις προάλλες τα σκάτωσε στην πλοήγηση, βγήκαμε 100 χιλιόμετρα εκτός πορείας, κι άλλα 100 να γυρίσουμε 200, εντάξει, δε λέω, ωραία η οδήγηση, αλλά δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος τα 360 χιλιόμετρα της ημέρας να τα κάνεις 560, απολύτως κανένας…
Το καλό της υπόθεσης: οδηγήσαμε νότια από την Dakhla, από τη μια πλευρά η έρημος, από την άλλη ο ωκεανός, κι εσύ στη μέση, τοπίο στοιχειωμένο, κύματα και λευκή άμμος κάτω από έναν αμείλικτο ήλιο, και στο τέλος του δρόμου η Μαυριτανία (“έλα… έλα…”)
Και ίσως -ίσως- να περάσαμε τον Τροπικό του Καρκίνου…

Peacekeeping…
Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί για τη διαφύλαξη της ειρήνης και την επιβολή της. Παρόλο που οι λέξεις μπορεί να διαφέρουν, υπάρχει ευρεία διεθνής συμφωνία για την προσέγγιση που απαιτεί μια επιχείρηση των Ηνωμένων Εθνών και για τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο αυτών ειδών επιχειρήσεων. Η διαφύλαξη και η επιβολή της ειρήνης μπορούν να οριστούν ως εξής:
Διαφύλαξη της ειρήνης (ΔΕ): επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται με τη συναίνεση των εμπόλεμων πλευρών, προς υποστήριξη των προσπαθειών για την επίτευξη ή τη διατήρηση της ειρήνης, έτσι ώστε να βελτιωθεί η ασφάλεια και η διαβίωση σε περιοχές δυνητικής ή πραγματικής σύγκρουσης.
Επιβολή τής ειρήνης (ΕΕ): επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται για την αποκατάσταση της ειρήνης, μεταξύ εμπολέμων που δεν συναινούν στην επέμβαση, και οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν πολεμικές δραστηριότητες.
Έχει μερικές στάνταρ εκφράσεις ο Alvaro. Μία είναι το “no is correct” – αλλά όταν είναι σκυμμένος πάνω από το GPS και εσύ προσπαθείς να καταλάβεις αν λέει “no is correct” ή “now is correct”, δεν είναι τόσο αστείο, πιστέψτε με… Κάποιες άλλες εκφράσεις του είναι “my friend”, “you understand?”, και “enjoy the mission”.
Μία άλλη είναι το “come on”…
Δεν το λέει με τον τρόπο που το έλεγα εγώ, εμείς, COme on, κοφτά, ο τόνος στην πρώτη συλλαβή, όχι, ο Ουρουγουανός τραβάει το τελευταίο “ο”, come Oooon, με εκείνη την τραγουδιστή προσωδία που είναι σύμφυτη με την εκφορά της ισπανικής γλώσσας. Την πρώτη φορά που το είπε, ενστικτωδώς, απάντησα ‘eah!…
Αλλά ακούστηκε κάλπικο, τελείως κάλπικο…
Τώρα πια, εδώ, στη Δυτική Σαχάρα, δεν λέω come on… Το σλόγκαν που εισήγαγε ο Άγγελος Γ. και καθιερώσαμε εμείς οι υπόλοιποι, εδώ ακούγεται πολύ λίγο, ακούγεται παράταιρο, φάλτσο, περιττό… Ήταν ένα σύνθημα για έναν άλλο τόπο, για μια χώρα τώρα μακρινή, που δεν έρχεται ούτε στα όνειρά μου – άνθρωποι κλειστοί, μοναχικοί, φοβισμένοι, άνθρωποι καλοί, συνθλιμμένοι από τα αμείλικτα γρανάζια της καθημερινότητας, άνθρωποι που τραβάνε διαχωριστικές γραμμές και επάνω στις γραμμές χαράζουν σύνορα και επάνω στα σύνορα χτίζουν τείχη για να προστατέψουν αυτά που νομίζουν ότι έχουν, αυτά που είναι μέσα, ενώ τελικά τα πιο σημαντικά πράγματα βρίσκονται απ’ έξω… come on, μια ειλικρινής παρωδία σάλπιγγας της Ιεριχούς, come on, έλα, μπορείς, μπορούμε… δώσε μου το χέρι σου και θα τα καταφέρουμε…
Όχι εδώ, όμως. Εδώ οι ήχοι βουλιάζουν στις αχανείς ησυχίες, και ο μόνος που τραγουδάει είναι ο άνεμος.
Θάβω το come on και συνεχίζω…
Peacekeeping…
Η διαφύλαξη και η επιβολή της ειρήνης έχουν τον ίδιο τελικό στόχο· η λογική όμως που διέπει την διεξαγωγή τής κάθε μίας είναι διαφορετική. Στο “Συμπλήρωμα στην Ατζέντα για την Ειρήνη”, ο Γενικός Γραμματέας έκανε αυτή τη διάκριση ξεκάθαρη:
“Στη διαφύλαξη της ειρήνης, η λογική πηγάζει από πολιτικές και στρατιωτικές προϋποθέσεις οι οποίες είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες τής επιβολής· και η δυναμική της τελευταίας είναι ασύμβατη με τις πολιτικές διαδικασίες τις οποίες αποσκοπεί να προάγει η πρώτη. Η αδυναμία διάκρισης μεταξύ των δύο μπορεί να υπονομεύσει την βιωσιμότητα μιας επιχείρησης διαφύλαξης της ειρήνης και να θέσει σε κίνδυνο το προσωπικό της.”
Ο στρατηγός Rose, διοικητής της UNPROFOR στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, συνόψισε το παραπάνω σκεφτικό όταν δήλωσε:
“Δεν μπορείς να κάνεις πόλεμο μέσα από οχήματα βαμμένα άσπρα.”
Peacekeeping…
Είναι Πάσχα, 19 Απριλίου, μόλις έχω τελειώσει με την εβδομαδιαία συντήρηση και το πλύσιμο του αυτοκινήτου μου, και έχω μια διαβολεμένη όρεξη να γράψω. Είναι Πάσχα, γιορτάζει ο πατέρας μου, γιορτάζει και ο ανηψιός μου διπλά: πριν από εφτά χρόνια, η μητέρα του – στην οποία, κατά ένα παράξενο τρόπο, δεν έχω καταφέρει να πω ποτέ ευθέως πόσο την αγαπώ – ξεκίνησε από την Κόρινθο, τραγουδώντας, στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου, για να πάει στην Αθήνα να τον γεννήσει. Και για λίγο δεν είναι Πάσχα, δεν είναι Απρίλιος, είναι τέλη Νοεμβρίου 2007 και εγώ στο διαμέρισμά μου ετοιμάζομαι να περάσω τον Δεκέμβριο στις ερήμους τής κεντρικής Αυστραλίας. Παίρνω τηλέφωνο στην Κόρινθο να μιλήσω στο μικρό, να του πω ότι φεύγω για ταξίδι και δεν θα είμαι εκεί για τα Χριστούγεννα, αλλά θα πάω την Πρωτοχρονιά… Δεν έλεγε ακόμα καλά το θ. “Σείε”, μου λέει από το τηλέφωνο, “εγώ σέλω να πάω στην έρημο”…
Είναι Πάσχα, 19 Απριλίου, ευχές με το πλήρωμα του ρωσικού ελικοπτέρου που σταθμεύει μονίμως εδώ. “Χριστός Ανέστη”, λέω στον συγκυβερνήτη Sergey, “Χριστός Βάσκριες” μου απαντάει, σφίγγουμε τα χέρια, αγκαλιαζόμαστε, αυτό ήταν, το ήξερα ότι θα συνεννοηθούμε ο καθένας στη γλώσσα του, άσε που δεν νομίζω να υπάρχει η έκφραση στα αγγλικά. Τον ακούω αργότερα να τηλεφωνεί στην πατρίδα του. “Χριστός Βάσκριες”…
Παίρνω κι εγώ τηλέφωνα, με παίρνουν, οικογένεια, κουμπάροι, Sparky Friday & Walt Whitman, legends of their own time…
Είναι Πάσχα, 19 Απριλίου, μόλις έχω τελειώσει με την εβδομαδιαία συντήρηση και το πλύσιμο του αυτοκινήτου μου και πρέπει να βάλω πλυντήριο, αλλά βαριέμαι, the hell with the laundry, είναι Πάσχα, έχει πέσει και ο αέρας, φτιάχνω τσάι και την αράζω στη γωνιά μου με την Έρημο του Le Clesio, και είμαι εκεί, δίπλα στη Λάλα Μεϊμάνα που κλαίει πάνω από τον νεκρό άντρα της, τον σεΐχη Μα ελ Αϊνίν, το Ύδωρ των Οφθαλμών: “Λίγο πριν χαράξει, την ώρα που ο αέρας έξω είναι σιωπηλός κι ακίνητος και δεν ακούγεται ο παραμικρός θόρυβος, ούτε ένα έντομο να πετά, πεθαίνει ο Μα ελ Αϊνίν. Η Μεϊμάνα, που κρατά ακόμα το χέρι του, το συνειδητοποιεί κι αμέσως ξαπλώνει στο χώμα, πλάι σ’ εκείνον που αγαπά, κι αρχίζει να κλαίει χωρίς να πνίγει πια τους λυγμούς της. Εκείνη τη στιγμή ο Νουρ, που στέκεται όρθιος κοντά στην πόρτα, κοιτάζει για τελευταία φορά το ανήμπορο κορμί του μεγάλου σεΐχη έτσι καθώς είναι ξαπλωμένο στην άσπρη του κάπα, τόσο ανάλαφρο, που μοιάζει να κυματίζει στον αέρα. Φεύγει πισωπατώντας και ξαναβρίσκεται μόνος μέσα στη νύχτα, στη σταχτιά πεδιάδα που τη φωτίζει το φως της πανσελήνου. Η κούραση κι η οδύνη δεν τον αφήνουν να πάει μακριά. Πέφτει κάτω, κοντά σε κάτι αγκαθωτούς θάμνους, κι αποκοιμιέται αμέσως, χωρίς να ακούει τη φωνή της Λάλα Μεϊμάνα που θρηνεί – ένας θρήνος που μοιάζει με τραγούδι.”
Είναι Πάσχα, 19 Απριλίου, και για μια ακόμα φορά βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους με τους οποίους δεν έχω καμία σχέση, κανένα κοινό σημείο…
Δύο λόγοι έχουν φέρει τους υπόλοιπους εδώ πέρα. Ο ένας λόγος είναι τα χρήματα: ο Naves μου λέει ότι σχεδόν θα μπορέσει να αγοράσει σπίτι στη Βραζιλία. Ο άλλος είναι η απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας, η οποία σε κάποιες χώρες εκτιμάται δεόντως: ο Antonio, ο Ιταλός λοχαγός που ήρθε μία βδομάδα μετά από μένα, μου λέει ότι τέτοιες αποστολές είναι απαραίτητες στην Ιταλία αν θέλεις να ελπίζεις σε κάποια καλή θέση εξωτερικού στο μέλλον, π.χ. στρατιωτικός ακόλουθος σε πρεσβεία ή επιτελής στο ΝΑΤΟ. Σκέφτομαι τον τρόπο με τον οποίο καλύπτονται τέτοιες θέσεις στην Ελλάδα, και γελάω. Μετά, όταν ο Antonio μου λέει επίσης ότι ο χρόνος υπηρεσίας σε τέτοιες αποστολές λογίζεται διπλάσιος, όπως τα πτητικά εξάμηνα στην αεροπορία ή τα καταδυτικά εξάμηνα στο ναυτικό, σταματάω να γελάω και αρχίζω να θυμώνω…
Μου περνάει γρήγορα, εξάλλου είναι Πάσχα, 19 Απριλίου, και δεν έχω έρθει εδώ ούτε για τα χρήματα ούτε για την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας. Και δεν βιάζομαι να γυρίσω πίσω, όπως όλοι οι άλλοι. Δεν έχω καμιά σχέση με τους υπόλοιπους, οπότε είναι καιρός να σταματήσω να το κρύβω.
Ανεβαίνω πάνω στον τσιμεντένιο τοίχο της ψησταριάς και κοιτάζω τον ήλιο που δύει στον ορίζοντα. Και συνειδητοποιώ ότι από τότε που ήρθα δεν το έχω κάνει ποτέ αυτό, δεν έχω δει ποτέ τον ήλιο να δύει στο Oum Dreyga, και η συνειδητοποίηση αυτή σκάει σαν σκαμπίλι στα μούτρα μου, είναι οδυνηρή, αλλά με ξυπνάει… Περνούν αστραπιαία σκέψεις, για τη διαβρωτική ισχύ της καθημερινής ρουτίνας, ακόμα κι εδώ, για τη σκουριά που παραμονεύει, για το πόσο ηλίθιος μπορεί να είμαι… Ευτυχώς δεν κρατάνε πολύ, εξανεμίζονται, διαλύονται μέσα στην απεραντοσύνη που απλώνεται μπροστά μου…
Αργότερα, μετά το δείπνο και αφού έχει σκοτεινιάσει, θα ανεβώ στο παροπλισμένο παρατηρητήριο, δίπλα στην πύλη. Θα κυκλοφορεί πολύς κόσμος, αλλά κανείς δεν θα με δει, κανείς δεν θα σηκώσει το κεφάλι να κοιτάξει (και θα περνούν από δίπλα σου, αλλά δεν θα σε βλέπουν· και θα μιλάς, αλλά δεν θα σε ακούνε· και το μόνο που θα θυμούνται από σένα θα είναι ένας ίσκιος, και κάτι λόγια ακατάληπτα, που ίσως να ήταν και ο άνεμος). Τώρα πια, είμαι σίγουρος, κανείς δεν βλέπει καν το παρατηρητήριο…
Αλλά αυτά θα γίνουν αργότερα – τώρα είμαι πάνω στον τσιμεντένιο τοίχο, έχω τον ήλιο στα μάτια μου και τη φωνή του Ξυλούρη στα ακουστικά. Ζαβαρακατρανέμια…
Και αρχίζω να χορεύω…
Αλληλούια…
Είμαι αόρατος… Κανένα πρόβλημα… Αλλά είμαι εκεί…
Ίλεος…
Χορεύω…

…
Στις περιπολίες των Ηνωμένων Εθνών, στην έρημο, όταν θες να ζητήσεις στάση για κατούρημα, η κωδική λέξη στον ασύρματο είναι peacekeeping…
Στατιστικά Απριλίου 2009
19 Μαΐου , 2009

"Χμμ, για να δούμε τι έχουμε..."
Περιπολίες εδάφους: 8
Διήμερες περιπολίες: 4
Διανυκτερεύσεις σε σκηνή στην έρημο: 2
Συνολικά διανυθέντα χιλιόμετρα: 2902
Χιλιόμετρα ως οδηγός: 2902
Περιπολίες αέρος: 1
Συνολικές ώρες πτήσης: 4,25
…
Εισέρχομαι στην τελευταία φάση της πιστοποίησής μου ως επικεφαλής περιπόλου, με την τελική πρακτική εξέταση την Τρίτη 26 Μαΐου, και ενδιάμεσα γραπτή εξέταση, προφορική εξέταση και διάλεξη με θέμα «Cultural awareness & gender in peacekeeping» (όσο κι αν προσπαθώ, τελικά περνάω για κουλτουριάρης, ακόμα κι εδώ). Εν τω μεταξύ, είμαι συνεχώς σε περιπολίες από το περασμένο Σάββατο 16/5 έως και την Πέμπτη 21/5…
… και, μεταξύ μας, δεν έχω ανοίξει βιβλίο…
… οπότε δεν θα ανεβάσω τίποτα άλλο μέχρι την επόμενη Τρίτη, αλλά μετά θα επανέλθω δριμύς.
Stay tuned…

Oum Dreyga, 14/5/09, αναμνηστική φωτογραφία από την τιμητική παράταξη για τους αποχωρούντες, ταγματάρχη Heinz (Αυστρία) και ταγματάρχη Mohamad (Υεμένη), μετατιθέμενους στα φυλάκια Mehares και Mijek αντίστοιχα

Δεν ξέρω αν ο Μπάμπης Γιαννακόπουλος, όταν μου πρότεινε να πάρω μαζί μου την Έρημο, του Γάλλου νομπελίστα J. M. G. Le Clesio, ήξερε ότι το βιβλίο διαδραματίζεται σε μεγάλο βαθμό εδώ, στη Δυτική Σαχάρα, στη Σαγκέτ ελ Χάμρα και τη Σμάρα:
Όλοι τους βάδιζαν στο λιθόστρωτο, που το σκέπαζε μια κόκκινη σκόνη, πηγαίνοντας προς τα τείχη της ιερής πόλης Σμάρα. Για λίγες ώρες, για λίγες μέρες, δεν θα ‘χαν να κάνουν με την έρημο. […]
Ο ύπνος ερχόταν σιγά σιγά στη Σμάρα. Στο Νότο, στα αχανή, βραχώδη υψίπεδα, δεν κοιμόνταν καθόλου τη νύχτα. Το κρύο τούς παρέλυε, καθώς ο άνεμος φυσούσε πάνω από την άμμο και μαστίγωνε τα γυμνά κρηπιδώματα των βουνών. Στους δρόμους την ερήμου δεν γινόταν να κοιμηθείς. Ζούσαν και πέθαιναν με τα μάτια ανοιχτά κι απλανή, καμένα απ’ την κούραση και το φως. Καμιά φορά οι γαλάζιοι άντρες συναντούσαν κάποιον δικό τους να κάθεται στην άμμο, με τεντωμένα πόδια και το σώμα του αλύγιστο, τυλιγμένο με κουρέλια που ανέμιζαν. Το πρόσωπό του ήταν ωχρό, και τα μαυρισμένα μάτια του, απλανή, κοιτούσαν τον κυματιστό ορίζοντα των αμμόλοφων: έτσι τον είχε βρει ο θάνατος.
[…] Εδώ, στην κορυφή του λόφου, κοντά στον τάφο του αγίου, με την κοιλάδα Σαγκέτ ελ Χάμρα να απλώνει την ξεραμένη κοίτη της ως εκεί που φτάνει το μάτι στον ορίζοντα, που στο βάθος του, με φόντο το γαλάζιο ουρανό, φαίνονταν άλλοι λόφοι κι άλλοι βράχοι, η σιωπή ήταν πιο σπαρακτική. Σαν να ‘χε σταματήσει ο κόσμος να κινείται και να μιλά, σαν να ‘χαν γίνει όλα πέτρα.
Σήμερα, η κάποτε ιερή πόλη Σμάρα, φιλοξενεί ένα από τα εννιά φυλάκια των Ηνωμένων Εθνών στη Δυτική Σαχάρα.
Λένε ότι είναι το μοναδικό πιο ζόρικο από το Oum Dreyga…
Το Laayoune δεν αναφέρεται στο βιβλίο του Le Clesio. Ούτε με αυτό το όνομα, ούτε με το παλιότερό του. Γιατί το Laayoune δεν λεγόταν πάντα έτσι. Η επιτόπια παρατήρηση και η ανάγνωση του Le Clesio αρχίζουν να συναρμολογούν το παζλ…
Στα αγιούν, τα μάτια, και σε υγρές κοίτες, γεμάτες λάσπη, υπήρχε νερό που είχε το χρώμα τού ουρανού. Το νερό όμως αυτό δεν προοριζόταν για την αναψυχή ή την ανάπαυση των ανθρώπων. Ήταν ένας ιδρώτας στην επιφάνεια την ερήμου, η φειδωλή δωρεά ενός άνυδρου Θεού, το τελευταίο σπάραγμα της ζωής. Νερό που με δυσκολία το γεννούσε η άμμος, νερό αβέβαιο, που ‘βγαινε από τις ρωγμές του εδάφους, νερό αλκαλικό, που προκαλούσε διάρροιες κι εμετούς.

Το αγιούν, λοιπόν, το μάτι, δηλαδή η μικρή, ρηχή λίμνη που υπάρχει εδώ, έδωσε το όνομά του στην πόλη: El Ajun στα ισπανικά, Al Ayoun στα αραβικά.
Και μετά ήρθαν οι Γάλλοι, ή μάλλον οι γαλλοτραφείς Μαροκινοί…
“Δεν είναι απλό”, μου απαντάει ο Αιγύπτιος ταγματάρχης Farouk, εκπαιδευμένος στο Κιλκίς, όταν, στην πρώτη μου περιπολία μαζί του, τον ρωτάω αν συνεννοείται άνετα με τους Μαροκινούς στα αραβικά. “Αυτοί οι Μαροκινοί σού δίνουν την αίσθηση ότι προτιμούν να μιλούν γαλλικά…”
Στις 14 Απριλίου, το ελικόπτερο ξεφόρτωσε κατά λάθος εδώ τις αποσκευές ενός τύπου από τη Ghana, ο οποίος την επόμενη το απόγευμα πέταγε από το Laayoune για την Αγγλία. Οπότε βάλαμε εκτάκτως μια περίπολo για τo Laayoune.
Τέτοιες περιπολίες, εδώ, τις λέμε admin patrols – διοικητικές περιπολίες.
Μπήκα ως δεύτερος οδηγός. Εντελώς ασυνήθιστο, μια και είμαι ακόμα υπό εκπαίδευση…
Ο Moses, ο γιγαντόσωμος αντισυνταγματάρχης από τη Ghana που είναι επικεφαλής του στρατιωτικού προσωπικού στο αρχηγείο, χαμογελάει και μου σφίγγει το χέρι με απορία: “Καλά, τι κάνεις εδώ; Οι εκπαιδευόμενοι δεν πάνε διοικητικές περιπολίες.”
“Ήταν έκτακτη αποστολή, και χρειάζονταν τον καλύτερο!”
Γελάει τρανταχτά.
Ωραίος τύπος, πραγματικά…
Λίγο αργότερα, θα μάθαινα ότι το φιλαράκι μου από την Κροατία, o Damir, έστειλε εξαιτίας μου έγγραφο σε όλα τα φυλάκια, τονίζοντας ότι οι εκπαιδευόμενοι δεν πάνε σε διοικητικές περιπολίες.
Προσπάθησα να τον πείσω ότι δεν είμαι όποιος κι όποιος, αλλά μάταια…

Jean-Michel & the MINURSO Tiger
Ευτυχώς, στην περίπολο μαζί μας είναι και ο Jean-Michel, ο ταγματάρχης του γαλλικού σώματος ΠΒΡΧ πολέμου, ως πρώτος οδηγός.
Μυστήριο πώς, αλλά τα κατάφερα πάλι να γίνω κολλητός με Γάλλο – τον μοναδικό Γάλλο στο φυλάκιό μου.
Τον είχα συναντήσει πρώτη φορά στο αρχηγείο, μια μέρα πριν πετάξω για το Oum Dreyga. Είχε έρθει σε διοικητική περιπολία, καθόταν στην καφετέρια και έγραφε σε ένα μεγάλο σημειωματάριο moleskine. “Ωπ, δικός μας είναι αυτός”, σκέφτηκα.
“Η μεγάλη μου κόρη, δηλαδή η μεγάλη κόρη της γυναίκας μου απ’ τον προηγούμενο γάμο της, μου έχει ζητήσει να γράφω, ξέρεις, σκέψεις, εντυπώσεις… αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο Hemingway!”
Είχαμε πάει μαζί για αναρρίχηση, την πρώτη Κυριακή μου στο Oum Dreyga, και εκεί, στην κορυφή του λόφου, μεθυσμένος από ευφορία, άναψα τσιγάρο. Έκανε τότε την εύστοχη παρατήρηση – πώς είναι δυνατόν αυτή η απόλαυση να μην είναι αρκετή, πώς είναι δυνατόν να αποζητάς επιπλέον απόλαυση, τέτοιες στιγμές, στο τσιγάρο;
Και του διηγούμαι πώς άρχισα το κάπνισμα…
Οι πιο πολλοί συνομήλικοί μου, και ανάμεσά τους όλοι οι φίλοι μου, άρχισαν να καπνίζουν ήδη από το γυμνάσιο… Κάποιοι που τη γλύτωσαν στο σχολείο – ο αδερφός μου και ο ξαδερφός μου, μεταξύ άλλων, το άρχισαν στο στρατό…
Ήμουν από τους λίγους στο σχολείο που δεν κάπνιζα, και κατάφερα να μην το αρχίσω ούτε στα στριφνά χρόνια της σχολής.
Στα 29 μου χρόνια, βρέθηκα στο Cambridge: ήμουν σαν ελατήριο που πιεζόταν επί χρόνια, και ξαφνικά αφηνόταν ελεύθερο. Η πρωτόγνωρη αίσθηση με μέθυσε, εντελώς – τα είχα όλα, ήμουν ο βασιλιάς του κόσμου (εντάξει, υπερβάλλω, ήμουν απλώς ο βασιλιάς του βορείου ημισφαιρίου και της Αυστραλίας).
Αλλά κάτι έλειπε.
Άρχισα το κάπνισμα…
Καθόμαστε εκεί, στην κορυφή ενός ανεμοδαρμένου λόφου, στη Δυτική Σαχάρα, γνωριζόμαστε λιγότερο από μια εβδομάδα, επικοινωνούμε σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική μας, και ο μπάσταρδος ο Γάλλος το πιάνει με τη μία, τα καταλαβαίνει όλα, όλα, χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς περιττές εξηγήσεις…
Είναι απλό, μερικές φορές…
Ευτυχώς, λοιπόν, που είναι μαζί μου, γιατί ξέρει τα κατατόπια και θα πάμε για κολύμπι στον ωκεανό…
Στην επιστροφή, ο Jean-Michel οδηγεί σαν τρελός, προσπαθώ να μείνω σε μικρή απόσταση πίσω του, αλλά δέν τα καταφέρνω, οπότε, όταν για κάποιο λόγο κόβει ταχύτητα και τον προλαβαίνω, το πατάω, προσπαθώ να μην τον χάσω. Και είναι μια τέτοια φάση τώρα, είμαι καμιά εξηνταριά μέτρα πίσω του, πάω με ογδόντα…
Και το κοκκαλώνει.
Όταν οδηγείς με αρβύλες, έχεις μια αλεξίσφαιρη κουβέρτα στο δάπεδο και είσαι ακόμα στη φάση εξοικείωσης με το αυτοκίνητο, δεν έχεις καλή αίσθηση των πεντάλ. Οπότε το πρώτο σχέδιο, “αναζήτηση και χρήση του φρένου”, απλά αποτυγχάνει. Δε βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσει εγκαίρως το θηρίο…
Το δεύτερο σχέδιο λέει ότι πρέπει να αποκλίνω, είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά, αλλιώς τον φίλησα… Επιλέγω να πάω δεξιά, ενώ ο Alvaro δίπλα μου ουρλιάζει “POR ACA! POR ACAAA!”…
Το πρόβλημα, όπως αρχίζω να καταλαβαίνω, δεν είναι ότι ο Γάλλος σταμάτησε. Το πρόβλημα είναι ότι ο Γάλλος σταμάτησε γιατί υπάρχει ένα αρκετά βαθύ χαντάκι που κόβει κάθετα το δρόμο. Έχω μόλις λύσει επιτυχώς το πρώτο μέρος του προβλήματος, το οποίο είναι να μη στουκάρω πάνω στο Γάλλο, και είναι πολύ αργά για να κάνω κάτι για το δεύτερο μέρος, που είναι το χαντάκι. Είπαμε, το σχέδιο “αναζήτηση και χρήση φρένου” εγκαταλείφθηκε. Και ο Alvaro ακόμα ουρλιάζει “POR ACAAA!”.
Πέφτουμε στο χαντάκι, όλα καλά, και με την ταχύτητα που έχουμε ανεβαίνουμε το απέναντι τοίχωμα.
Και απογειωνόμαστε…
Υπάρχουν στιγμές έντασης, στιγμές πάθους και αδρεναλίνης. Παράδειγμα, τα μαθήματα μετάφρασης, στο ΕΚΕΜΕΛ: Μα, καλά, καφενείο το cafe; – Ναι, γιατί όχι; – Εγώ λέω καφετέρια – Σιγά μην το πούμε και καφεποτείον – φωνές, πραγματικές μάχες με απώλειες, ο Βλαβιανός να λέει ότι δεν παραλείπουμε ποτέ ρήμα, εγώ να πετσοκόβω ό,τι βρίσκω για να αυξήσω την πυκνότητα – ρήμα-ξερήμα, εγώ θα το φάω – μα καλά, είναι λέξη το ΓΥΜΝΟΣΑΛΙΑΓΚΑΣ για τέτοιο ποίημα; – μια χαρά είναι – Ε ΟΧΙ – γροθιές στο τραπέζι, μεταφερόμασταν δίπλα και συνεχίζαμε, “πες μου ρε συ, δίκιο δεν έχω;”, δίκιο έχεις, πιάσε δύο Jameson και θα σου εξηγήσω…
Υπάρχουν όντως στιγμές έντασης, πάθους, αδρεναλίνης. Αλλά ετούτη η στιγμή δεν είναι μία από αυτές. Το αυτοκίνητο είναι στον αέρα και ο Ουρουγουανός δίπλα μου ουρλιάζει. Αυτό είναι όλο. Καμία ένταση, κανένα διακύβευμα, τίποτα…
Είναι μια ωραία, ήσυχη πτήση, χωρίς απρόοπτα, που διαρκεί κανά τριάρι-τέσσερα δευτερόλεπτα. Τρανταζόμαστε λίγο στην προσγείωση, εντάξει, αλλά κανένα πρόβλημα, όλα καλά…
Γυρίζω ατάραχος στον Alvaro, ο οποίος έχει αλλάξει δεκαπέντε χρώματα:
“Μια που το ‘φερε η κουβέντα, τι σημαίνει por aca;”
“Ε… Ναι… Sorry, my friend… αλλά… όταν ταράζομαι, I speak in espanish… Por aca σημαίνει από δω… σου έλεγα δηλαδή να πας από δω (δείχνει δεξιά), για να μην πέσεις πάνω του.”
“Α, κατάλαβα, μου έλεγες να κάνω αυτό ακριβώς που έκανα.”
“Ε… ναι…αυτό…”, ακόμα ταραγμένος.
Σκέψου δηλαδή και να καταλάβαινα τι μου έλεγες, τρελάρα…
Ο Ουρουγουανός κατεβαίνει για να ελέγξει το αμάξι. Είμαι σίγουρος ότι δεν πρόκειται να βρει κανένα πρόβλημα. Τι διάολο, ή το νιώθεις το αμάξι σου ή κάτσε σπίτι σου να δεις τηλεόραση…
Γυρίζω από την άλλη, κατεβάζω το παράθυρο. Εντελώς ατάραχος, ψύχραιμος. Δεν έγινε και τίποτα…
“Και δεν μου λες εσύ, γιατί σταμάτησες;”, ρωτάω το Γάλλο στο άλλο αμάξι, που έχει έρθει δίπλα μας.
“Μα, για να θαυμάσω την πτήση σου!!!!”
Τρελάρα…
Είναι όλοι τους για δέσιμο. Είμαι η μοναδική φωνή της λογικής, εδώ πέρα.
Ο Alvaro μπαίνει πάλι μέσα. Λέει ότι το αμάξι είναι ΟΚ. Ξεκινάμε. Πατάω γκάζι…
Είμαι η μοναδική φωνή τής λογικής, εδώ πέρα… είμαι μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου, κατά κάποιο τρόπο στην άκρη του κόσμου, εκεί που η έρημος συναντάει τον ωκεανό, και κανείς από τους δύο δεν αστειεύεται… έχω παρατήσει την πόλη μου, ανθρώπους που με νοιάζονται, που με αγαπούν και τους λείπω… έχω παρατήσει τις ανέσεις μου και τη βολή μου, για ένα μέρος με κοινόχρηστες τουαλέτες, ένα δωμάτιο που κάθε τρίτη μέρα θέλει σκούπισμα, και δουλειά εφτά μέρες τη βδομάδα… άφησα έναν επαγγελματικό τομέα στον οποίο αντιμετωπιζόμουν ως γκουρού, για να γίνω πάλι νέος, να αρχίσω από το μηδέν και να τα μάθω όλα από την αρχή: ρυμούλκηση αυτοκινήτου, οργανόγραμμα αρχηγείου, διάταξη μάχης του μαροκινού στρατού…
Οι πιο πολλοί είναι εδώ επειδή διατάχτηκαν. Εγώ ήρθα εθελοντικά. Είπαμε, είμαι η μοναδική φωνή της λογικής…
Ήταν η μόνη, η τελευταία ελεύθερη χώρα, χώρα όπου οι νόμοι των ανθρώπων δεν είχαν καμιά ισχύ. Μια χώρα μόνο για τις πέτρες και τον αέρα, για τους σκορπιούς, για όσους ξέρουν να κρύβονται και να φεύγουν όταν ο ήλιος καίει ή η νύχτα πέφτει παγερή.
Πατάω γκάζι. Σηκώνω σκόνη. Είμαι η φωνή της λογικής.
Προσπαθώ να θυμηθώ πώς μεταφράσαμε τελικά το cafe, σε μια μακρινή χώρα, μερικούς αιώνες πριν, αλλά δεν τα καταφέρνω…
Ο ήλιος δύει. Πατάω το γκάζι…

Κυριακή τού Θωμά
28 Απριλίου , 2009
Υπήρχε μια παράδοση, ξεχασμένη σήμερα, κατά την οποία κάποιοι άνθρωποι, τέτοια μέρα κάθε χρόνο, μαζευόμασταν σε ένα μπαρ, ένα μακρόστενο στέκι κάπου στη Λυκαβηττού… Η αφορμή, αν μπορεί να πει κανείς ότι μας χρειαζόταν αφορμή, ήταν η ημέρα του Αγίου Θωμά, ονομαστική γιορτή τριών ανυπόληπτων, επικίνδυνων υπονομευτών, τους οποίους, με ομολογουμένως αρκετή δόση ελάχιστα δικαιολογημένης αυταρέσκειας, αποκαλούσαμε φίλους μας…
«Wasted and wounded…», φωνή περασμένη με γυαλόχαρτο, μουλιασμένο μέσα σε φτηνό μπέρμπον, and the prettiest girl in all the world is in a little spanish town – έρχεται καβάλα σε ένα γέρικο μουλάρι, κρατάει μια κιθάρα Washburn μέσα στην οποία έχει φυλακίσει ένα κοράκι, κοπανάει τις χορδές για να του σπάσει τα νεύρα, η ακολουθία του είναι μεταλλαγμένοι νάνοι που πάνε για δουλειά με βηματισμό ρώσικου χορού (Davai yestshio! Davai yestshio! Odeen, dva, tree, cheteeri) – we got to dig dig dig from the morning till the night, heigh-ho, heigh-ho, but we don’t know what we ‘re digging for, ξινές απολαύσεις, καφέ χρώμα, ψάξε για μουσικά όργανα στην εργαλειοθήκη, everything you can think of is true, σαλπάρουμε για Σιγκαπούρη με ένα μονόχειρα καπετάνιο που ρίχνει ζάρια στην προβλήτα, I’m leaving my family, I’m leaving all my friends, – take care of all of my children, for I don’t know when I’m coming back home – πιάσαμε λιμάνι, πήρα άδεια, and I sat down and wrote a letter to my wife – tell the boys back home that I’m doing just fine, I’m just barrelin’ down the boulevard, looking for the heart of Saturday night – no, I lie, I ‘m starving in the belly of a whale, no more rain, no more roses (what the hell is he building in there?), τραγουδάω την πόλκα του κοιμητηρίου – you can’t unring a bell, sucker, but you ‘re innocent when you dream… Είναι το σκιάχτρο της μεγαλούπολης, είναι η φωνή από τον πάτο του σταχτοδοχείου, είναι ο φίλος μας ο Tom Waits – χρόνια πολλά Tom!
Εν τω μεταξύ, ένα ουρλιαχτό, το γνωστό πλέον ουρλιαχτό, διασχίζει τον ουρανό. Περιμένεις να ακούσεις τη ρουκέτα να πέφτει, αλλά, αντί για τη ρουκέτα, πέφτει από το πουθενά… ο Ταϊρόν Σλόθροπ, ντυμένος Ρόκετμαν, και μαζί του μια ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα από καζού…
Στην άλλη άκρη της αψίδας βρίσκεται ένα ρώσικο τζιπ με δυο αξιωματικούς, ο ένας από τους οποίους μιλά με σοβαρότητα στο μικρόφωνο τού ασυρμάτου του, και ο αέρας ανάμεσά τους ζωντανεύει από ρώσικες ομιλίες που ταξιδεύουν με την ταχύτητα του φωτός και πλέκουν ένα δίχτυ για να πιάσουν τον Σλόθροπ. Ποιον άλλο; Τινάζει την κάπα του προς τα πίσω, κλείνει το μάτι, ισιώνει την περικεφαλαία και χαμογελά. Στον καπνισμένο βερολινέζικο ουρανό, κάπου αριστερά από το ατσάλινο μακρινό δίχτυ του Funkturm, εμφανίζεται μια ολοσέλιδη φωτογραφία στο περιοδικό Life: είναι ο Σλόθροπ, με τη στολή του Ρόκετμαν και με κάτι που μοιάζει να είναι ένα μακρύ, σκληρό λουκάνικο πολύ μεγάλης διαμέτρου χωμένο στο στόμα του, με τέτοια δύναμη που τα μάτια του είναι κάπως αλλήθωρα, αν και το χέρι ή ό,τι είναι που κρατά το πελώριο λουκάνικο δε φαίνεται στη φωτογραφία. Η ΓΚΑΦΑ ΤΟΥ ΡΟΚΕΤΜΑΝ, λέει η λεζάντα – «Μόλις μετά την απογείωσή του, το νέο αστέρι της Ζώνης τα σκατώνει».
Αόρατος. Είναι ο αόρατος νέος, ο αρματωμένος μπάσταρδος. Εκείνοι είναι ακόμη στο γεωγραφικό χώρο, θέτουν προθεσμίες και εξουσιοδοτούν προσωπικό, και τα μόνα όντα που μπορούν να παραβιάσουν το χώρο τους πιάνονται με ασφάλεια και παραλύονται μέσα σε κόμικς. Έτσι νομίζουν. Δεν ξέρουν για τον Ρόκετμαν εδώ. Συνεχώς τον προσπερνούν, κι εκείνος μένει μόνος, κρυμμένος, μέσα στη νύχτα, από το βελούδο και το καστόρι – κι όταν τον βλέπουν, η εικόνα του απωθείται αμέσως στο σκουπιδότοπο του μυαλού, όπου παραμένει εξόριστη μαζί με άλλα πλάσματα της νύχτας… (Κοίτα! Περνάει φαρδιούς αυτοκινητόδρομους με έναν πήδο!)
Λοιπόν, Μποντίν, ο χάρτης σου είναι τέλειος, εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια που μάλλον, χμμ, ξέχασες να αναφέρεις, αναρωτιέμαι γιατί… Φαίνεται πως κάπου 150 σπίτια στη Νοϊμπάμπελσμπεργκ έχουν επιταχθεί και αποκλειστεί ως χώρος διαμονής για τους απεσταλμένους των Συμμάχων στη Διάσκεψη του Πότσνταμ, και ο μαλάκας ο ναύτης έχει κρύψει το χασίς ακριβώς στη μέση.
Θα πρέπει να βλέπουν εδώ διάφορους περίεργους τύπους της σόου μπίζνες. Κανείς δεν δείχνει ιδιαίτερα ενοχλημένος από την περικεφαλαία, την κάπα ή τη μάσκα. Μια ομάδα αμερικανών δημοσιογράφων περνάνε μέσα σ’ ένα πούλμαν, κρατώντας μπουκάλια απελευθερωμένου Μοζέλ και τον παίρνουν μαζί τους για λίγο. Σύντομα αρχίζουν να τσακώνονται για το ποια διασημότητα είναι. Κάποιοι πιστεύουν πως είναι ο Ντον Αμίτσι, άλλοι ο Όλιβερ Χάρντι. Διασημότητα; Τι είναι αυτό; «Ελάτε ρε παιδιά», λέει ο Σλόθροπ, «απλώς δεν με αναγνωρίζετε μ’ αυτό το ντύσιμο. Είμαι ο Έρολ Φλιν». Δεν τον πιστεύουν όλοι, αλλά παρ’ όλα αυτά καταφέρνει να δώσει μερικά αυτόγραφα.
Το σπίτι στην Καϊζερστράσε 2 είναι σχεδιασμένο σε στιλ Πρωσικό ρουστίκ και βαμμένο σ’ ένα περίεργο καφετί, ένα χρώμα που ο ψυχρός σαν πάγος φωτισμός δεν βελτιώνει καθόλου. Είναι πιο αυστηρά προστατευμένο από οποιοδήποτε άλλο στο χώρο. Ο Σλόθροπ αναρωτιέται γιατί. Τότε βλέπει την πινακίδα με την πολυγραφημένη προσωρινή ονομασία του σπιτιού.
«Όχι. Όχι. Κόψτε την πλάκα». Στέκεται για λίγο στο δρόμο τρέμοντας και βρίζει τον Μποντίν σκιτζή, παλιοτόμαρο και μεσίτη του θανάτου. Η πινακίδα γράφει ΛΕΥΚΟΣ ΟΙΚΟΣ.
Η ακτή της Λίμνης Γκρίμπνιτς είναι σκοτεινή, αστροφωτισμένη, γεμάτη συρματοπλέγματα και περιπόλους. Τα φώτα του Πότσνταμ, συσσωρευμένα και σκορπισμένα, λαμπυρίζουν στο μαύρο νερό. Ο Σλόθροπ χρειάζεται να μπει στο νερό μέχρι τον κώλο μερικές φορές για να περάσει το συρματόπλεγμα, περιμένει τους σκοπούς να συγκεντρωθούν γύρω από ένα τσιγάρο στη μια άκρη της βόλτας τους και ορμάει προς τη βίλα, βρεγμένος και με την κάπα του να φτερουγίζει. Το χασίς του Μποντίν είναι θαμμένο σε μια πλευρά του σπιτιού, κάτω από κάποιο αγριοκυπαρίσσι. Ο Σλόθροπ κάθεται στις φτέρνες κι αρχίζει να φτυαρίζει χώμα με τα χέρια του.
Μέσα στο σπίτι το γλεντάνε. Κορίτσια τραγουδούν «Don’t Sit Under The Apple Tree», και αν δεν είναι οι Αδελφές Άντριους, πάντως μοιάζουν πολύ. Συνοδεύονται από μια χορευτική μπάντα με πάρα πολλά ξύλινα πνευστά. Γέλια, ήχοι γυαλικών, πολύγλωσσες κουβεντούλες, μια συνηθισμένη νύχτα εδώ στη μεγάλη Διάσκεψη. Το χασίς είναι τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο μέσα σε μια μισοσαπισμένη τσάντα. Μυρίζει πολύ ωραία. Γαμώ το – γιατί δεν σκέφτηκε να πάρει μια πίπα μαζί του;
Καλύτερα, εδώ που τα λέμε. Πάνω από τον Σλόθροπ, στο ύψος των ματιών του, είναι μια βεράντα με αναρριχητικές ροδακινιές με γαλακτερά άνθη. Καθώς σκύβει και ζυγιάζει την τσάντα, οι μπαλκονόπορτες ανοίγουν και κάποιος βγαίνει στη βεράντα για να πάρει αέρα. Ο Σλόθροπ παγώνει και σκέφτεται αόρατος, αόρατος… Βήματα πλησιάζουν, και πάνω από το κιγκλίδωμα γέρνει ο – αυτό μπορεί να ακουστεί παράξενο, αλλά είναι ο Μίκι Ρούνι. Ο Σλόθροπ τον αναγνωρίζει αμέσως, είναι ο φακιδομύτης παλαβός γιος του δικαστή Χάρντι, τρισδιάστατος, ολοζώντανος, με φράκο και μισότρελο πρόσωπο. Ο Μίκι Ρούνι κοιτάζει τον Ρόκετμαν που κρατά μια τσάντα με χασίς, μια βρεγμένη οπτασία με περικεφαλαία και κάπα. Με τη μύτη του στο ύψος των γυαλιστερών μαύρων παπουτσιών τού Μίκι Ρούνι, ο Σλόθροπ ρίχνει μια ματιά στο φωτισμένο δωμάτιο πίσω του – βλέπει κάποιον που μοιάζει με τον Τσόρτσιλ, πολλές γυναίκες με βραδινές τουαλέτες με τόσο βαθιά ντεκολτέ που ακόμα και από αυτή την οπτική γωνία μπορείς να δεις περισσότερα βυζιά απ’ ότι σε στριπτιζάδικο… και ίσως, ίσως βλέπει για μια στιγμή τον πρόεδρο Τρούμαν. Πάντως, ξέρει ότι βλέπει τον Μίκι Ρούνι, αν και ο Μίκι Ρούνι, όπου κι αν πάει, θα απωθήσει στη μνήμη του το ότι είδε ποτέ τον Σλόθροπ. Είναι μια σπάνια στιγμή. Ο Σλόθροπ νιώθει πως θα έπρεπε να πει κάτι, αλλά τα κέντρα λόγου του τον προδίδουν. Το να πει «είσαι ο Μίκι Ρούνι» μοιάζει ανεπαρκές. Έτσι, μένουν απόλυτα ακίνητοι, ενώ ο νυχτερινός άνεμος της νίκης φυσά γύρω τους, και οι μεγάλοι μέσα στο κίτρινο ηλεκτροφωτισμένο δωμάτιο συνεχίζουν να μηχανορραφούν χωρίς επίγνωση του γεγονότος εδώ έξω.
Ο Σλόθροπ σπάει πρώτος την ακινησία: βάζει ένα δάχτυλο στο στόμα και φεύγει τρέχοντας από τη βίλα και φτάνει στην ακτή, αφήνοντας τον Μίκι Ρούνι με τους αγκώνες στο κιγκλίδωμα να τον κοιτάζει…
Έχει απομείνει μόνο μια λεπτή, σαν μάτι γάτας, γραμμή μελαγχολικού ηλιοβασιλέματος πάνω από την πεδιάδα απόψε, φωτεινό γκρίζο μπροστά σε μια πορφυρή οροφή από σύννεφα, με μια ίριδα από πιο σκούρο γκρι. Κι εσύ, ας μην εμφανίζεσαι ποτέ, είσαι πάντα ο Thomas Pynchon, ο δεύτερος εορταζόμενος απόψε… Χρόνια πολλά, Commander Pynchon!
… και κάτι τυπάδες που κλέβουν τη μούμια του Χριστού από τα υπόγεια του Βατικανού, για να μπλέξουν με πιστολάδες Ζεν μοναχούς – πράκτορες της CIA, στο πρώτο μυθιστόρημα του Tom Robbins, του τρίτου αποψινού καταζητούμενου – συγγνώμη, ήθελα να πω εορταζόμενου:
«Αυτό που προσπαθώ να κάνω, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, είναι να αναμίξω φαντασία, πνευματικότητα, ερωτισμό, χιούμορ και ποίηση σε ένα συνδυασμό που δεν έχουμε δει σχεδόν ποτέ μέχρι σήμερα στη λογοτεχνία. Και μου αρέσει να φαντάζομαι ότι ένας αναγνώστης ή αναγνώστρια, όταν τελειώνει ένα βιβλίο μου – εφόσον καταφέρει να το τελειώσει – είναι σε μια κατάσταση σαν να είδε μόλις μια ταινία του Fellini ή μια συναυλία των Grateful Dead. […] Νομίζω ότι τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα είναι αυτά που φέρνουν κάπως σε εκείνα τα κογιότ που ουρλιάζουν στους λόφους έξω από την πόλη. Κάτι μυστηριώδες, άγριο και υπνωτικό».
«Δώσε μου ένα παράδειγμα. Διάβασες τίποτα τελευταία που σε έκανε να νιώσεις έτσι;»
«Α, βέβαια, το Mason & Dixon του Thomas Pynchon.»
Δυστυχώς, δεν έχω διαβάσει Tom Robbins. Ήταν στο πρόγραμμα, αλλά κάτι έσκασε και έπρεπε να την κοπανήσω, και δεν είμαι σίγουρος ότι πήρα μαζί μου τον Τρυποκάρυδο…
Τρεις άνθρωποι, που στην πραγματικότητα είναι ένας: οι παλιότεροι θυμούνται εκείνη τη φήμη, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ότι το Tom Robbins είναι, στην πραγματικότητα, ένα ψευδώνυμο του Thomas Pynchon. Και η διατριβή μου, με τίτλο «Μερικά Ακλόνητα Επιχειρήματα Υπέρ Της Άποψης Ότι Ο Thomas Pynchon Είναι, Στην Πραγματικότητα, Ο Tom Waits» είναι στη φάση της σχεδίασης…
Τρεις άνθρωποι, σύμφωνα με μια παράδοση, ξεχασμένη σήμερα, ήμασταν κι εμείς… Εγώ κατέληξα εδώ κάτω, κυνηγημένος από (ή κυνηγώντας – το ίδιο κάνει) τα προσωπικά μου φαντάσματα. Τον δεύτερο τον πέτυχα πρόσφατα να περιπλανιέται στα παλιά μου λημέρια, στο Cambridgeshire. Ο τρίτος είναι χαμένος, κάπου στην έρημο της Αθήνας…
Δεν ξέρω ποιος από τους τρεις μας γράφει αυτή τη σελίδα…