Μες στην αντάρα και την ταραχή, ενώ παραπατούσα, με τις πυξίδες χαλασμένες και τον Ωρίωνα χαμένο από τον ουρανό, είδα το παρελθόν να μπαίνει από την πύλη, περπατώντας… Πράσινα μάτια, τεράστιο χαμόγελο… Μια βραζιλιάνικη σημαία στο κασκέτο…

“I’ll be damned…”

“Hey, man…”

“… Naves…?”

“What’s up?”

… NAVES???

* * *

Κάνοντας στάση, λίγες μέρες πριν, ενώ περιπολούμε στην 8Β, κάτι…

… κάτι…

Κοιτάω γύρω μου…

Déjà vu…

Τι διάολο…

Όχι…

Δεν… δεν είναι déjà vu…

Είχαμε κατασκηνώσει εδώ…

… ναι…

… τον Απρίλιο… στην πρώτη περιπολία μου…

“… WITH CAPTAIN NAVES!!!”, φωνάζω στον ορίζοντα….

Πρώτη περιπολία, πρώτη στάση, πρώτο τσιγάρο - 9 Απριλίου 2009. Το απόγευμα θα επιστρέφαμε για να κατασκηνώσουμε

. . .

“Naves… ωραίος… έφυγε…”, λέει δίπλα μου ο Cisse.

“Έφυγε;”

“Είναι στο αρχηγείο. Διατυπώσεις αναχώρησης. Τελείωσε. Γυρίζει στη Βραζιλία.”

. . .

Ανάβω τσιγάρο.

Κοιτάω την έρημο. Το σημείο όπου είχαμε κατασκηνώσει. Το λόφο που είχαμε ανέβει, με τον Jeno…

Τόση απόσταση…

Απομακρύνομαι από τους άλλους.

Τα περιγράμματα είναι εκεί. Και οι φωνές. Κι εγώ. Δείχνω μικρότερος, χωρίς το μούσι.

Τους βλέπω. Τους ακούω.

Αλλά είναι θαμποί… Και δεν καταλαβαίνω τι λένε…

Περίγραμμα καπνίζον...

Όλα είναι εκεί, μπροστά μου.

Ο Naves έφυγε.

An era comes to an end.

Σβήνω το τσιγάρο.

It was about time.

Μπαίνουμε στα αυτοκίνητα.

And we don’t look back…

* * *

“What’s up, man?”

“What the hell… νόμιζα ότι έφυγες…”

“Γυρίζω για τελευταία φορά στο Mijek. Φεύγω την άλλη εβδομάδα.”

. . .

Μες στη θολούρα και την καταχνιά, στα τέλη τού Νοέμβρη, με τα βιβλία σιωπηλά καί τα σημάδια μου χαμένα απ’ τον ορίζοντα, αντάμωσα τον Naves, τον λοχαγό, στην πύλη τού Oum Dreyga. Και ήτανε παράταιρος…

… και δεν ανήκε εδώ, ο Naves, ο πρώτος άνθρωπος που είδα όταν έφτασα, o Naves, που μου ‘μαθε πολλά, που ήταν ο καλύτερος, μια όαση στην τόση μαλακία, του τότε, και τον φαντάστηκα εδώ, στο σήμερα, και είδα ότι σήμερα, εδώ, σε τούτο το Oum Dreyga, θα ήτανε αταίριαστος, και δεν θα είχε θέση, και ντράπηκα, λυπήθηκα, και άλλο δεν το άντεχα, και δεν μπορούσα να κρυφτώ, και τον φυγάδευσα από κει, και πήγαμε στον πύργο μου, και κάτσαμε, και πίναμε το τσάι μας, μιλάγαμε, και κάπνιζα, και βλέπαμε την έρημο, και λέγαμε γι’ αυτά, και λέγαμε για ‘κείνα, και κάποτε γελάγαμε, και λέγαμε, και λέγαμε, και όταν κατεβήκαμε, απ’ όλα αυτά που λέγαμε, τίποτα δεν θυμόμουν…

. . .

Μπαίνει στο γραφείο μου. Κρατάει μια εκτύπωση, από το κείμενο που είχα γράψει για αυτόν όταν μετατέθηκε από δω, μερικά χρόνια πριν, τον περασμένο Ιούνιο.

Εκτύπωση με διπλό διάκενο.

“… για να μου γράψεις τη μετάφραση, ανάμεσα στις γραμμές.”

“Κατάλαβα. Να σου την γράψω τώρα, να την πάρεις μαζί σου…”

“Ναι.”

Γελάω. “Δεν είναι τόσο απλό, ξέρεις…”

“Come on, man!” διαμαρτύρεται. “Δέκα λεπτά θα σου πάρει!”

Κουνάω το κεφάλι. “Δέκα λεπτά…”

“… δεκαπέντε;;;

Κοιτάζω το κείμενο. Ωραία, επιμελημένη εκτύπωση. Με διπλό διάκενο.

Σηκώνω τα μάτια μου πάνω του.

“Ξέρεις, γι’ αυτό μ’ αρέσεις”, λέω.

“Για ποιο πράγμα;”

“Γιατί είσαι πραγματικός πεζικάριος…”

… είσαι γνήσιος, αυθεντικός… ο κόσμος ξέρει τι να περιμένει από σένα… καμία αβεβαιότητα, καμία αμηχανία… στέκεις εκεί, ολόκληρος, χωρίς ανάγκη ερμηνείας, χωρίς αστερίσκους και υποπαραγράφους…

… είσαι στέρεος, συμπαγής… καμία πολυπλοκότητα, καμία υπεκφυγή… αθόρυβος και συνεπής, οι πράξεις σου προκύπτουν, αβίαστα και φυσικά, όπως οι αμμοθύελλες, μόνο λιγότερο αναπάντεχα…

… είσαι αυτός που φαίνεσαι… ποτέ δεν θα το παίξεις – ερημοναύτης στην πόλη, μεταφραστής στην έρημο… ποτέ δεν θα απογοητεύσεις κανέναν…

… είσαι ό,τι δεν ήμουν και δεν θα γίνω ποτέ…

… είσαι το ακριβώς αντίθετο του δήθεν…

… είσαι εγγύηση…

“… and a fuckin’ Brazilian!!!”

* * *

“Τι, έτσι;” μου λέει.

Μάιος 2009. Είναι ακόμα αξιωματικός επιχειρήσεων. Είμαι ακόμα αξιωματικός μεταφορών. Μόλις μου έχει ανακοινώσει ότι το Σάββατο, που νόμιζα ότι θα το είχα ελεύθερο, πρέπει να πάω για επίβλεψη καταστροφής πυρομαχικών.

Αντιαρματικές νάρκες του μαροκινού στρατού, έτοιμες για καταστροφή - 30 Μαΐου 2009. Σάββατο...

“Τι εννοείς;”

“Δεν θα παραπονεθείς; Δεν θα γκρινιάξεις που σε χώνω;”

Κουνάω το κεφάλι. “Όχι.”

“Μα, όλοι παραπονιούνται!” λέει.

“Κοίτα, Naves”, βάζω το χέρι μου στον ώμο του…

“… δεν ξέρω με τι ανθρώπους κάνεις παρέα… Αλλά το δικό μου όνομα είναι Garcia…”

Του γυρίζω την πλάτη και φεύγω.

Τον αισθάνομαι πίσω μου να χαμογελάει, καθώς απομακρύνομαι…

Την Τρίτη θα φύγει με μετάθεση για το Mijek.

* * *

Θα σταμάταγε ξανά στο Oum Dreyga, την επόμενη εβδομάδα, στο δρόμο για το αρχηγείο.

Δεν αποχαιρετιστήκαμε.

Δεν τον ξαναείδα ποτέ.

Captain Naves, last time around - 24 Νοεμβρίου 2009 @ Oum Dreyga tower

Δυναμίτες στη δεξαμενή

24 Απριλίου , 2010

Ο Ονδουριανός με απέφευγε.

Είναι Νοέμβριος. Έχω μόλις γυρίσει από τη δεύτερη άδεια. Είμαι ακόμα προσωρινός διοικητής.

Τα πάντα είναι περίεργα. Σχεδόν αλλόκοτα, μοιάζουν να ρέουν σε αργή κίνηση…

Δεν ξέρω αν θα παραμείνω διοικητής. Δεν ξέρω αν θα παραμείνω στο Oum Dreyga. Δεν ξέρω αν θέλω εκείνη την εξάμηνη παράταση. Δεν ξέρω τι σκατά κάνω εδώ πέρα, δεν ξέρω τι γίνεται με τη Zetti, δεν ξέρω ποιος είμαι, δεν ξέρω τι μου γίνεται…

Ίσως τελείωσα, ίσως πρέπει να φύγω…

Ναι… Και να πάω πού;

. . .

Έχω βρει τέσσερις καινούριους στο φυλάκιο, μαζί με τον Μπαγκλαντεσιανό που ήρθε από το Mahbas.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, μάλλον δεν είναι περίεργο που δεν είμαι καθόλου κοινωνικός. Ειδικά με τους καινούριους.

Δεν με ξέρουν, δεν τους ξέρω, δεν έχω το κουράγιο να τους γνωρίσω…

. . .

Ακόμα και αν λάβω υπόψιν μου όλα αυτά, ο Jairo, ο καινούριος υποπλοίαρχος από την Ονδούρα, με απέφευγε.

Στη αρχή νόμισα ότι ήταν ιδέα μου. Περπατάω, τον βλέπω να έρχεται από απέναντι, πρόκειται να διασταυρωθούμε…

… και τελευταία στιγμή στρίβει…

Συμβαίνουν αυτά. Οπωσδήποτε.

Και μετά συνέβη ξανά. Και πάλι. Και ξανά…

. . .

Μία το βράδυ. Κάνω διάλειμμα από τη σύνταξη της ημερήσιας αναφοράς μου. Στέκομαι στην πόρτα του γραφείου μου και καπνίζω.

Βλέπω τον Jairo να πηγαίνει προς το δωμάτιό του.

“Hey, you…”, φωνάζω.

Γυρίζει. Του κάνω νόημα με το χέρι να πλησιάσει.

Πλησιάζει. Σταματάει σε απόσταση ασφαλείας.

“Πίνεις Jameson;”

“Εεε… πίνω”, λέει διστακτικά.

“Έλα μέσα…”

Διστάζει λίγο, αλλά μπαίνει.

Καθόμαστε. Βάζω Jameson.

Πίνουμε.

“Λοιπόν;” λέω. “Όλα καλά;”

Γνέφει καταφατικά. “Όλα καλά, sir…”

“The name is Christos.”

Χαμογελάει αμήχανα. “Εεε… εγώ… εγώ δεν… “

“Εσύ δεν, αλλά εμείς εδώ έτσι κάνουμε. Αν με ξαναπείς sir, θα σου σπάσω το κεφάλι. Είμαι σαφής;”

“Yes s…”

Σκάει πλατύ χαμόγελο.

“Yes… Christos…”

“Good… πώς πάει η εκπαίδευσή σου;”

“Όλα καλά.”

“Ποιος είναι ο σπόνσοράς σου;”

“Ο David.”

“A. Ωραία. Είσαι τυχερός. Είναι δυναμίτης…”

Είναι δυναμίτες: λοχαγός David Clarke (Ιρλανδία), υποπλοίαρχος Jairo Lainez (Ονδούρα)

. . .

Είναι ωραίο να αφήνεις τους ανθρώπους να σου πουν αυτά που θέλεις να μάθεις από μόνοι τους, χωρίς να τους ρωτήσεις.

Δεν τον ρώτησα τίποτα. Απλώς κάθησα εκεί, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, πίνοντας Jameson και προσπαθώντας να τον χαλαρώσω.

Και όταν χαλάρωσε αρκετά, μου τα ξέρασε όλα. Μόνος του.

. . .

“Ξέρεις”, λέει, “την πρώτη μέρα που ήρθα… εσύ έλειπες με άδεια…”

“Ναι…”

“Τριγύριζα λοιπόν για να δω πώς είναι το φυλάκιο… οπότε μπήκα και στο club…”

Το club, η αίθουσα ψυχαγωγίας όπως θα τη λέγαμε ίσως στα ελληνικά… Δίπλα από το γραφείο μου.

“… και… βλέπω…”

Αρχίζει να γελάει.

“… βλέπω…”

“Τι βλέπεις ρε φίλε;”

“… βλέπω… τη φωτογραφία σου… στον πίνακα…”

Ααα…

Κατάλαβα…

Τώρα εξηγούνται όλα…

MAJ CHRISTOS, TS CDR

“… και λέω puta madre!!! Πού ήρθα;;;

Τώρα έχω αρχίσει να γελάω κι εγώ…

“… Αυτός είναι ο διοικητής;;; I’M FUCKED UP!!!

Αρχίζω να κλαίω από τα γέλια…

“Ξέρεις…”, λέω κλαίγοντας, “ξέρεις ποιο είναι το πιο αστείο;”

Γέλια… “Ποιο;”

“Ότι είχες δίκιο… Εδώ που ήρθες, τη γάμησες…!

Γέλια…

. . .

Κατά τις 1:30 χτυπάει η πόρτα.

Ο Davor

“Χαίρομαι να βλέπω ανθρώπους να περνάνε καλά”, λέει.

“Έλα μέσα…”

. . .

Έφυγαν κατά τις δύο…

Συνέχισα να συντάσσω τη –μακροσκελή– ημερήσια αναφορά μου προς Μαλαισία…

* * *

Ο Jairo ήταν αξιωματικός υγιεινής.

Και μια από τις επόμενες μέρες, θα είχαμε μια εξαιρετικά σοβαρή επαγγελματική συνεργασία…

(Μα, τι κοιτάει ο Rudolf;;;;;)

(Oh... I see...) - Luxurious world III

Γιοι τού Αβραάμ

7 Απριλίου , 2010

22 Νοεμβρίου 2009, Κυριακή. Προσκεκλημένοι από τον διοικητή τού Υποτομέα Oum Dreyga για γεύμα. Όμορφη μέρα. 40 χιλιόμετρα και έντεκα Κυριακές μακριά, μια νάρκη θα καταστρέψει ένα αυτοκίνητο, θα αναστατώσει τους πάντες και θα κοστίσει σε έναν Πακιστανό αντισυνταγματάρχη τη θέση τού διοικητή.

Τη θέση που τώρα προσωρινά καταλαμβάνω εγώ.

Δεν άκουσα τη νάρκη να σκάει. Αλλά ο απόηχος εκείνης τής έκρηξης βουίζει ακόμα στα αυτιά μου, με κυνηγάει, μου υπενθυμίζει…

Μερικές φορές με ξεκουφαίνει…

22 Νοεμβρίου 2009, Κυριακή. Όμορφη μέρα. Φθινόπωρο. Καθόμαστε έξω. Σε λίγο θα μπούμε για φαγητό. Μετά θα συζητήσουμε – αχαρτογράφητα ναρκοπέδια, μετακινήσεις τεθωρακισμένων. Γιατί δεν εγκρίναμε την τροποποίηση της οχύρωσης στο Baggary 5; Αερομεταφορές προσωπικού απαγορεύονται ρητώς. Ενώ θα τρώμε κους-κους, ο συνταγματάρχης θα μου διηγηθεί το μύθο του Σίσσυφου. Αυτά θα γίνουν αργότερα. Θα συμβούν. Αλλά όχι ακόμα. Τώρα πίνουμε τσάι, δίπλα στη λιμνούλα. Κυριακή, όμορφη μέρα. Ο συνταγματάρχης ταΐζει τα χρυσόψαρα. «Για μας, ο Αβραάμ είναι ο πατέρας όλων των προφητών.»

Nights between stations

11 Μαρτίου , 2010

Η φωνή… Η φωνή είναι πάντα εκεί… Και σου υπενθυμίζει… Ό,τι και να πεις, τίποτα δεν θα αλλάξει… Τίποτα δεν θα βελτιωθεί… Και το ξέρεις… Γι’ αυτό μη μιλάς… Δεν θα βγει τίποτα… Μη χαλάς σάλιο…

Έτσι κι αλλιώς, ειδικά εδώ, είσαι προσωρινός…

Μη μπλέκεις…

Χαλάρωσε…

Το ξέρεις ότι η φωνή έχει δίκιο… Δεν θες να το πιστέψεις, αλλά το ξέρεις… Και όσο περνάν τα χρόνια, το εμπεδώνεις καλύτερα…

Και μετά αντικρίζεις τα μάτια των αντρών σου… Εκείνα τα μάτια που, για κάποιο λόγο που ποτέ δεν θα καταλάβεις, έχουν πιστέψει σε σένα… Έχουν πιστέψει ότι νοιάζεσαι… ότι μπορείς…

Έχουν πιστέψει ότι θα το κάνεις…

Οι φωνές… οι φωνές μπορεί να λένε ψέματα…

Τα μάτια ποτέ…

* * *

Σύσκεψη διοικητών, Laayoune, 27 Ιανουαρίου 2010

Κάπως έτσι βρέθηκα στην τελευταία φάση τής σύσκεψης των διοικητών, στη συζήτηση των θεμάτων που είχαμε υποβάλει εμείς…

Ειρηνευτική αποστολή τού ΟΗΕ στη Δυτική Σαχάρα. Εννέα φυλάκια. Εννέα διοικητές.

Τέσσερις δεν είχαν υποβάλει τίποτα. Κάπου η ζωή είναι ωραία, ρόδινη, χωρίς προβλήματα, και τίποτα δεν χρήζει βελτίωσης…

Ο Κινέζος διοικητής τής Smara ζητάει περισσότερες σημαίες τού ΟΗΕ, ώστε να μπορούν να τις δίνουν ως σουβενίρ σε αυτούς που φεύγουν…

Κάπου η ζωή είναι πολύ ωραία…

Ο Κροάτης τού Awsard και ο διοικητής τού Agwanit, από τη Σρι Λάνκα, έχουν θέσει από ένα τεχνικό θέμα ο καθένας, τα οποία έχουν ήδη απαντηθεί στην πορεία της σύσκεψης…

Εγώ έχω κατέβει με πέντε χειροβομβίδες…

1) Διαδικασία επιλογής διοικητών 2) Διαμονή των αδειούχων στο Laayoune 3) Αύξηση των ημερών άδειας, μόνο για τους UNMO’s των φυλακίων 4) Δυνατότητα έκτακτης διανυκτέρευσης περιπόλων στο Laayoune, όταν συντρέχουν επιχειρησιακοί λόγοι 5) Συμπεριφορά των UNMO’s του αρχηγείου προς τους συναδέλφους τους στα φυλάκια (“… με συγχωρείτε, αλλά την επόμενη φορά που κάποιος από το αρχηγείο θα με ζητήσει στο τηλέφωνο και, το πρώτο πράγμα που θα ακούσω μόλις σηκώσω το ακουστικό, χωρίς καλημέρα ή τίποτα, θα είναι φαίνεται ότι είναι μεγάλη η απόσταση από το γραφείο σου μέχρι το τηλέφωνο στην αίθουσα υπηρεσίας ή κάτι παρόμοιο, σας υπόσχομαι ότι δεν θα καταβάλω καμία απολύτως προσπάθεια να είμαι κόσμιος…”)

«Για να πάρει κάποιος μια θέση στο αρχηγείο, πρέπει α) να υποβάλει αίτηση β) (σε μερικές περιπτώσεις) να δώσει γραπτές εξετάσεις γ) να περάσει συνέντευξη από τον αρμόδιο διευθυντή και δ) συνέντευξη από τον επιτελάρχη. Αντιθέτως, για τη θέση του διοικητή φυλακίου, μία από τις πιο σημαντικές θέσεις τής MINURSO αν πιστέψουμε τα θεσμικά κείμενα, συνήθως αρκούμαστε στην αξιολόγηση από τους συναδέλφους του (peer rating). Δεν υποτιμώ το peer rating, αλλά επιτρέψτε μου να πω ότι θεωρώ πραγματικά αδιανόητο το να τοποθετείται κάποιος διοικητής χωρίς συνέντευξη, τουλάχιστον από τον επιτελάρχη, αν όχι και από τον ίδιο τον στρατηγό… όπου τουλάχιστον θα μπορεί να εκφράσει και την πιθανή απροθυμία του για τη θέση…»

Για κάποιο λόγο, όταν τελείωσε την απάντησή του ο διευθυντής προσωπικού, ο επιτελάρχης θεώρησε ότι έπρεπε να πάρει και αυτός το λόγο, επιβεβαιώνοντας τον προηγούμενο – όλα είναι μια χαρά, δεν χρειάζεται καμία συνέντευξη, το αρχηγείο ξέρει

Και για κάποιο ακόμα πιο περίεργο λόγο, μετά τον επιτελάρχη μίλησε και ο στρατηγός, για να πει τα ίδια…

Όλα είναι μια χαρά.

Το αρχηγείο ξέρει.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος συνέντευξης, ή ανησυχίας…

Υποτίθεται ότι είχα τελειώσει. Αλλά μετά ο Νιγηριανός διοικητής τού Mahbas ρώτησε για την ιατροφαρμακευτική κάλυψή μας σε περίπτωση ατυχήματος, έτσι γενικά. Όλοι ξέραμε ποια ήταν η πραγματική ερώτηση από πίσω, για εκείνον τον κακομοίρη από την Υεμένη που σακατεύτηκε η μέση του και τον παράτησαν στην τύχη του… Αλλά ο Νιγηριανός δεν είχε τα κότσια να το ρωτήσει ευθέως…

Έτσι τον βοήθησα…

Για κάτι τέτοια δεν είναι οι σύντροφοι;

Με τον Buba (αριστερά) και τον Νιγηριανό διοικητή τού Mahbas, στο δείπνο τής σύσκεψης

* * *

Δεν είναι ότι ο Πακιστανός διοικητής τού Mehares ήρθε μετά να με βρει και να μου σφίξει το χέρι…

Ούτε ότι ο Ιορδανός διοικητής τού Mijek ήρθε να μου μεταφέρει τα λόγια τού συμπατριώτη του, απόστρατου συνταγματάρχη και νυν επικεφαλής τής μονάδας GIS (“Ωραίος ο Έλληνας…”).

Θα μπορούσε να είναι ότι, όταν γύρισα στο Oum Dreyga, μπόρεσα να κοιτάξω τους άντρες μου στα μάτια… Έκανα ό,τι μπορούσα… Το πάλεψα… Αλλά τα ξέρουν όλοι όλα, και κανείς δεν ακούει…

Αλλά δεν είναι ούτε αυτό…

Όλα αυτά, εξάλλου, είναι μηδέν εις το πηλίκ(ι)ον…

* * *

Τετάρτη 10 Μαρτίου… Στο δρόμο για το Ελ. Βενιζέλος…

Παίρνω τηλέφωνο στο φυλάκιο… Ο Abdulai από τη Γκάνα είναι υπηρεσία… Άνοιξε επιτέλους το πρατήριο ή να φέρω τσιγάρα από δω;

Το πρατήριο έχει ανοίξει.

Ωραία… Παρεμπιπτόντως, ορίστηκε ποιος θα είναι ο νέος διοικητής;

Όχι… αλλά ο Igor… o Igor είναι υποψήφιος…

Ο Igor ;

Ναι…

… τον έχουν καλέσει στο αρχηγείο για συνέντευξη…

(Τράνζιτ στα Κανάρια, επιστρέφοντας για τελευταία φορά στη Δυτική Σαχάρα)

Με τον Igor

Luxurious world II (w/ Igor & Abdulai)

Aδέσποτα λάμδα

18 Φεβρουαρίου , 2010

«We have hot water?» ρώτησε ο Κορεάτης
τον Πακιστανό.
«Of course.» «Wow», ο Κορεάτης
«This is a…», σταμάτησε
γυρεύοντας τη λέξη.
«… luxurious patrol!»
Κάπνιζα παραδίπλα. «Yeah», είπα
«luxurious is the word.»

Δεν είπα αυτό· εκεί
κάπου ανάμεσα στο
r(omeo) και το d(elta)
μου ξέφυγε ένα l.
Πήγα να το μαζέψω, αλλά θυμήθηκα·
δεν είχα κάνει λάθος. Bλέπετε
μόλις είχαμε τελειώσει
να βάζουμε πετρέλαιο
απ’ τα μπιτόνια στο
ντεπόζιτο.
Μαύρα ήταν τα χέρια μας.

Luxurious world

Ήσυχες μέρες στο Oum Dreyga

24 Ιανουαρίου , 2010

(Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται με ανεπίτρεπτη καθυστέρηση. Αφορά τις πρώτες δύο εβδομάδες αφ’ ότου γύρισα από την δεύτερη άδεια, δηλαδή το τελευταίο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου. Σε μια εντελώς υποθετική ανάγνωση κατά χρονολογική σειρά, πρέπει να διαβαστεί αμέσως μετά τη Θεωρία Παιγνίων. Το μεγαλύτερο μέρος του γράφτηκε τότε, και μετά έμεινε έτσι, περιμένοντας τις δυο-τρεις παραγράφους που θα το ολοκλήρωναν. Τα γεγονότα όμως έτρεχαν, μαζί και οι μετασχηματισμοί, και είχαν διαφορετική γνώμη.

Σαν να μην έφταναν όλα τα άλλα προφανή ελαττώματά του, το κείμενο είναι, φυσικά, απελπιστικά ξεπερασμένο. Έχει διανυθεί πολύς δρόμος από τότε· από όλα αυτά που ένιωθα και περιγράφω εδώ, δεν ισχύει πλέον σχεδόν τίποτα. Σκέφτηκα να το κάψω, αλλά αφ’ ενός περιέχει αρκετά πράγματα πληροφοριακού περιεχομένου, και αφ’ ετέρου είναι η μοναδική “μαρτυρία” από μια περίοδο που, όπως όλες άλλωστε, αποδείχτηκε αρκετά ιδιαίτερη. Οπότε το ξεφορτώνομαι. Απλώς. Apologies for any inconvenience…)

* * *

Τρίτη και 13 Οκτωβρίου, τη μέρα που έφευγα με άδεια, έχοντας μόλις την προηγούμενη ορισθεί “διοικητεύων μέχρι νεωτέρας”, έστειλα τις προτάσεις μου για την κενή, πλέον, θέση τού υποδιοικητή: τους ταγματάρχες Yaser Faried και Mohamed Mounir, από την Αίγυπτο.

Αργότερα, την ίδια μέρα –πέταγα 5 το απόγευμα–, με παίρνει τηλέφωνο ο διευθυντής πληροφοριών από το αρχηγείο. Γνωριζόμασταν μόνο φατσικώς. Μου υποδεικνύει μια παράλειψη στην εβδομαδιαία αναφορά μου, για κάτι ασκήσεις τού μαροκινού στρατού. Ευγενικότατος. Ωραίος.

«Παρεπιμπτόντως, εσείς δεν είστε ο αρχαιότερος αξιωματικός τής Αιγύπτου»;
«Ναι.»
Καλά θυμόμουν. «ΟΚ, για την ενημέρωσή σας και μόνο…», και του εξηγώ ότι πρότεινα δύο συμπατριώτες του για τη θέση τού υποδιοικητή στο Oum Dreyga.
«Είδα τον διευθυντή προσωπικού… θα προτείνει, μου είπε, έναν Βραζιλιάνο…»
«Ε;»
«Μου είπε ότι πρότεινες και τους δυο Αιγύπτιους, αλλά αυτός θα προτείνει, είπε, τον Βραζιλιάνο.»
«Well, sir, this is a great surprise! Εγώ όχι μόνο δεν πρότεινα τον Βραζιλιάνο, αλλά είχα και λόγους που δεν τον πρότεινα…»
… γιατί ο Alan είναι μαλακάκος…
«… και γι’ αυτό σας άνοιξα και την κουβέντα, γιατί πρότεινα δύο που έτυχε να είναι συμπατριώτες σας… Αν είχα προτείνει δύο Αιγύπτιους και έναν Βραζιλιάνο, δεν θα σας έλεγα τίποτα!»
«ΟΚ. Καλά που μου το ‘πες. Άσε να το κοιτάξω και θα σε πάρω…»
Δεν με πήρε ποτέ. Ή μπορεί να πήρε, και να ΄λειπα.

Αργότερα, ενώ τρώμε, ακούω τον Zsiga, που ήταν υπηρεσία, να διηγείται κάτι παλαβό, σαν ανέκδοτο:
«Πήρε τηλέφωνο ο Κινέζος, που εκτελεί καθήκοντα διευθυντή προσωπικού, και ζήτησε τον Alan…»
Κατά γενική ομολογία, ο συγκεκριμένος Κινέζος είναι θέμα χρόνου πότε θα φάει ξύλο.
«… του λέω ότι ο Alan λείπει σε περιπολία… οπότε αρχίζει να με ρωτάει… για τον Alan!»
«Δηλαδή;»
«Αν είναι καλός, επαγγελματίας, και τι γνώμη έχω κλπ.»
«Καλά, δεν σου ζήτησε τον διοικητή, τον υποδιοικητή;»
«Όχι… Φοβερός τύπος, ε; Παίρνει τηλέφωνο, πέφτει πάνω στον πρώτο τυχόντα αξιωματικό υπηρεσίας, και… αρχίζει να τον ρωτάει τη γνώμη του για τον Alan!»
Ο Zsiga, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, από άποψη εμπειρίας, χρόνου παραμονής στο φυλάκιο, ιεραρχίας κλπ. είναι κυριολεκτικά ο τελευταίος τροχός τής άμαξας…
Οι άλλοι γελάνε… «τρελο-Κινέζε… χα χα… ηλίθιε…»
Για μένα, βέβαια, το θέμα δεν είναι αστείο…
Δεν είναι καθόλου αστείο…
Σηκώνομαι. «Είναι ώρα να του δίνω», λέω…
«… γιατί άμα μείνω εδώ, θα αρχίσω να ουρλιάζω…»
Ο Zsiga με κοιτάει, απορημένος, καθώς πάω προς την κουζίνα να αφήσω το πιάτο μου…

O Zsiga με φόντο τη Νεκρή Ζώνη, 30 Αυγούστου. Λίγη ώρα αργότερα, θα δεχόμασταν μια κλήση στον ασύρματο: ματαιώστε την αποστολή και γυρίστε στο φυλάκιο...

Λίγο πριν, με είχε πάρει ο Leonardo, φιλαράκι, Αργεντινός, από το τμήμα προσωπικού τού αρχηγείου. «Christos, my friend, I have a problem…»
«Λέγε Leo…»
«Ήρθε ο Captain Avila, από το Oum Dreyga, που τελείωσε και φεύγει για την Ονδούρα…»
«Ναι, ξέρω, ο φίλος μου ο Jorge…». Και δεν πρόλαβα να τον χαιρετήσω…

Jorge David Avila, το γελαστό παιδί από την Ονδούρα, πίσω στην πατρίδα του ήδη από τον Οκτώβριο

«Ναι. Αλλά ήρθε χωρίς αξιολόγηση από τον διοικητή…»
Ξεκινάω να πω ναι, αφού την Παρασκευή που έφυγε ο Avila ο διοικητής δεν ήταν εδώ, και ο υποδιοικητής δεν μπορεί να αξιολογήσει…
… αλλά μετά θυμάμαι ότι από χτες, πλέον…
«Christos, you are the commander now, by the way congratulations my friend, I am very glad, you are a very good officer…»
Ναι…
… γαμώ το κέρατό μου, γαμώ…
«Christos, please, χρειάζομαι την αξιολόγηση του Avila άμεσα, για να περάσει ακρόαση από τον επιτελάρχη…»
Κοιτάω το ταβάνι. Βρίζω σιωπηλά. Ξεφυσάω.
«ΟΚ Leo. Αλλά μόνο επειδή είσαι φίλος μου, κατάλαβες;»
Επισήμως, κανονικά και με το νόμο, είμαι σε άδεια. Από σήμερα.
«Chriiistooooos, my friend, thank you very very much!”
«Θα την φέρω μαζί μου. Φεύγω με άδεια σήμερα, 5 η ώρα πετάω για Laayoune.»
«ΟΚ. Μπορείς να μου τη φέρεις αύριο στο γραφείο;»
«Έγινε.»

Πράγμα που δεν είναι ακριβώς σωστό.
Δεν του λέω ότι δεν θα κατέβω καθόλου στο αρχηγείο. Δεν του λέω ότι, μία ώρα μετά την προσγείωσή μου στο Laayoune, πετάω για Casablanca…
…γιατί αν του το πω, θα έρθει να την πάρει ο ίδιος…
… και, Leonardo φίλε μου, σ’ αγαπάω, σ’ εκτιμάω…
…αλλά έχω μία μόλις ώρα στο αεροδρόμιο του Laayoune, με μια κυρία, που θα έρθει επί τούτου να με δει…
… και δεν σε θέλω μες στα πόδια μου…
… μην το πάρεις προσωπικά…

Απλά, ελπίζω να έρθει…
Γιατί αν δεν έρθει, εκτός των άλλων…
… θα έχω μείνει και με ένα φάκελο στο χέρι, και θα έχω κρεμάσει και τον φίλο μου τον Leonardo, και τον φίλο μου τον Jorge…
Wouldn’t be so nice…

. . .

Κάνω ντους, λίγο πριν φύγω.
Tρελοκομείο…
Τελευταία στιγμή… Διόρθωσε την εβδομαδιαία αναφορά, στείλε προτάσεις για τον νέο υποδιοικητή, αξιολόγησε τον Avila –δεν είχα αξιολογήσει ποτέ, μέχρι τώρα-, ελπίζω να έρθει στο αεροδρόμιο να της δώσω και την αξιολόγηση – αν δεν έρθει δεν έχω εναλλακτικό σχέδιο, ηλίθιες ίντριγκες στο αρχηγείο, να στείλω τα έντυπα των αυτοκινήτων που υποσχέθηκα του Antonio…
Κάνω ντους… είμαι κάτω από το νερό που πέφτει…
Και τρώω το φλας…

Μέχρι και χτες, αν ερχόταν κάποιος και μου έλεγε “ξέρεις, πρέπει να αναβάλεις την άδειά σου για 1 βδομάδα ή για 2 βδομάδες…”, θα έλεγα “Α. ΟΚ”… Λίγο το ότι τα πράγματα, αν και ζόρικα τελευταία, είχαν ήδη αρχίσει να φτιάχνουν, λίγο το ότι ήμουν ακόμα ζεστός και σε κίνηση, λίγο το ότι, στην πραγματικότητα, φοβόμουν να γυρίσω στην Αθήνα… Ειδικά αν δεν είχα κανονίσει το ταξίδι στην Κίνα, θα έλεγα πραγματικά “A. OK”. Και θα έμενα… Κανένα πρόβλημα…

Αλλά τώρα, εδώ, κάτω από το ντους, συνειδητοποιώ…

… συνειδητοποιώ ότι είμαι μέσα στα ίδια σκατά από τα οποία ήθελα να ξεφύγω, ερχόμενος εδώ κάτω…

Έκλεισα το νερό. Έπιασα την πετσέτα. Δίνε του, είπα…
Τρέχα. Κοπάνα την. ΤΩΡΑ…

Το πώς, από κει, ξεχύθηκα σαν τον άνεμο προς το Antonov, το έχω ήδη διηγηθεί αλλού…

* * *

Πίσω, στο Oum Dreyga. Νοέμβριος. Παρασκευή και 13.

Ο Mounir έγινε υποδιοικητής. Λείπει με άδεια.

Ο Yaser κουμαντάρει το μαγαζί. Και, φυσικά, όλα πάνε ρολόι…

O Yaser…

. . .

Δεν προλαβαίνω να πατήσω το πόδι μου, και έχει έρθει, έτοιμος, με το μπλοκάκι του. Λεπτομερής αναφορά. Τι έγινε, τι είναι να γίνει, τι επείγει… Λες και δεν είμαστε φίλοι, λες και δεν είμαστε κολλητοί…

Λες και είμαι ο διοικητής του…

. . .

«Δηλαδή, ευτυχώς που έτυχε, συμπτωματικά, να μιλήσω με τον επικεφαλής σας πριν φύγω με άδεια.»

«Ναι. Ο Luciano είχε αρχίσει τις πουστιές στο αρχηγείο για να γίνει υποδιοικητής ο Alan. Και Christos, στο λέω, δεν είναι καλός άνθρωπος…»

«Το ξέρω. Αν ήταν, θα τον είχα προτείνει και αυτόν. Τα τυπικά προσόντα τα είχε.»

Του λέω τις περιπέτειές μου στο Laayoune.

«Όταν προσγειώθηκα, στο αεροδρόμιο, είδα τον Damien…»

«Ναι», λέει. «Έφυγε. Τελείωσε.»

O Damien

«Ναι, αλλά εγώ ο ηλίθιος δεν το κατάλαβα! Νόμιζα ότι έφευγε με άδεια. Καλά, είχα και τη γιατρό εκεί, καταλαβαίνεις…»

Κοιτάει αλλού. Δείχνει να αναπολεί.

«Ναι… Ήταν ωραίος o Damien…»

. . .

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009. Βράδυ.

Ο Waseem έχει μόλις φύγει με το ελικόπτερο, και με έχει αφήσει διοικητεύοντα.

Καθόμαστε με τον Yaser στο σκαλοπάτι τού club. Κοιτάει αλλού. Σκεφτικός.

«Τι σκέφτεσαι;»

Δεν απαντάει αμέσως. Κοιτάει ακόμα αλλού.

«Σκέφτομαι… πώς θα γαμήσω τον Damien…»

Το ίδιο εκείνο απόγευμα, είχαν πλακωθεί στο briefing…

«Ρε φίλε, δεν σε πιστεύω! Στ’ αλήθεια… Ακούς τι λες; Hey», τον σκουντάω, «ξύπνα, για τον Damien μιλάμε. Τον Damien, το μικρό αδερφάκι μας…»

Ο Damien είχε έρθει τον Μάιο, μετά τον Yaser, λίγο αργά για να γίνει μέλος τής Οικογένειας –εγώ, ο Antonio και ο Yaser– αλλά και οι τρεις τον είχαμε από κοντά στην εκπαίδευση, τον προσέχαμε, τον βοηθάγαμε… Είχαμε ανακαλύψει κοινούς γνωστούς στη γαλλική αεροπορία, από την εποχή τής ΝΑΤΟϊκής μου καριέρας…

The Family

The Family & Chen

«Θα σε δω στην επόμενη MACE», μου φώναξε στο αεροδρόμιο του Laayoune. Αλλά εγώ είπαμε, ηλίθιος…

«Θα σου πω κάτι», λέω στον Yaser, πίσω στις 9 Σεπτεμβρίου, «και ελπίζω να μην το πάρεις στραβά… Από μια άποψη, μία μοναδική και τελείως συγκεκριμένη άποψη, χαίρομαι που φεύγεις την Κυριακή με άδεια.»

Γυρίζει. Με κοιτάει απορημένος. «Γιατί;»

«Γιατί καλώς ή κακώς βρέθηκα διοικητεύων, και καταστάσεις σαν και αυτήν σήμερα το απόγευμα στο briefing δεν μπορώ να τις χειριστώ. Αν αντί για σας πλακώνονταν οι καινούριοι, ας πούμε ο Alex και ο David, θα τους έκοβα τα πόδια επιτόπου, χωρίς τύψεις και χωρίς δεύτερες σκέψεις. Αλλά εσείς είστε φίλοι μου, κολλητοί μου… με γαμήσατε…»

Ο θεός, ο θεός μόνο ξέρει πόσες φορές αντήχησαν στα αυτιά μου εκείνες οι λέξεις μου, εκείνα τα λόγια που τόσο απερίσκεπτα πέταξα στα μούτρα τού Αιγύπτιου αδερφού μου, από μια άποψη χαίρομαι που φεύγεις, ο θεός μόνο ξέρει πόσες φορές μου έλειψε, στην κόλαση των εβδομάδων που ακολούθησαν, πόσες φορές τον γύρεψα, πόσες φορές ευχήθηκα να ήταν εδώ…

Κι αν δεν υπάρχει θεός, τότε δεν ξέρει κανείς…

Σηκώνεται. «Thank you, Major Christos… Thank you…»

Φεύγει…

. . .

Ξανά στο Τώρα, έχει ετοιμάσει αίτηση παράτασης, για τρεις μήνες. Πρέπει να τη σχολιάσω, ως διοικητής.

«Hey, ξέρω ότι είσαι ποιητής! Βάλε όλη την τέχνη σου!»

«Άστο πάνω μου… Το’χω!»

Όταν τελειώνω, τον φωνάζω. «Έλα…»

… το ποίημα είναι έτοιμο.

Καθόμαστε στο γραφείο. «Έγραψα ένα σωρό ψέματα, αλλά τι να σε κάνω…»

Αρχίζουμε να την διαβάζουμε.

«Maj FARIED is one of the most experienced UNMO’s in TS UMD – εντάξει», λέω, «αυτό είναι αλήθεια».

«…He is a key player for daily TS operations…»

«Hey», λέει, «κι αυτό αλήθεια είναι!»

«Ε, εντάξει, έγραψα και μερικές αλήθειες…»

Συνεχίζουμε.

«…his social and friendly mood…», τον κοιτάω…

Γελάει. «Ναι», λέει, «caaalm!»

Όταν άκουγες τον Yaser να λέει hey… please… calm… caaaalm…

… το καλύτερο που είχες να κάνεις ήταν να εξαφανιστείς, εντός 5 δευτερολέπτων…

… ήταν το προειδοποιητικό σήμα…

… ακολουθούσε έκρηξη…

«…In addition to his professionalism, I consider him an excellent ambassador of his country – ΟΚ», λέω, «άριστος-πολύ καλός, δεν θα τα χαλάσουμε εκεί…»

«…and I feel honored to serve along with him in TS UMD.»

«Τώρα», λέω κοιτάζοντάς τον, «όλα τα άλλα μπορεί να είναι ψέματα, αλλά αυτό, αυτό, είναι αλήθεια…»

Και εκεί, μέσα στο γραφείο μου, μπροστά από τον υπολογιστή, αυθόρμητα, ταυτόχρονα, σηκωνόμαστε όρθιοι…

… αγκαλιαζόμαστε…

«Ευχαριστώ, φίλε μου…»

«Όχι… εγώ ευχαριστώ…»

. . .

«ΟΚ Christos, κατάλαβα… αλλά πες μου, γιατί δεν έχασες την πτήση

«Γιατί ήξερα ότι με περίμενες, motherfucker…»

* * *

Ήσυχες μέρες στο Oum Dreyga…

Νοέμβριος… έχω μόλις γυρίσει από ένα μήνα άδεια… και αισθάνομαι ότι είμαι ακόμα σε διακοπές… τα πάντα ρέουν σε αργή κίνηση…

Αισθάνομαι και άλλα πράγματα…

Αισθάνομαι ότι δεν έχω τι άλλο να κάνω εδώ… Ότι ίσως τελείωσα, αποστολή εξετελέσθη, και πρέπει να φύγω… Ότι εκείνη η εξάμηνη παράταση ίσως δεν είναι και τόσο καλή ιδέα τελικά…

Ξαφνικά, όλα δείχνουν λάθος… Κι εγώ μια παραφωνία, μια μουτζούρα…

Αισθάνομαι και άλλα πράγματα…

Αισθάνομαι ότι παροπλίζομαι…

. . .

Ο David μου φέρνει το πρόγραμμα περιπολιών για την επόμενη εβδομάδα.

«Γιατί είμαι μόνο δύο περιπολίες;»

«Είσαι διοικητής. Έχεις δουλειές.»

Άμα δεν τα γαμάς από μικρά, λέει, μεγαλώνουν και αυθαδιάζουν…

«Μαλακίες.»

«Έτσι έκανα και με τον Waseem.»

«Δεν με νοιάζει τι έκανες με τον Waseem.»

Κοιτάζω το πρόγραμμα περιπολιών. Μπορώ να το αλλάξω. Μπορώ να το διαγράψω όλο. Μπορώ να το σκίσω και να του πω να μου το ξαναφέρει. Με τον κηδεμόνα του.

Το υπογράφω ως έχει. Του το δίνω.

«Get the hell out of here…»

Παροπλίζομαι…

Το μόνο που φαίνεται να έχει ακόμα κάποια σημασία, είναι να γράφω…

Να αφηγούμαι…

* * *

23 Απριλίου 2009.

Στη γαμημένη περιοχή 18 τού υποτομέα Al Baggary.

Δεύτερη μέρα περιπολίας με διανυκτέρευση.

Πρώτη μου περιπολία ως πρώτος οδηγός.

Κολλημένοι στην άμμο.

Σκάβω.

Ο Jean-Michel με κοιτάει. Χαμογελάει.

«Δεν έχεις δουλέψει φτυάρι, ε;»

«Χμμ… Φαίνεται;»

«Ναι… Αλλά ξέχασα… Εσύ είσαι storyteller…»

Δεν υπήρχε τίποτα το ειρωνικό, τίποτα το κοροϊδευτικό στη φωνή του. Απολύτως τίποτα. Μόνο μια συγκατάβαση, μια αποδοχή, τι να σε κάνω, αφού το ξέρω, είσαι storyteller

Μου παίρνει το φτυάρι. Αρχίζει να σκάβει…

. . .

Ήταν ωραία περιπολία! Κι ας κολλήσαμε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές, τη δεύτερη μέρα… Επικεφαλής ο Jean-Michel… οδηγός στο δεύτερο αυτοκίνητο ο Antonio – το προηγούμενο βράδυ, οι δυο μας, είχαμε βγάλει τα ράντζα μας έξω από τη σκηνή, και είχαμε κοιμηθεί κάτω από τα αστέρια, και μας νανούριζε ο άνεμος, στην απόλυτη ησυχία…

Συνοδηγός τού Antonio, στο δεύτερο αυτοκίνητο, ήταν ένα παιδί που δεν ήξερα… Είχε μόλις γυρίσει από άδεια… Δεν ήταν εδώ όταν έφτασα στο φυλάκιο, αλλά…

… το όνομά του ήταν θαρρείς στα χείλη όλων… αναδυόταν παντού… ήταν λες και η απουσία του στοίχειωνε το μέρος… λες και όλοι τον περίμεναν, όπως τον Godot στο έργο του Beckett, να έρθει και να βάλει ξανά τα πράγματα στη θέση τους… Η αναφορά και μόνο του ονόματός του, σε μια συζήτηση, έφτανε για να γεννηθεί από το μηδέν μια αίσθηση ανακούφισης, ελπίδας… Τα μεσημέρια (στην έρημο, δεν υπάρχει κανένα μυστήριο τη νύχτα· όλα καραδοκούν κάτω από τον ανελέητο ήλιο του μεσημεριού), περπατώντας στο φυλάκιο, άκουγες φωνές, ψιθύρους από το πουθενά… Θα δεις… θα έρθει… και όλα θα γίνουν απλούστερα… καθαρότερα…

Ποιος διάολο ήταν αυτός ο τύπος;

Όπως είπα, δεν τον ήξερα. Ήταν η πρώτη μας περιπολία μαζί.

Φαινόταν ωραία μούρη.

Τον έλεγαν Santiago Mendez.

* * *

Πάω να κοιμηθώ κάτα τις τέσσερις. Στις πέντε έχουμε briefing..

Δέκα λεπτά μετά, ο αξιωματικός υπηρεσίας μού χτυπάει την πόρτα.

«Τηλέφωνο. Από το αρχηγείο.»

Όλοι οι καριόληδες μια εταιρεία…

Ντύνομαι και βρίζω από μέσα μου… Έχουν κάποιο τρόπο, είμαι σίγουρος, να σε παρακολουθούν, και όταν πας να χαλαρώσεις λένε τώρα θα-

Ε;

Μπα…

Λες…;

«Who is it?», ρωτάω τον Cisse βγαίνοντας από το δωμάτιο.

«A woman.»

A woman…

Προχωράμε μαζί προς την αίθουσα υπηρεσίας…

«No… a lady!!! », λέω, χτυπώντας τον στον ώμο.

Ο μαύρος χαμογελάει, δείχνοντάς μου τα κάτασπρα, μεγάλα δόντια του.

. . .

Είναι όντως εκείνη. Τελείως πηγμένη. Παράδοση – παραλαβή με τον νέο αρχίατρο.

Αμηχανία. Και τι να πεις;

Όλα καλά; – Ναι, αλλά πολλή δουλειά – Πώς κι έτσι; – Ενημερώνω τον νέο αρχίατρο – Ωχ, κατάλαβα – Νομίζω ότι δεν θα τελειώσω ποτέ… Εσύ; – Δεν ξέρω – Τι δεν ξέρεις; – Δεν ξέρω, νιώθω τελείως μπερδεμένος, και δεν μου συμβαίνει συχνά…

Αμηχανία. Επίπεδη φωνή. Αίσθηση του δεν-ξέρω-ούτε-τι-να-πω-ούτε-γιατί-ακριβώς-σε-παίρνω.

Αλλά μία φορά, μία και μοναδική φορά, που δεν επαναλήφθηκε ποτέ τις επόμενες λίγες φορές που μιλήσαμε πριν φύγει, η φωνή της ζωντανεύει:

«Έδωσα δύο φιλιά στον Pietrini.»

Στον Antonio Pietrini.

Μεγάλο κάθαρμα.

Κολλητός μου.

. . .

Ο Antonio μας γνώρισε. Για κάποιο λόγο, μόνη εκείνη τον αποκαλούσε με το επίθετό του. Και στο μήνυμα που βρήκα αμέσως μόλις προσγειώθηκα εδώ από το Laayoune, μου έλεγε ότι ήταν πραγματικά μεγάλη τύχη που συναντηθήκαμε μέσω του Pietrini.

«Έχεις δίκιο για τον Pietrini», της γράφω στην απάντησή μου. «Όταν τον δεις, δως του ένα φιλί από μένα, και αν σε ρωτήσει γιατί, πες του ότι είναι επειδή μας γνώρισε. Φυσικά, μπορείς να του δώσεις δύο φιλιά, το δεύτερο από σένα για τον ίδιο λόγο. Όταν τον δω, θα τον ρωτήσω πόσα πήρε.»

Αργότερα, το ίδιο βράδυ, θα πάρω τηλέφωνο τον Antonio. Έχει μόλις γυρίσει από άδεια, στο νέο του φυλάκιο, τη Smara. Γευμάτισε μαζί της, στο Laayoune.

Πρώτη του κουβέντα: «Hey, Christos, my friend, I received two kisses today!»

Ναι…

Antonio Pietrini.

Μεγάλο κάθαρμα.

Κολλητός μου.

O Antonio Pietrini στο Laayoune, μες στην πίκρα καθώς, πρώτη μέρα της άδειάς του, μόλις έχει χάσει το αεροπλάνο για τη Ρώμη

. . .

Μια μέρα, θα γράψω ένα διήγημα. Θα είναι στα αγγλικά, και θα έχει τίτλο Two kisses for Captain Pietrini.

Μια μέρα, ίσως…

Αλλά όχι σήμερα.

* * *

Αρχές Μαΐου 2009.

Βράδυ, μετά το δείπνο. Στεκόμαστε με τον Antonio και τον Yaser δίπλα στη σημαία. Είμαστε και οι τρεις ακόμα εκπαιδευόμενοι.

Λέμε ότι μια μέρα θα πάρουμε τον έλεγχο του φυλακίου. Αρχίζουμε να απαριθμούμε όλα εκείνα τα πράγματα που μας ενοχλούν και που θα αλλάξουμε.

Είναι αρκετά.

Σήμερα, Νοέμβριο μήνα, ο λοχαγός Pietrini δεν μένει πια εδώ. Εγώ, όμως, είμαι διοικητής, έστω και προσωρινά. Και ο Yaser νούμερο 3.

1 Σεπτεμβρίου 2009: Ο λοχαγός Pietrini δεν μένει πια εδώ - από την αποχαιρετιστήρια παράταξη προς τιμήν του

Έχουμε αλλάξει τα περισσότερα από εκείνα που δεν μας άρεσαν.

Είμαι περήφανος για αυτό. Δεν το φανταζόμουν ποτέ. Αλλά είμαι πραγματικά περήφανος.

Με τον Yaser στο γραφείο μου, θυμόμαστε εκείνο το βράδυ. Γελάμε. Μας φαίνεται απίστευτο.

Έχουμε διανύσει αρκετό δρόμο. Κανείς πλέον δεν μπορεί να αναγνωρίσει το Oum Dreyga, το μέρος για το οποίο μέχρι τον Ιούλιο όλοι μίλαγαν με τα χειρότερα λόγια, και μετά, μια έκρηξη νάρκης, η πρώτη εδώ και δεκαπέντε χρόνια, το άφησε κυριολεκτικά ερείπιο…

«Κάναμε καλή δουλειά, φίλε», λέω. «Και όταν λέω κάναμε, εννοώ εσύ κι εγώ.»

«Ναι. Αλλά τον ρυθμό σε ένα μέρος τον δίνει ο διοικητής. Κανένας άλλος.»

«Κάναμε καλή δουλειά. Το εννοώ. Οι δυο μας. Εγώ και εσύ.»

«Ναι. Και τον ρυθμό σε ένα μέρος τον δίνει ο διοικητής.»

Συνεχίζουμε έτσι, για κάμποση ώρα, κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνει ο ένας τι λέει ο άλλος…

. . .

Υπάρχει ένα πράγμα από εκείνα που λέγαμε εκείνο το βράδυ τού Μαΐου, δίπλα στη σημαία, που δεν έχει γίνει.

Λέγαμε ότι θα κατεβάσουμε τη σημαία των Ηνωμένων Εθνών, και θα υψώσουμε μία πειρατική.

Η σημαία των Ηνωμένων Εθνών κυματίζει ακόμα στον ιστό της, χωρίς να απειλείται σοβαρά.

Αλλά τις επόμενες μέρες, οι τοπικοί Mαροκινοί διοικητές θα μου βγάλουν ένα παρατσούκλι. Ένα παρατσούκλι που θα αποδειχθεί ανθεκτικό στο χρόνο.

Θα αρχίσουν να με αποκαλούν Le Pirate.

* * *

Τι σκατά κάνω εδώ πέρα;

Όταν γύρισα από την πρώτη μου άδεια, τον Ιούλιο, βρήκα τα πάντα αλλαγμένα. Πέρασα εβδομάδες μέσα στη σύγχυση, αναζητώντας ημίθεους που δεν υπήρχαν. Τα πράγματα ξεκαθάρισαν, και μετά ζόρισαν. Ζόρισαν πολύ. Και μέσα στα ζόρια, βρέθηκα υποδιοικητεύων. Μετά διοικητεύων υποδιοικητής. Και τέλος προσωρινός διοικητής.

Ανταπεξήλθα. Και όχι μόνο. Αρχίσαμε να δένουμε, να γινόμαστε ομάδα. Τέρμα οι καβγάδες και οι ατέλειωτες λογομαχίες στο briefing. Άρχισαν να γίνονται μακρινή ανάμνηση.

Είναι Νοέμβριος. Έχω μόλις γυρίσει από την δεύτερη άδειά μου. Δεν έχει αλλάξει τίποτα.

Τότε γιατί αισθάνομαι ότι δεν ξέρω τι μου γίνεται;

Είμαστε καταπληκτική ατμόσφαιρα. Τα καταφέραμε. Το παλιό Oum Dreyga δεν υπάρχει πια. Οι καινούριοι δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι υπήρξε καν.

Οι καινούριοι… Ο Jairo… Ο Aftab… Ο Rudolf…

Με τον Jairo. Λίγες μέρες μετά θα βρισκόμασταν παγιδευμένοι σε ναρκοπέδιο.

Δεν έχω το κουράγιο να τους γνωρίσω… Δεν έχω το κουράγιο να ξαναρχίσω από την αρχή, μαζί τους… Είμαι ήδη πόσες μέρες εδώ, και ζήτημα αν έχουμε ανταλλάξει πέντε κουβέντες… Και δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Δεν μπορώ να κρύβομαι. Τυγχάνω διοικητής.

Καλό κι αυτό…

* * *

Με τον D. έχουμε πει από προχτές να τσακίσουμε ένα μπουκάλι… Τη μία δεν έγινε καλή συνεννόηση, την άλλη ήμουν πτώμα…

Είπαμε για σήμερα…

Αλλά η ώρα έχει πάει 11, και νιώθω κουρασμένος… Ο D. είναι με τις ώρες στο τηλέφωνο, τον ακούω μερικές φορές από τη μεσοτοιχία…

Κατά τις 11:30 μπαίνει στο γραφείο μου. Δείχνει κουρασμένος.

«Chief, I’m dead…»

«Πω ρε φίλε, κι εγώ» είμαι κουρασμένος, δεν μας κάθεται, να το κάνουμε αύριο…

(Όχι, σωστά τα έβαλα τα εισαγωγικά. Μέχρι εκεί είπα. Τα υπόλοιπα είχα πρόθεση να τα πω. Αλλά δεν πρόλαβα. Συνέχισε ακάθεκτος.)

«… είναι 26 χρονών, μοιάζει με την Meg Ryan, και είμαι τρελός και παλαβός για πάρτη της…»

Όπα…

«Κάτσε…», λέω.

… πάω να φέρω το Jameson…

. . .

Άντρες στην έρημο. Μόνοι. Μακριά από παντού.

Αλκοόλ διαθέσιμο.

Όλες οι συζητήσεις, αρχίζουν από τις γυναίκες…

Μετά, πάνε αλλού…

Γυναίκες…

. . .

Αφού έχουμε κατεβάσει το μισό μπουκάλι, ο D., ευτυχώς, έχει τη φαεινή ιδέα να το γυρίσουμε στο κρασί…

Ακούμε μουσική από το laptop… Λατρεύει τον Leonard Cohen…

Δικός μας άνθρωπος…

. . .

«Chief, θα μου υποσχεθείς κάτι…»

«Άμα κόψεις το chief…»

«Θα μου υποσχεθείς ότι θα έρθεις [στην πόλη του].»

«Εύκολο. Και ήθελα να έρθω, αλλά δεν είχα κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Tώρα έχω.»

«Ωραία. Και θα σε πάω και σε ένα γαμάτο jazz club.»

«Μέσα.»

Τσουγκρίζουμε ποτήρια.

«Ξέρεις», λέει κοιτώντας το ποτήρι του, «είναι περίεργο…»

«Τι πράγμα;»

«Όταν είχα πρωτοέρθει εδώ, τον Αύγουστο, μίλαγα με τον Ζsiga…»

«ΟΚ…»

«… και του έλεγα, τότε, ότι όλα φαίνονται μια χαρά, και ο κόσμος καλός… αλλά με δύο ανθρώπους νομίζω ότι θα έχω πρόβλημα.»

Παίρνει τα μάτια από το ποτήρι του και με κοιτάει.

«Με σένα και τον Yaser.»

«Μπα;»

«Ναι…»

The Oum Dreyga Troublemakers in action

«Αυτό είναι έκπληξη», λέω. «Όχι για τίποτα άλλο, αλλά γιατί δεν μου έδωσες ποτέ να καταλάβω κάτι τέτοιο.»

Τον τύπο τον πήγαινα με χίλια. Από την αρχή. Σοβαρός, επαγγελματίας, φιλομαθής. Και εργατικός τού κερατά. Ανέλαβε αξιωματικός διατροφής. Τον θυμάμαι κατά το Ραμαζάνι, με τι φροντίδα και επιμέλεια ετοίμαζε προσωπικά το πρωινό των μουσουλμάνων… Πίστευα, τότε, ότι είχα τον καλύτερο αξιωματικό διατροφής τής MINURSO.

Ακόμα το πιστεύω.

«Ξέρεις», συνεχίζει, «τότε δεν καταλάβαινα. Μου πήρε καιρό να αντιληφθώ ότι, τελικά, οι μοναδικοί άνθρωποι εδώ πέρα που είχαν άποψη, ήσασταν εσύ και ο Yaser…»

Δε μιλάω.

«… και όχι μόνο είχατε άποψη, είχατε και την προσωπικότητα, όχι να την επιβάλλετε, αλλά να την υποστηρίξετε…»

Ναι, μπορεί…

Ίσως…

Δεν ξέρω…

. . .

Αύγουστος 2009.

Ο D. εκπαιδευόμενος. Εγώ υποδιοικητεύων, και αξιωματικός εκπαίδευσης.

Μιλάμε περί διαδικασιών ασυρμάτου.

«Κοίτα, φίλε», λέω, «έχεις στυλ. Έχεις ένα ιδιαίτερο, προσωπικό στυλ στην επικοινωνία σου με τον ασύρματο… Και, δεν είναι μόνο ότι μ’ αρέσει το στυλ σου… Είναι ότι μου αρέσουν και οι άνθρωποι που έχουν στυλ…»

Με κοιτάει με ενδιαφέρον. Κουνάει το κεφάλι. «ΟΚ…»

«Σοβαρά… Δεν είναι εύκολο να βρεις ανθρώπους με στυλ… Και το εκτιμώ ιδιαίτερα, πόσο μάλλον όταν τυγχάνει να μ’ αρέσει κιόλας…»

«Thank you!», χαμογελάει.

«Αλλά πρέπει να το αλλάξεις…»

Συνοφρυώνεται. Με κοιτάει με απορία.

«Εδώ είμαστε άνθρωποι απ’ όλο τον πλανήτη… Αν αρχίσει ο καθένας να μιλάει στον ασύρματο όπως έχει μάθει στη χώρα του, ή όπως θεωρεί αυτός σωστότερο, τη γαμήσαμε… Γι’ αυτό έχουμε συγκεκριμένες, τυποποιημένες διαδικασίες… Όσο κι αν απολαμβάνω το στυλ σου, θα σε παρακαλέσω να μείνεις σε αυτές, τουλάχιστον όσο είσαι υπό εκπαίδευση…»

Έχω ήδη γυρίσει και αρχίσει να φεύγω.

«… αργότερα, όταν βγεις επικεφαλής, κάνε ό,τι θέλεις…»

Απομακρύνομαι.

Σκατοδουλειά…

. . .

Κατά τις 2:30, λέει ότι πάει να φέρει δεύτερο μπουκάλι.

Επιχειρώ να διαμαρτυρηθώ, αλλά είναι ανένδοτος.

Γυρίζει…

. . .

Άντρες. Μόνοι. Στην έρημο.

Όλες οι κουβέντες, ξεκινάνε με μια γυναίκα…

Καταλήγουν στη μουσική…

. . .

Καθόμαστε εκεί, στο γραφείο μου, τρεις τα ξημερώματα.

Έξω η έρημος.

Φτιάχνουμε playlists.

Κλασικός, oldies-goldies τύπος.

Τον καλύπτω.

Και πάρε Dylan, και πάρε Stones, και Dire Straits, και Leonard Cohen, και Led Zeppelin, και Pink Floyd, και Who, και Creedence, και Doors, και Simon & Garfunkel…

«Έχεις Elvis, το In The Ghetto

Το ‘χω. Το βάζω.

«Περίμενε. Σου ‘χω κάτι άλλο από Elvis…»

For I Can’t help, Falling In Love With You…

Μου έχει ήδη δείξει την “Meg Ryan”, σε φωτογραφία… Εντυπωσιακή…

Και, να πάρει ο διάολος να πάρει, δεν μπορώ να ανεβάσω τη φωτογραφία του όταν το άκουγε και το τραγούδαγε…

Ευαίσθητα, προσωπικά δεδομένα…

… γιατί είναι παντρεμένος, με παιδί…

. . .

Έφυγε λίγο μετά τις τέσσερις.

Έμεινα να κάνω ένα τελευταίο τσιγάρο…

… και αρκετά με τα oldies-goldies…

Δεν φυσάει καθόλου. Κάθομαι στην ανοιχτή πόρτα τού γραφείου μου.

Καπνίζω.

Tο laptop, πίσω μου, παίζει με τον ήχο στο τέρμα…

Getting away with it all messed up…

Don’t look back in anger

17 Ιανουαρίου , 2010

Δεν ξέρω αν αποτελεί έκπληξη (και για ποιους άραγε;), αλλά γεγονός είναι ότι άλλα ξεκίνησα να βρω ερχόμενος εδώ και άλλα βρήκα – και δεν μιλάω, φυσικά, για θέματα πρακτικής φύσεως. Το αν αυτό ακριβώς είναι ο ορισμός της πραγματικής περιπέτειας ή όχι, είναι κάτι που ειλικρινά δεν με απασχολεί (επιτέλους, αρκετά με τους ορισμούς και τις θεωρίες!). Αυτό που με απασχολεί όμως, και μάλιστα έντονα και επίμονα, είναι το πόσο ανόητος, αφελής και αυτάρεσκα κλεισμένος στον κόσμο του μπορεί να είναι κάποιος· πόσο μάλλον όταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτός ο κάποιος τυγχάνει να είμαι εγώ! Κοιτάζοντας πίσω, το ότι ήρθα εδώ με τρεις κούτες βιβλία, πιστεύοντας ότι αυτό που θα κάνω θα είναι να βλέπω την έρημο και να διαβάζω, μου φαίνεται γελοίο. Εντελώς γελοίο. Το γεγονός, δε, ότι μετά από σχεδόν εφτά μήνες παραμονής, ακόμα παραπονιόμουν επειδή δεν είχα αρκετό χρόνο για διάβασμα, προτιμώ να το αφήσω ασχολίαστο (δεν το αντέχω, πραγματικά…). Υποτίθεται (!) ότι είχα το απαραίτητο υπόβαθρο για να καταλάβω ότι, πάντα, η πραγματική περιπέτεια έχει να κάνει με τους ανθρώπους και μόνο με τους ανθρώπους. Όλα τα άλλα είναι απλώς διασκέδαση… Θυμάμαι ότι, όταν έφυγα από την Αθήνα, το γεγονός αντιμετωπίστηκε από μερικούς ως κάτι σχεδόν αξιοσημείωτο, ως μια κίνηση έξω από κάποια καθιερωμένα πλαίσια και αναμενόμενες νόρμες επιλογών. Μπορώ πλέον να καταθέσω υπεύθυνα ότι είναι απολύτως δυνατόν να κάνεις παρόμοια πράγματα χωρίς, κατ’ ουσίαν, να έχεις φύγει από το σπίτι σου: πάει να πει, χωρίς να έχεις συντονίσει το βλέμμα σου στα απαραίτητα νέα μήκη κύματος ή το σώμα σου στις συχνότητες των πρωτάκουστων δονήσεων που δέχεται από παντού. Και όταν γυρίζεις, είσαι απλώς γερασμένος κατά έναν χρόνο, και το μόνο που φέρνεις πίσω είναι εντελώς επιφανειακές εμπειρίες τουριστικο-εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα: 40000 χιλιόμετρα οδήγησης στην έρημο· μια βραδυά σε ναρκοπέδιο· η ζωή στους 55 υπό σκιάν, με χαλασμένο κλιματιστικό. Θα τις διηγηθείς μερικά βράδυα, και κάποια στόματα θα ανοίξουν, κάποιοι θα σε κοιτάξουν με θαυμασμό και μια δόση ζήλιας, κινούμενοι στην κυρίαρχη λογική τού επιτεύγματος και της λαχτάρας για φυγή. Το επίτευγμα, ως τέτοιο, πάει καιρός που έχει πάψει να με ενδιαφέρει (ο δρόμος μέχρι το επίτευγμα, βέβαια, είναι εντελώς άλλη ιστορία)· και η φυγή, όπως είπα ήδη, είναι απλώς φενάκη, όταν φεύγεις για να κάνεις τα ίδια κάπου αλλού (η διάκριση μεταξύ του να φεύγεις από κάπου και του να πηγαίνεις κάπου, παραμένει πάντοτε ζητούμενο). Οπότε, μετά την εκκαθάριση, διαπιστώνεις ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών που νόμιζες ότι αποκόμισες είναι μάρκες χωρίς αντίκρισμα. Το γιατί μπορώ, πλέον, να τα καταθέσω όλα αυτά, θα πρέπει να είναι ήδη προφανές: λίγο πολύ, αυτά έκανα τους πρώτους 6-7 μήνες εδώ. Και καταλαβαίνω τώρα γιατί, με έναν εντελώς ακαθόριστο τρόπο, φοβόμουν την πρώτη μου επιστροφή στην Αθήνα, και τη συνάντησή μου με όσους με είχαν ξεπροβοδίσει σχεδόν με προσδοκία. Από όλους εκείνους τους ανθρώπους, τους οποίους αισθάνομαι ότι δεν κάνω τίποτα άλλο πέρα από το να τους απογοητεύω συνεχώς και με διάφορους τρόπους, έχω ήδη ζητήσει μια συγγνώμη. Είναι ώρα για μια δεύτερη: Συγγνώμη που υπήρξα τόσο ηλίθιος. Τουλάχιστον καταβάλλω προσπάθειες, και νομίζω βελτιώνομαι…

Πάμε πάλι...

Τρόμος

8 Ιανουαρίου , 2010

Την πρώτη φορά που τον χτύπησε ο τρόμος, ο Κροάτης ήταν πεσμένος στο έδαφος και ούρλιαζε.

Δεν ήταν μπροστά όταν συνέβη. Ο Νιγηριανός είχε έρθει στο γραφείο του, ανήσυχος. Ήταν οδοντίατρος· είχε γενικές γνώσεις ιατρικής. Είπε ότι μπορεί να έχει κοπεί ο τένοντας.

Είπε ότι μπορεί να υπάρχει εσωτερική αιμορραγία.

Ο Κροάτης ήταν φίλος του. Ήταν στα πόδια του τώρα, πεσμένος στο έδαφος, και ούρλιαζε.

Δεν αισθάνθηκε τίποτα.

Ήξερε, χωρίς να σκεφτεί, ότι ο Κροάτης, εκείνη τη στιγμή, δεν χρειαζόταν φίλο.

. . .

Ο δεύτερος τρόμος τον χτύπησε όταν σήκωσε τα μάτια του από το έδαφος και κοίταξε γύρω του.

Δεκαπέντε άντρες έστεκαν ακίνητοι και τον κοίταζαν.

Δεν ήταν παιδιά. Ήταν ικανοί, ισχυροί άντρες. Άντρες των ειδικών δυνάμεων. Άντρες με εμπειρία σε πολεμικά μέτωπα· στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Λίβανο. Εκείνος, μπροστά τους, φάνταζε σχεδόν αστείος, με τις βιβλιοθήκες του, τα χρόνια του στο Cambridge και στο επιτελείο, και τα μαθήματα λογοτεχνικής μετάφρασης.

Τώρα έστεκαν γύρω του, ακίνητοι, σχεδόν παγωμένοι, και τον κοίταζαν.

Ήξερε τι συνέβαινε. Και ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει ποτέ. Σε κανέναν.

Οι άντρες δεν ήταν παγωμένοι από κανέναν φόβο, από καμία αμηχανία. Ήταν σε εγρήγορση. Σε αναμονή. Η σιωπή τους ήταν εύγλωττη. Εσύ, έλεγε… εσύ, ξέρεις… εσύ, θα μας πεις τι πρέπει να γίνει… κι εμείς θα το κάνουμε…

Ο Ρώσος συγκυβερνήτης ήρθε και έβαλε το χέρι γύρω από τους ώμους του. Αν νομίζεις ότι πρέπει να τον πάρουμε από δω, είπε, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα. Νυχτώνει.

Εκείνος απόρησε. Νόμιζε, είπε, ότι μπορούν να πετάξουν νύχτα.

Ο Ρώσος χαμήλωσε το βλέμμα, έσφιξε τα χείλη. Έπειτα ξανασήκωσε τα μάτια πάνω του.

Είπε ότι λυπάται.

. . .

Ο τρίτος τρόμος τον χτύπησε όταν κατάλαβε ότι είχε αρχίσει να δίνει οδηγίες. Ψύχραιμα, υπολογισμένα, χωρίς κανέναν πανικό· οδηγίες που εκ των υστέρων αποδείχτηκαν σωστές. Δεν πήρε κανείς καμία πρωτοβουλία. Ο Νιγηριανός είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται. Έπρεπε να τον πιάσει από τους ώμους και να τον βάλει στο αυτοκίνητο που θα μετέφερε τον Κροάτη απέναντι, στο αρχηγείο τού μαροκινού υποτομέα. Σε χρειάζομαι, του είπε, ως ιατρικό σύνδεσμο. Κανείς από τους δύο Γάλλους δεν είναι γιατρός.

* * *

Ο επόμενος τρόμος ήρθε όταν ο εκπαιδευόμενος επικεφαλής τής περιπόλου του ανακάλυψε νάρκες, 20 μέτρα από εκεί που ετοιμάζονταν να στήσουν τη σκηνή τους για να περάσουν τη νύχτα.

Έκαναν τα πάντα σωστά. Ήρεμα. Επέστρεψαν στα αυτοκίνητα, φόρεσαν τα αλεξίσφαιρα γιλέκα και επικοινώνησαν με το φυλάκιο.

Υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι κάποτε θα έγραφε μια ιστορία, για εκείνη τη νύχτα. Από τη μια μεριά θα ήταν εκείνος, με δυο Ρώσους και ένα γελαστό παιδί από την Ονδούρα, παγιδευμένοι σε πιθανό ναρκοπέδιο, ψύχραιμοι, επαγγελματίες. Από την άλλη ένα πανικόβλητο αρχηγείο, σε πλήρη σύγχυση, που τους είχε αφήσει στην τύχη τους. Και στη μέση ο Αιγύπτιος αδερφός του, να χειρίζεται τα πάντα από το φυλάκιο, σταθερά και αποτελεσματικά. Να ορίζει την επόμενη επικοινωνία τους σε 15 λεπτά…

… και μετά να βγαίνει από την αίθουσα επιχειρήσεων…

… να κάθεται στο σκαλί…

… και να μετράει εκείνα τα γαμημένα λεπτά, ένα ένα…

. . .

Μία φορά μόνο, εκείνη τη νύχτα, έχασε την ψυχραιμία του. Όταν ο Αιγύπτιος τού μετέφερε την εντολή τού Ιρλανδού διευθυντή επιχειρήσεων: έπρεπε, λέει, να απαλλάξει τον εκπαιδευόμενο από τα καθήκοντα του επικεφαλής και να αναλάβει εκείνος.

Παγιδευμένος σε πιθανό ναρκοπέδιο, νύχτα, μέσα στο αυτοκίνητο, με το αλεξίσφαιρο γιλέκο του και την ευθύνη τριών άλλων ανθρώπων, ήρεμος και με πλήρη αυτοέλεγχο μέχρι τότε, άρχισε να ουρλιάζει στο δορυφορικό τηλέφωνο.

Είπε στον Αιγύπτιο ότι είχε και εκείνος ένα μήνυμα για τον Ιρλανδό.

Είπε στον Αιγύπτιο να τηλεφωνήσει στον Ιρλανδό και να του πει ότι είναι ηλίθιος.

Εκτός κινδύνου, το επόμενο πρωί

* * *

Ήταν σε περιπολία με τον Αιγύπτιο, όταν άκουσαν για πρώτη φορά το Tindouf στον ασύρματο.

Προσπαθούσαν να αναφέρουν τη θέση τους στο Oum Dreyga. Η απ’ ευθείας επικοινωνία είχε αποδειχτεί αδύνατη. Any UN station… Any UN station… Καμία απάντηση από κανένα φυλάκιο.

Και τότε, στον ασύρματο βγήκε το Tindouf. Πήρε τη θέση τους και την μετέδωσε τηλεφωνικά στη βάση τους.

Δεν είχαν ακούσει ποτέ πριν το Tindouf στον ασύρματο.

Ο Αιγύπτιος είπε ότι ήταν ο Σαλβαδοριανός φίλος τους, που είχε μετατεθεί εκεί τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Εκείνος είπε όχι, δεν ήταν ο Σαλβαδοριανός. Δεν είχε αναγνωρίσει τη φωνή.

Ο Αιγύπτιος γέλασε.

. . .

Την επόμενη φορά που άκουσαν το Tindouf στον ασύρματο, ήταν πάλι σε περιπολία με τον Αιγύπτιο.

Αναγνώρισε τη φωνή. Ήταν η ίδια με την προηγούμενη φορά.

Ήταν ο Σαλβαδοριανός.

Υπήρχαν σχισμές, χαραμάδες στον τυπικό κώδικα επικοινωνίας, από όπου μπορούσες να περάσεις μηνύματα, κλεισίματα του ματιού. Good to hear you. Have a nice patrol.

Ο Σαλβαδοριανός δεν χρησιμοποίησε καμία. Ήταν εντελώς τυπικός, απόμακρος· μια ασώματη φωνή μέσα από το θόρυβο των βραχέων, που από τη νότια Αλγερία, εφτακόσια χιλιόμετρα μακριά, πρόσεχε τους παλιούς συντρόφους του που περιπολούσαν έξω, στην έρημο.

Τελευταία φορά που είχε μιλήσει με τον Σαλβαδοριανό, Σεπτέμβριο, του είχε πει ότι θα τον έπαιρνε τηλέφωνο. Ήταν Δεκέμβριος και δεν το είχε κάνει. Και ήξερε ότι δεν επρόκειτο να το κάνει ποτέ.

Ό,τι είχε να του πει του τα ’γραψε σ’ ένα γράμμα, που ο Σαλβαδοριανός δεν επρόκειτο να διαβάσει ποτέ.

Δεν είχε να του πει τίποτε άλλο.

Δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον πάρει τηλέφωνο.

. . .

Σε εκείνη την περιπολία, ο Αιγύπτιος τον χτύπησε με τον τελευταίο τρόμο.

Δεν μιλάς ποτέ για την πατρίδα σου, του είπε.

Νομίζω, είπε, την έχεις ξεχάσει.

* * *

Είχε ταξιδέψει αρκετά. Είχε φτάσει να προσαρμόζεται και να νιώθει άνετα σχεδόν παντού. Πάντα αισθανόταν ότι είχε τις ρίζες του πίσω, και δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του μακριά από κει παρά μόνο προσωρινά.

Δενόταν με τους ανθρώπους. Έχτιζε φιλίες αργά, τις σκάλιζε μέσα από τους μήνες και τα χρόνια μέχρι που έπαιρναν την οριστική μορφή τους και αποτελούσαν μέρος ενός υποβάθρου, ενός πλαισίου, έξω από το οποίο νόμιζε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει.

Τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωσε ότι θα μπορούσε να μείνει για πάντα εκεί. Περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που θα γνώριζε, θα δενόταν μαζί τους και μετά θα αποχαιρετούσε για πάντα, μέσα σε διάστημα λίγων μηνών. Χωρίς κανένα γνωστό παρελθόν πίσω του, με την προσωπική του ιστορία να φτιάχνεται από την αρχή κάθε μέρα, και μόνο πλαίσιο την απεραντοσύνη που τον παραμόνευε εκεί έξω.

Τρόμαξε. Αλλά υπήρχαν χειρότερα.

Γιατί μετά ένιωσε ότι θα μπορούσε να φύγει από κει για κάπου αλλού, χωρίς καμιά ενδιάμεση στάση, χωρίς να συναντήσει ή να χαιρετήσει κανέναν και τίποτα.

Είχε φίλους πίσω, ανθρώπους που αγαπούσε και τον νοιάζονταν. Αλληλογραφούσε. Μίλαγε στο τηλέφωνο μαζί τους. Όταν γινόταν αυτό, ήταν σαν να ήταν ακόμα εκεί, σαν να μην είχε φύγει ποτέ.

Μετά έκλεινε το τηλέφωνο και τους ξέχναγε.

Φυσικά, το είχε καταλάβει. Δεν χρειαζόταν τον Αιγύπτιο ή κανέναν άλλον να του το επισημάνει. Αλλά…

Εκείνο το βράδυ στο δωμάτιό του, μπορεί να έκλαψε. Μπορεί να έκλαψε πολύ. Μπορεί να ζήτησε κλαίγοντας από όλους εκείνους που είχε αφήσει πίσω να τον συγχωρέσουν που δεν είχε φανεί αντάξιός τους, που τους είχε ξεχάσει.

Μπορεί και να μην έγινε τίποτα από όλα αυτά.

. . .

Και μετά διαπίστωσε ότι τα μόνα πρόσωπα που έρχονταν ξανά και ξανά στο μυαλό του, ήταν δυο πιτσιρίκια, τα παιδιά του αδερφού του. Και κατάλαβε τότε ότι τα παιδιά έρχονται κατευθείαν από το μέλλον, ελεύθερα από ένα παρελθόν που θαβόταν σιγά σιγά στη σκόνη και την άμμο, ένα παρελθόν που ξεθώριαζε από τον ανελέητο ήλιο και την ένταση των πρωτόγνωρων καταστάσεων… Και αναρωτήθηκε πώς θα τον έβλεπαν αυτά τα παιδιά αργότερα, όταν θα μεγάλωναν, αναρωτήθηκε αν θα καταλάβαιναν… Αναρωτήθηκε αν θα έψαχναν ποτέ να τον βρούν, αν θα θεωρούσαν κάν ότι ίσως άξιζε τον κόπο…

Γιατί, για πρώτη φορά, είδε τον εαυτό του καθαρά, πολύ καθαρά, σε μια γη σαν κι αυτή, σε μια άλλη ήπειρο, στην άκρη του κόσμου… Και ήταν σε ένα σπίτι, στην άκρη εκείνης της έκτασης, μιας έκτασης που το μόνο που μπορούσε να συγκριθεί με την απεραντοσύνη της ήταν η απέραντη, απέραντη ομορφιά της… Και ήταν με μια γυναίκα, που μπορεί και να μη μιλούσε τη γλώσσα του, και μπορεί να είχε δικά του παιδιά, και καθόταν εκεί, στη βεράντα του σπιτιού του, κοιτάζοντας την έρημο, πολύ μακρυά από όλα εκείνα και εκείνους που κάποτε αγάπησε, και ήτανε, λέει, ευτυχισμένος…

… του G.R., στο προηγούμενο κείμενο, Let the fuckers come)

Αγαπητέ G.R.,

Οφείλω, με πάσα ειλικρίνεια, να σας ομολογήσω ότι προβληματίστηκα αρκετά, ήδη από το πρώτο σας σχόλιο. Δεν πρόλαβα να δώσω περαιτέρω σημασία μια που, τελικά, σχεδόν αμέσως είδα σε αυτό μια πρώτης τάξης ευκαιρία (υπήρξα πάντοτε στυγνός συμφεροντολόγος, δηλαδή βλέπω μόνο αυτό που με συμφέρει· τα υπόλοιπα τα αγνοώ βολικά) να προσθέσω, ως σχόλιο πλέον, τον επίλογο τής ιστορίας. Όπως είμαι βέβαιος ότι θα έχετε ήδη μαντέψει, ο εν λόγω επίλογος αποτελούσε αρχικά μέρος τού κειμένου. Τον αφαίρεσα για κάποιο λόγο ο οποίος είναι πεντακάθαρος στο μυαλό μου, αλλά όποτε επιχειρώ να τον περιγράψω προκύπτει ένα ακατανόητο συνοθύλευμα λέξεων, άτακτα συγκολλημένο γύρω από την αινιγματική φράση CUT στην κορύφωση… Σας ήμουν ευγνώμων! Μου είχατε δώσει την ευκαιρία να σώσω τον εν λόγω επιλογίσκο από τη λήθη τής ιστορίας στην οποία ήμουν σίγουρος ότι τον είχα –αδίκως;– καταδικάσει και, ταυτόχρονα, μου είχατε υποδείξει έναν τρόπο επίλυσης παρόμοιων προβλημάτων που, εν αγνοία μου, ήμουν σίγουρος ότι παραμόνευαν ύπουλα στο μέλλον. Ήταν μια ωραία, φθινοπωρινή μέρα στην έρημο. Ο κόσμος έγερνε νωχελικά προς τη μεριά τής συγκατάβασης. Δεν υπήρχαν σκιές.

Μετά, ήρθε το δεύτερο σχόλιό σας. Και με καταρράκωσε. Τελείως.

Είμαι σίγουρος ότι δεν θα εκπλαγείτε, αν σας πω ότι διατηρώ ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι στους πρωταγωνιστές των ιστοριών και των στιγμιοτύπων που παρουσιάζονται εδώ. Ειδικά όταν αυτοί τυγχάνουν σύντροφοι. Γνωρίζω πολύ καλά ότι ο εν λόγω όρος, εκεί που βρίσκεστε, ηχεί παράταιρος και, σχεδόν, κενός περιεχομένου, περιορισμένος πλέον να χρησιμοποιείται αποκλειστικά (και ασφυκτικά!) είτε ώς περιγραφικός τής μεταερωτικής φάσης (ό,τι και να λέμε, ο σύντροφος είναι ο νεκρός πλέον εραστής· η φράση “ερωτικός σύντροφος” ήταν ανέκαθεν μια απύθμενη τερατολογία, μια μπαρούφα), είτε ως μεταφέρων νοσταλγικούς απόηχους από περασμένα λενινιστικά μεγαλεία. Εδώ, βέβαια, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Βλέπετε, εδώ, δεν είναι (τα αγαπημένα μου) Πατήσια, εδώ είναι Δυτική Σαχάρα…

Έλεγα λοιπόν ότι, γράφοντας εδώ, διατηρώ ένα αίσθημα ευθύνης, ειδικά απέναντι σε συντρόφους. Περισσότερο, δε, όταν πρόκειται για φίλους. Όπως ο Davor. Ακόμα περισσότερο, όταν πρόκειται για καλούς φίλους.

Όπως ο Davor.

Έχω ανεβάσει, κάπου, μια φωτογραφία του, στο κείμενο όπου εξιστορούσα τα περί έκρηξης νάρκης τον περασμένο Αύγουστο (“Ματαιώστε την αποστολή και γυρίστε στο φυλάκιο…”). Η φωτογραφία εκείνη τον αδικεί. Τελείως. Τον κάνει να δείχνει ζόρικος. Σε προτρέπει σχεδόν να τον φανταστείς στην κορυφή τού τραπεζιού, σε μια σύσκεψη μαφιόζων, ενώ ανακοινώνει αδιάφορα τις αποφάσεις του, για τις αλλαγές που προτίθεται να επιφέρει στις διαδικασίες κοπής δακτύλων ή/και αφαίρεσης ονύχων, ζωγραφίζοντας τις λεπτομέρειες στον αέρα με το αριστερό του χέρι, ενώ με το δεξί χαϊδεύει στοργικά το σκυλάκι του. Ακόμα κι αν δεν είσαι κάπως επιρρεπής σε τέτοιες χαριτωμένες υπερβολές τής φαντασίας, όπως εγώ, βλέποντάς τον σε εκείνη τη φωτογραφία, μπορείς πάντοτε να τον φανταστείς τουλάχιστον μπράβο. Πορτιέρη. Το πόσο μπορεί να παραπλανήσει η εικόνα –ειδικά η ακίνητη εικόνα– το έχουν αναλύσει άλλοι, απείρως ειδικότεροι (χμμ… είναι καλό τώρα αυτό;), και το θεωρώ εντελώς άσκοπο να επανέλθω.

Ο ταγματάρχης Davor Popovic, του κροατικού στρατού, εκτός από επαγγελματίας, εργατικός, και πάντα πρόθυμος να βάλει πλάτη, είναι ένας άνθρωπος γλυκύς, πηγαία ευγενικός, με ένα ζεστό χαμόγελο που φωτίζει όλο τον κόσμο. Είναι επίσης βετεράνος τού πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Έχω ήδη αναφέρει, κάπου, ότι την ημέρα που το δεύτερο αυτοκίνητο της περιπόλου του έπεσε σε νάρκη, μας αποκάλυψε ότι έχει χάσει 16 συμπολεμιστές του στη μάχη. Έχω αποφύγει να τον ρωτήσω πόσους ανθρώπους έχει καθαρίσει. Θέμα λεπτότητας, καταλαβαίνετε…

Το πιστεύετε ή όχι (σας προτείνω το πρώτο), τη στιγμή που με έχει μόλις καταρρακώσει το σχόλιό σας, σύμπτωση δαιμονική έφερε τον Davor, αξιωματικό μου επί της υποστήριξης, στο γραφείο μου. Δεν θυμάμαι πια για ποιο λόγο. Θυμάμαι όμως ότι απέφυγα να τον κοιτάξω στα μάτια.

Στιγμιαία, ήρθε στο μυαλό μου ένα σχέδιο: να σηκωθώ πάνω και να του τα ξεράσω όλα. Φίλε, τα σκάτωσα… Τα σκάτωσα τελείως… Έγραψα ένα κείμενο όπου νόμιζα ότι έλεγα πόσο ωραία μούρη είσαι, και για εκείνον τον υπέροχα μοναδικό τρόπο που βρήκες προχτές να μου πεις “μη μασάς φίλε, κάνε αυτό που εσύ νομίζεις ότι πρέπει, και εμείς είμαστε πίσω σου”… Αλλά είμαι άχρηστος… Σε έκανα να ακούγεσαι σαν να πίνεις φραπέ στη Φωκίωνος Νέγρη (of all places…), λέγοντας πού και πού και καμιά κλαπαρχιδιά για να περάσει η ώρα… Σε ξεφτίλισα τελείως… Προτείνω να μου ρίξεις μια γροθιά στο σαγόνι, και κοίτα να είναι καλή…

Δυστυχώς, το σχέδιό μου είχε ένα βασικό μειονέκτημα: δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο Davor, προτού ξαπλώσει κάτω με μια γροθιά τον φίλο και διοικητή του, έστω και έπειτα από αίτημα του ίδιου, θα ζητούσε ισχυρές, ατράνταχτες αποδείξεις, που να δικαιολογούν την πράξη. Δεν είχα καμία απολύτως αμφιβολία ότι μπορούσα να του τις παρέξω. Αλλά θα χρειαζόμουν χρόνο, αρκετό χρόνο… Όταν θα είχα τελειώσει με τις εξηγήσεις, ο Davor, είμαι σίγουρος, θα ήταν τόσο κουρασμένος, ώστε είτε δεν θα είχε καμία διάθεση πλέον να μου ρίξει γροθιά, είτε θα μου την έριχνε, αλλά δεν θα ήταν καλή.

Ενώ ο Davor έβγαινε από το γραφείο μου και με άφηνε χωρίς εναλλακτικό σχέδιο, ο κόσμος (ή η αυτοεκτίμησή μου, δηλαδή το ίδιο πράγμα) κατέρρεε… και μάλιστα με πάταγο…

Και τώρα;

Σκέφτηκα ότι ίσως προλάβαινα να επανορθώσω. Ότι μπορούσα να ξαναδουλέψω το κείμενο, να το πάω εκεί που ήθελα και όχι εκεί που το πήγα τελικά λόγω εγκληματικής ανικανότητας… Ναι, προλάβαινα… Ίσως…

Στρώθηκα στη δουλειά.

Το ότι παράτησα μια αναφορά που ετοίμαζα για τον διευθυντή επιχειρήσεων, δεν θα πρέπει, πλέον, να αποτελεί έκπληξη. Λιγότερο αναμενόμενο, ίσως, είναι το ότι άφησα στη μέση και την ημερήσια αναφορά μου προς Μαλαισία. Λιγότερο αναμενόμενο, ναι, αλλά μόνο εκ πρώτης όψεως – εδώ δεν ήταν θέμα χρόνου: για να συνεχίσεις να γράφεις σε μια γυναίκα στην άλλη άκρη του κόσμου, πρέπει να έχεις ένα στοιχειώδες εγώ. Το δικό μου βούλιαζε, ταχύτατα, ωθούμενο από μια θανάσιμη έλξη εναγκαλισμού με το μείον-άπειρο (το μηδέν ήταν ήδη πολύ πίσω μου: δεν ήμουν ανύπαρκτος – αυτό θα μπορούσα να το αντιμετωπίσω. Ήμουν καταραμένος, ήμουν βλαβερός… Για τους φίλους μου, το περιβάλλον, the humanity at large…).

Άρχισα να ξαναδιαβάζω το κείμενο. Πάλι και πάλι.

Στις 16:30 μού χτύπησαν την πόρτα. Briefing time… Πήγα στο briefing, βγήκα από το briefing, τι μου είπαν–τι τους είπα θα σας γελάσω…

Πίσω στο γραφείο. Διαβάζοντας ξανά και ξανά. Ψάχνοντας να βρω πού έχω κάνει τη μαλακία…

Στο μεταξύ, έξω, μαίνονταν αμμοθύελλες…

. . .

Ολοκληρώνοντας την τεσσαρακοστή έβδομη ανάγνωση, άκαρπη όπως όλες οι προηγούμενες, τα παράτησα…

Δεν μπορούσα να βρω τίποτα. Όσο και να το διάβαζα, το κείμενο μού φαινόταν σωστό.

Περασμένα μεσάνυχτα… Λιώμα, πλέον, και σωματικά…

Ίσως πρέπει να σταματήσω, σκέφτηκα… Να τα ξαναπιάσω αύριο…

Αλλά, φυσικά, εκείνη την ώρα, δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα αύριο…

. . .

Θέλω να ξαπλώσω για πάντα… Ναι, αυτό είναι… Θα βγω έξω, θα περπατήσω μέχρι τους αμμόλοφους, και θα ξαπλώσω… Και, αφού δεν θα υπάρξει αύριο, δεν θα σηκωθώ. Ποτέ. No more harm done… No more Olethros…

Sounds good…

. . .

Περασμένα μεσάνυχτα. Μόνος. Εξαντλημένος. Πνευματικά θολωμένος. Ψυχικά ερείπιο.

Ευάλωτος.

Όταν μυρίζουν αίμα, λένε, έρχονται.

Και, φυσικά, ήρθαν. Όλοι.

Πρώτα ο Naves.

. . .

Hey, man… Ωραία τα κατάφερες!

Ε;

Fuckin Brazilian, man? Αυτό ήταν δικό μας, εσωτερικό. Δεν είχες δικαίωμα να το βγάλεις έξω. Αλλά δεν μπορούσες να μην το κάνεις, ε; Ακούγεται πιασάρικο, δε λέω.

Όχι, δεν… δεν…

Το κορυφαίο όμως ήταν το άλλο. Πώς το είχες γράψει, τον φαντάζομαι να ψάχνει στο ερμηνευτικό λεξικό τη λέξη ευελιξία; Wow, man! Γαμάς! Τι έκανες μετά, πήγες στον καθρέφτη και έλεγες καλά τι έγραψα ο πούστης; Πώς το σκέφτηκα; Τι γαμάτος που είμαι; Ε;

Κοίτα, εγώ…

Να κοιτάξω τι, man; Έχεις γράψει ένα σκασμό μαλακίες για μένα, και δεν βρήκες δυο γραμμές να πεις ότι ήμουν πρωταθλητής ενόπλων δυνάμεων στο τζούντο.

Δεν μου το είπες ποτέ…

Εκεί είναι το θέμα, man! Στο είπε ο Silvio. Και σου ‘κανε εντύπωση, πώς τόσους μήνες δεν είχα αναφέρει τίποτα.

Ναι… θα-

Και σου ‘κανε και κάτι άλλο εντύπωση, τότε, έτσι; Ότι ο Silvio στο καπάκι σχεδόν σου είπε hey, Christos, o Naves μου είπε ότι έχεις κάνει στο Cambridge.

Αυτό… ναι…

Thanx man! Εντύπωση το ένα, εντύπωση το άλλο, αλλά δεν έγραψες τίποτα.

Δεν… δεν πρόλαβα… θα έβρισκα-

Δεν παίζεσαι man! Θα έβρισκες my ass! Σου ήρθε η ευκαιρία, στο πιάτο, τότε που υποτίθεται με έπιασες κεφαλοκλείδωμα και άλλα χαριτωμένα. Το σκέφτηκες. Αλλά σου χάλαγε το, πώς το λες, τη συνοχή!

Ναι… όχι, θα-

Δεκάρα δεν έδινες, man. Μόνο εσύ, και οι συνοχές σου.

Δεν είναι έτσι, δεν-

Fuck you, man!

Naves, περίμενε, δεν-

Fuck you…

Naves…

. . .

Νόμιζα ότι με τον Naves τα είχα βρει σκούρα. Αλλά μετά ήρθε ο Mendez.

Κατά κάποιο τρόπο, δεν ήταν πλέον ο Santiago. Ήταν ο Mendez. Και δεν χαμογελούσε.

Ήταν τρομαχτικός.

Δεν νομίζω ότι είχα ακούσει ποτέ, κανέναν, να τον αποκαλεί Mendez.

. . .

Hey, mofo…

Τι…

Ωραίος φαίνεσαι, δε λέω.

Ε;

Ωραίος! Εγώ φεύγω, ο Waseem φεύγει, μένεις εσύ και ξαφνικά το Oum Dreyga γίνεται ομάδα και πετάει!

Δεν… δεν καταλ-

Πολύ βολικό. Άλλωστε, εκεί που τα πουλάς αυτά ποιος θα βρεθεί να σε διαψεύσει;

Δεν… δεν…

Ωραίος! Μοναδικός μάρτυρας, αφηγητής και ήρωας της ιστορίας!

Δεν είναι έτσι… δεν… εγώ…

Και το γράμμα, mofo, συγκινητικό, δε λέω.

Το… το γράμμα…

Ναι, αλλά θα μπορούσες να με ρωτήσεις εκείνο το βράδυ. Αντί να λες μισές κουβέντες, ότι μπορεί και να ήμουν κάθαρμα.

Όχι, δεν είπα-

Ξέρω τι είπες, mofo. Μην ανησυχείς, θα σε δω στην κόλαση.

Santiago… φίλε μου… τι… τι λ-

Κράτα μου θέση. Κατεβαίνεις γρήγορα. Θα φτάσεις πρώτος.

Santiago… περίμενε… δεν-

Τα λέμε mofo.

Santiago…

. . .

Πίστευα ότι, με τον Santiago, τουλάχιστον τα χειρότερα είχαν περάσει.

Και μετά ήρθε η Zetti. Και οι γυναίκες έχουν πάντα το δικό τους, ιδιαίτερο τρόπο.

Ούτε καν τολμώ να υπαινιχθώ τι άκουσα.

. . .

ΟΚ. Κανείς άλλος;

Δεν μπορεί…

Κανένας…;

. . .

Τσακισμένος, διαλυμένος, έμεινα να κάθομαι και να κοιτάω στην οθόνη την αφορμή τής ολοκληρωτικής μου καταστροφής: το σχόλιό σας, αγαπητέ G.R.

Και, φυσικά, έχω παραισθήσεις…

. . .

Έχω παραισθήσεις…

Ωραία. Τερματικό στάδιο. Σε λίγο κατεβαίνω.

Το πρωί θα με βρούν στο γραφείο. Από άγνωστα αίτια, θα πουν.

Άντε να τελειώνουμε. Είμαι σε καλό δρόμο. Έχω παραισθήσεις.

Βλέπω θαυμαστικά.

Καλό κι αυτό.

Θαυμαστικά…

Βλέπω θαυμαστικά…

Ε;

. . .

Θαυμαστικά;

ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΑ;

Δεν μπορεί…

Κι όμως…

Έχει θαυμαστικά…

Στο σχόλιο… έχει θαυμαστικά…

Να με πάρει ο διάολος… ναι…

ΕΧΕΙ ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΑ…

. . .

Το πρώτο φως τής αυγής μπήκε από το παράθυρο.

Άνοιξα την πόρτα. Βγήκα έξω.

. . .

Έχει θαυμαστικά.

Δεν έκανα εγώ τη μαλακία. Εκείνος δεν κατάλαβε τίποτα.

Έχει θαυμαστικά…

. . .

Στάθηκα στο πλακόστρωτο. Ούρλιαξα στην αυγή:

ΕΧΕΙ ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΑ…

. . .

Ακούστηκε ένα αλλόκοτο, τρομαχτικό γέλιο.

Μου πάγωσε το αίμα.

Μετά, κατάλαβα πως ήτανε δικό μου.

Στο έρημο πλακόστρωτο, τα άσπρα, κουρασμένα αυτοκίνητα κούνησαν τα κεφάλια τους.

Αποφάσισα ότι ήταν επιδοκιμασία.

Ξεκλείδωσα την πύλη. Βγήκα έξω.

Περπάτησα στην έρημο.

Μετά από εφτά μήνες εδώ, επιτέλους, είδα τη γη.

Τη χαιρέτησα.

Μου χαμογέλασε.

Ο νεαρός ήλιος μάς κοίταγε.

Αφουγκράστηκα το ρυθμό τής ησυχίας.

Μετά, άρχισα να χορεύω…

* * *

Αγαπητέ G.R.,

Είμαι σίγουρος ότι έχετε ήδη ανατρέξει και διαβάσει ξανά το κείμενο, αυτή τη φορά χωρίς τα ανύπαρκτα θαυμαστικά, που τόσο βολικά φανταστήκατε στις επίμαχες ατάκες. Και επειδή, όπως δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν συνεχώς οι κατά Pynchon Mason & Dixon στο ομώνυμο μυθιστόρημα, είμαστε άνθρωποι της επιστήμης, ο πειρασμός τής πειραματικής επαλήθευσης είναι πραγματικά αμείλικτος. Θαυμαστικά υπάρχουν, όντως, αλλά μόνο εκεί που πρέπει, δηλαδή στις δύο πρώτες φράσεις τού διαλόγου: ο Davor είναι προφανώς αδύνατον να σοβαρολογεί, όταν με αποκαλεί sir καλημερίζοντάς με· παρομοίως, εγώ μόνο αστειευόμενος μπορεί να απαντάω Good morning, and fuck you too! Κάπου εκεί, τα αστεία τελειώνουν, μαζί και τα θαυμαστικά… Γνωρίζοντάς σας προσωπικά, είμαι σίγουρος ότι η εξήγησή μου δεν θα σας φανεί σε καμιά περίπτωση υπερβολική και ότι κανέναν δεν χρειάζεστε να σας πει ποιος παραμονεύει στις λεπτομέρειες.

Ειλικρινείς χαιρετισμούς

D.

ΥΓ Καταλαβαίνω ότι πιθανώς έχετε τις ενστάσεις και τις αντιρρήσεις σας, τόσο για την ανάγνωση όσο και για τις αντιδράσεις μου στα σχόλιά σας. Θα πρέπει να είναι ήδη προφανές ότι δεν προτίθεμαι, φυσικά, να εμπλακώ σε κανενός είδους διάλογο επί του θέματος. Ελπίζω ότι οι λόγοι αυτής τής απροθυμίας μου είναι, κυριολεκτικά, ηλίου φαεινότεροι (η εκτίμηση που τρέφω για το πρόσωπό σας θα πρέπει να είναι ήδη αρκετά τεκμηριωμένη, ώστε να μην αφήνει καμιά χαραμάδα από όπου θα μπορούσαν να γλιστρήσουν αναίτιες παρεξηγήσεις): έκανα ένα μεγάλο ταξίδι, πρώτα προς τα κάτω και μετά προς τα πάνω, του οποίου μόνο μια χλωμή σκιά μπόρεσα να μεταφέρω εδώ· μπορεί το σημείο ανάδυσης να συμπίπτει με εκείνο τής κατάδυσης, αλλά, φυσικά, εγώ δεν είμαι πια ο ίδιος. Τα πάντα πλέον έχουν αρχίσει να μου μιλάνε. Από τη νέα μου θέση (διαφορετικός άνθρωπος στο ίδιο σημείο, σημαίνει, τελικά, διαφορετικό σημείο), τις όποιες πιθανές ενστάσεις σας δεν θα μπορέσω καν να τις ακούσω. Ήδη, ο ντόρος που έγινε για δυο θαυμαστικά μου φαίνεται εντελώς αδιανόητος… και, για πρώτη φορά στη ζωή μου, με πιάνω να αναρωτιέμαι αν όντως η Έφεσος είχε ποτάμια…

Ομολογώ ότι δεν μπόρεσα ποτέ να συμμεριστώ την ανυποληψία με την οποία περιβάλλει ο κόσμος τις κυκλικές κινήσεις (“Τζίφος… κάναμε έναν κύκλο και επιστρέψαμε στο ίδιο σημείο…”). Ως ελάχιστο φόρο τιμής, ας μου επιτραπεί να κάνω μια αδέξια και βεβιασμένη προσπάθεια να κλείσω –επιτέλους!– τον συγκεκριμένο κύκλο, επιστρέφοντας –πού αλλού;– παρά στο σχόλιό σου (πληθυντικέ, καλέ μου φίλε, σε αφήνω εδώ… ευχαριστώ για την παρέα), αγαπητέ G.R.:

Αν και τότε δεν ήταν καθόλου προφανές, αυτοί που με βρήκαν μπόσικο και μου την έπεσαν ζόρικα εκείνο το βράδυ δεν ήταν, βέβαια, ούτε ο Naves, ούτε o Santiago, ούτε, πολύ περισσότερο, η Zetti… Τώρα πια τους ξέρω – και δεν εννοώ τις φάτσες τους, γιατί φάτσες αλλάζουν. Την επόμενη φορά που θα τους πετύχω, θα πέσει πολύ ξύλο. Και, στο υπόσχομαι φίλε, όταν τελειώσω μαζί τους, θα έχουνε να λένε: «Φάγαμε… αλλά μας έριξε κιόλας…». Καμπανάκια και μαλακίες κομμένα…

Let the fuckers come

24 Νοεμβρίου , 2009

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου, πρωί. Καπνίζω μπροστά από το γραφείο μου, με τον καινούριο Αυστριακό.

Πλησιάζει ο Davor. “Good morning, sir!”

“Good morning, and fuck you too!”, γελάω…

… σου έχω πει χίλιες φορές να μη με λες sir…

Γελάει κι αυτός. Τον χτυπάω στον ώμο…

Τον πάω τον Κροάτη…

Καθόμαστε για λίγο εκεί, οι τρεις μας. Ο Davor είναι σπόνσορας του Αυστριακού.

Τελειώνω το τσιγάρο. «Συγγνώμη, παιδιά, πρέπει να συνεχίσω τη δουλειά, γιατί…», παίρνω μια έκφραση που θέλει να πει τη γάμησα…

«Τι…»

«Αν δείτε κανένα ελικόπτερο να σκάει απροειδοποίητα και να κατεβαίνει η στρατονομία με κλομπ, θα είναι για μένα, για να με μαζέψουνε…»

Ο Davor απορεί. «Γιατί;»

«Γιατί έπρεπε να έχω στείλει την εβδομαδιαία αναφορά τού διοικητή από χτες το πρωί, και ακόμα δεν την έχω τελειώσει…»

… και την περιμένουνε πάνω, γιατί σήμερα τις μαζεύουνε όλες, και φτιάχνουν τη συνολική εβδομαδιαία αναφορά τής αποστολής…

… την οποία, μετά, στέλνουν στο αρχηγείο τής Νέας Υόρκης…

… στον στρατιωτικό σύμβουλο… του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών…!

… κι εγώ χτες είχα άλλες δουλειές… σοβαρές…

… έπρεπε να τελειώσω ένα διήγημα, στα αγγλικά, και να το στείλω στη Μαλαισία…

… και δεν είμαι καλός, ούτε στα αγγλικά, ούτε στα διηγήματα…

… οπότε ήμουν πολύ απασχολημένος…

… δεν είχα χρόνο για μετακινήσεις τεθωρακισμένων και αναφορές βολών φορητού οπλισμού…

… first things first…

… ή, σε ελεύθερη μετάφραση…

… συγγνώμη και που ζούμε…

Πάω να μπω στο γραφείο. «Sir», λέει ο Davor…

Γυρίζω.

«Don’t send it.»

E;

«If this is the case, don’t send the report. Let the fuckers come…»

Τον κοιτάω.

«Let them come, sir… We’ll have a good time with them, I promise…»

Χαμογελάω.

«Let them come… I know them chickens…»

Του γυρίζω την πλάτη. Ανοίγω την πόρτα.

«We’ll have fun with them…»

Μπαίνω στο γραφείο.

«Let the fuckers come, sir… »

Κλείνω την πόρτα.

«… just let them fuckers try…»

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε