Θεωρία Παιγνίων (Σε λίγο, θα τα χάσεις όλα)
15 Νοεμβρίου , 2009
Ξημερώματα Πέμπτης, 12 Νοεμβρίου, στο αεροδρόμιο της Casablanca, συναντάω τον Alan, τον Βραζιλιάνο από το φυλάκιό μου. Είχε χάσει το αεροπλάνο για Laayoune την Τρίτη, και η επόμενη πτήση ήταν σήμερα.
Στέλνει μήνυμα στον Luciano. «Θα έρθει να μας πάρει από το αεροδρόμιο.»
«Ε… ναι. Εμένα θα με περιμένουν. Μάλλον…»
«Ποιος;»
«Η Zetti.»
Με κοιτάει. «Wow, man!»
Η αναθεματισμένη γοητεία της δεν είναι ιδέα μου…
. . .
Με περιμένει, όντως.
Πάμε στο αρχηγείο, μου δείχνει το γραφείο της. Είναι στο τρέξιμο, γενικώς. Την άλλη Παρασκευή φεύγει, τελειώνει. Γεύμα, μαζί με τον Valerio και έναν Πακιστανό που αύριο φεύγει κι αυτός. Μετά καφές.
Αύριο ετοιμάζουν μεγάλο πάρτυ. Αλλά εγώ θα έχω φύγει.
«Κι αν χάσεις την πτήση, τι γίνεται;»
«Δεν ξέρω. Μάλλον θα μου κόψουν την ημερήσια αποζημίωση για 3-4 μέρες. Τουλάχιστον αυτό έγινε με έναν Ρώσο από το Oum Dreyga.»
«Χμμ… Αλλά μπορώ να σε βγάλω ελεύθερο υπηρεσίας.»
«Μπορείς;»
«Χα! Φυσικά μπορώ! Γιατρός δεν είμαι; Θα βγάλω μια ιατρική γνωμάτευση…»
Σκύβω προς το μέρος της.
«Έχεις να προτείνεις κάτι συγκεκριμένο, γιατρέ;»
. . .
Μια που μένουμε στο ίδιο ξενοδοχείο, ο Valerio προσφέρεται να με πάει αυτός. H Zetti αρνείται.
«Μα, εκεί πάω. Εσένα δεν είναι ο δρόμος σου.»
«Το ξέρω. Θα τον πάω εγώ.»
«Μείνε. Θα περάσουμε καλά. Την Κυριακή έρχεται και ο Pietrini.»
«Έρχεται ο Antonio;»
«Ναι, γυρίζει από άδεια.»
Με αφήνει στο ξενοδοχείο. Θα τα πούμε το απόγευμα…
Στις 17:30 έχει πάλι happy hour, στην καφετέρια του αρχηγείου…
Και είμαι πτώμα… Δεν κοιμήθηκα καθόλου το προηγούμενο βράδυ…
Ρίχνω έναν ύπνο, καμιά ώρα… Ξυπνητήρι, άγχος μην με πλακώσει το πάπλωμα και ξυπνήσω την επόμενη μέρα…
Τελικά κοιμάμαι πολύ ελαφρά…
Απόγευμα, στην καφετέρια… Ο στρατηγός λείπει με άδεια, στην Κίνα…
Κρίμα…
Πλησιάζω τον επιτελάρχη…
«Καμιά εξέλιξη με το θέμα τού διοικητή στο Oum Dreyga; Έμαθα ότι είμαι ακόμα “προσωρινός διοικητής μέχρι νεωτέρας”…»
«Ναι… Θα σε αφήσουμε έτσι για κανά μήνα… Και μετά θα δούμε, ή θα σε κάνουμε διοικητή ή θα ξανακάνουμε peer review.»
Χμμ…
«Λοιπόν; Θα την χάσεις την πτήση σου;»
Σκατά, σκέφτηκα…
«Ξέρεις… Δεν μπορώ να το κάνω…»
«Γιατί;»
«Γιατί έχω μια φήμη, ένα όνομα… Αν χάσω την πτήση, θα απογοητεύσω πολλούς… Και δεν εννοώ τα μεγάλα κεφάλια στο αρχηγείο…»
«Ναι… Καταλαβαίνω… Είσαι και διοικητής…»
«Κάπως έτσι… Με εκείνη την ιατρική γνωμάτευση, τι γίνεται;»
«Τέσσερις μέρες, μέχρι την Τρίτη; Είναι πολλές…»
«Δεν χρειάζεται να είναι μέχρι την Τρίτη. Δυο μέρες αρκούν, Παρασκευή-Σάββατο. Δευτέρα δεν έχει πτήσεις για το νότιο τομέα…»
«Ναι…»
«Λοιπόν;»
Σκατά, σκέφτηκε…
«Ξέρεις… Δεν νομίζω ότι είναι σωστό να κάνω κάτι τέτοιο…»
«Ναι… Συμφωνώ…»
Με αφήνει στο ξενοδοχείο μου. Έχει να πάει να πακετάρει…
Ετοιμάζομαι για αποχαιρετισμούς…
«Well, doc…»
«Ω, σταμάτα!», γελάει. «Θα έρθω αύριο το πρωί, να σε πάρω για το αεροδρόμιο.»
«Well, doc», επιμένω, «αυτό είναι υπέροχο…»
«… γιατί αν δεν έρθεις, δεν πρόκειται να ψάξω άλλο μέσον να πάω στο αεροδρόμιο… Θα χάσω την πτήση, και θα λέω μετά ότι έφταιγε η αρχίατρος…!»
Πέφτω στο κρεβάτι. Ανοίγω Το Βιβλίο του Μαξιλαριού, της Σέι Σόναγγον:
Είναι θαυμάσιο, επίσης, όταν ένας άντρας επάνω στο άλογό του απαγγέλει ποιήματα την αυγή.
. . .
Το πρωί, Παρασκευή και 13, με παίρνει τηλέφωνο από τη ρεσεψιόν, στις εφτά παρά τέταρτο.
Κατεβαίνω. Παίρνω καφέ. Κάθεται με κάτι άλλους, που περιμένουν το λεωφορείο για το αεροδρόμιο.
Κάποια στιγμή μένουμε μόνοι.
«Ξέρεις… σκέφτηκα να μην έρθω… σκέφτηκα αυτό που είπες χτες…».
«Ναι, με μια μικρή διόρθωση: Είμαι τζέντλεμαν, και δεν υπήρχε φυσικά περίπτωση να σε εκθέσω… Θα το ‘παιρνα πάνω μου, θα έλεγα ότι δεν ξύπνησα… Προετοίμασα και το έδαφος, χτες βράδυ…»
«Δηλαδή;»
«Φάγαμε με τον διευθυντή επιχειρήσεων, τον Valerio και τον Pascal…»
«Κατάλαβα… Πόσα μπουκάλια κρασί;»
«Τρία… Έπιασα να τους λέω ιστορίες, πώς με συνέλαβαν οι Μαροκινοί μόλις είχα έρθει, και ένας βλάχος Τεξανός στο Ελ Πάσο, δέκα χρόνια πριν… Και φρόντισα να κάνω εντελώς ξεκάθαρο το πόσο κουρασμένος ήμουν και πώς έκλειναν τα μάτια μου και ότι το προηγούμενο βράδυ την έβγαλα άυπνος στο αεροδρόμιο της Casablanca… Νομίζω θα φαινόταν τελείως φυσιολογικό, αν σήμερα με έπαιρνε ο ύπνος και έχανα την πτήση… Κι αν δεν ερχόσουν, δεν θα κατέβαινα…»
Τώρα μου το λες;
Ναι, τώρα…
«Ξέρεις… Μπορείς ακόμα να χάσεις την πτήση…»
«Ίσως. Αλλά ήρθες. Πάμε…»
Μπαίνουμε στο αμάξι της. Παίρνουμε και έναν Ονδουριανό, που έχει ξεμείνει.
«Και δεν μπορώ να διαβάσω και το blog σου… Είναι στα ελληνικά…»
«Ναι… Λυπάμαι…»
«Θα δοκιμάσω αυτά τα online προγράμματα μετάφρασης…»
«Μπα… Σε τέτοια κείμενα-»
«Ξέρω, everything is lost in translation…»
«Κάπως έτσι… Σου ‘χω πει ότι πριν έρθω εδώ έκανα μαθήματα λογοτεχνικής μετάφρασης;»
«Όχι.»
«ΟΚ… Ετοιμάσου, θα στο πω τώρα… Πριν έρθω εδώ, έκανα μαθήματα λογοτεχνικής μετάφρασης…»
«Wow!»
«Ναι»
Μένουμε σιωπηλοί για λίγο. «Καλά…», λέει…
«… νόμιζα ότι ήσουν επιστήμονας…»
«Ναι… Έχω ξεγελάσει πολλούς… είμαι μαθητευόμενος συγγραφέας…»
… και ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς τους τύπους… Βλέπουν τον κόσμο όλο σαν αφήγηση, θα κάνουν τα πάντα για να βγάλουν ιστορία… Είναι χειρότεροι και από τους δημοσιογράφους…
Κι εσύ, σε λίγο, θα τα χάσεις όλα, το χαμόγελο, την τσαχπινιά, τη γοητεία σου, και θα γίνεις ένα φασματικό ον σε μια άψυχη κόλλα χαρτί…
… ή, ακόμα χειρότερα, σε μια οθόνη…
Φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Παρκάρουμε. Ο Ονδουριανός βγαίνει. Για λίγο, είμαστε πάλι μόνοι.
«Μπορείς ακόμα να την χάσεις την πτήση…»

. . .
Δεν έχασα την πτήση μου. Είχε ομίχλη, καθυστερήσαμε να απογειωθούμε, αλλά έφυγα.
Στο αεροπλάνο, ήμουν μεταξύ ύπνου και μιας ομιχλώδους εγρήγορσης, κατά την οποία σκεφτόμουν τι θα της γράψω μόλις προσγειωθώ…
Πηγαίνοντας με τα πόδια, από το διάδρομο προσγείωσης στο φυλάκιο, τουλάχιστον τρία αυτοκίνητα σταμάτησαν και επέμεναν να με πάρουν…
Άντε να εξηγήσεις…
Πίσω στην έρημο…
. . .
Ανοίγω τον υπολογιστή.
Έχω μήνυμα…
«All I can hope for is that we get to meet again, some day…»
… και είσαι η Jill, και είμαι ο Harmonica, Κάποτε στη Δύση, και μου λες maybe you come back, some day, κι εγώ στέκομαι στην πόρτα, κοιτάω έξω, κουνάω το κεφάλι, some day, λέω, και βγαίνω, για να μην γυρίσω ποτέ…
Απαντάω… «Old man says, you cannot enter the same river twice…»
«… και ευτυχώς που φεύγεις… γιατί αλλιώς θα έπρεπε να κάνω αίτηση για θέση στο αρχηγείο, αφήνοντας πίσω μου την έρημο, τον μόνο λόγο για τον οποίο βρέθηκα εδώ κάτω… και, ξέρεις, ο διευθυντής χτες μου είπε οποιαδήποτε θέση στο αρχηγείο κι αν ζητήσεις, θα την έχεις· το ξέρω, απάντησα, γι’ αυτό δεν πρόκειται να κάνω αίτηση ποτέ…»
«Κι άμα σου την πέσει σκληρά ο άντρας της», μου λέει ο Smulik, ενώ πίνουμε μπύρες, το βράδυ των γενεθλίων μου, κάπου στη νότια Κίνα, «κατέβα στο Ισραήλ. Για κάποιο λόγο, οι Μαλαίσιοι δεν μπορούν να έρθουν στο Ισραήλ. Θα είσαι ασφαλής εκεί. Θα σε φιλοξενήσω.»
«Thanx mate… Think I can handle it, but I appreciate…»
Στο παρατηρητήριο… Φθινοπωρινό ηλιοβασίλεμα στην έρημο…

Μία το βράδυ, μετά από μερικά Jameson, μόνος μου, και μερικά Jim Beam με τον Davor, πάω για πρώτη φορά στο δωμάτιο… Αύριο έχω meeting με τον διοικητή τού υποτομέα Oum Dreyga, με ζόρικα θέματα, νέα ύποπτα ναρκοπέδια, χωρίς σήμανση… Μου την έπεσαν ήδη, τις λίγες ώρες που ήμουν στο αρχηγείο, “το θέμα είναι λεπτό και σημαντικό, ποτέ πριν δεν έχουν ζητήσει τη συμμετοχή μας, έχε το νου σου… στηριζόμαστε πάνω σου…”
Τώρα, παιδιά, σωθήκατε…
Ευτυχώς, ο Yaser έχει ετοιμάσει τα πάντα…
Ο Yaser… Εγγύηση…
Δυο μήνες είχα να τον δω…
Μία η ώρα, στο δωμάτιο…
Έχω παρατήσει τις βαλίτσες μου στο γραφείο…
Πέφτω στο κρεβάτι, με τα ρούχα, και ξεραίνομαι…
Την ονειρεύομαι…
Δεν έχω φύγει… Έμεινα στο Laayoune… Είμαστε κάπου με κόσμο, σε πάρτυ ίσως…
Δεν ασχολείται μαζί μου… Μιλάει όλο με κάτι άλλους…
Τα παίρνω στο κρανίο…
* * *
Τρίτη και 13, Οκτώβριος, 2009… To Antonov με περιμένει… Laayoune… Και μετά Casablanca, Παρίσι…
Αθήνα…
Εμφανίζομαι με τζην και μαύρο t-shirt… Με κοιτάνε όλοι…
Κοντοστέκομαι. «What…»
«You look… different…»
«What different?»
«You look… great!»
Αρχίζω τις χειραψίες… Μπαίνω στο αυτοκίνητο…
Ακούω τον Moses, με την τσιριχτή φωνή και την τέλεια αγγλική προφορά…
«Hey… He looks like a rock star!»
Call me The Breeze, mate…
Στο δρόμο, ακούω στον ασύρματο τον Zsiga, από την αίθουσα υπηρεσίας… Καλεί τον αξιωματικό αεροδρομίου – ΑΤΟ-1, από το Air Terminal Officer…
«ATO-1 – ATO-1 – this is UN Oum Dreyga – message – over»
«UN Oum Dreyga – this is ATO-1 – send your message – over»
«ATO-1 – this is UN Oum Dreyga – if Christos is around, can you get him to the radio please? – over»
Στο αυτοκίνητο, πιάνω το μικρόφωνο.
«UN Oum Dreyga – this is Christos – SEND YOUR MESSAGE – over»
O Zsiga μου λέει κάτι περίπλοκο, κωδικοποιημένο… Κάτι για αεροδρόμια και φιλιά…
Γιατί η κουφάλα ο Ούγγρος ξέρει… Μόνο αυτός…
Ξέρει ότι θα με περιμένει στο αεροδρόμιο…
«UN Oum Dreyga – this is Christos – roger and wilco and whatever – OUT NOW FOR ONE MONTH!»
Φτάνουμε στο Antonov… Κατεβαίνω…
Είμαι άνεμος… Εντάξει, δεν είμαι ο άνεμος… Είμαι απλώς ο γιος του, που γυρίζει στην πατρίδα του, μετά από έξι μήνες στη Σαχάρα, και ό,τι φως τον είχε βρει εκεί…
Οι Ουκρανοί με κοιτάνε. Χαμογελάνε…
«Christos…!»
«What…»
«… you look great!»
Ought to, guys…
Charmin’ lady ‘s waiting for me…
Don’t want to let her down…
Παραλειπόμενα: Γιατί δεν είδα το Grand Canyon
12 Νοεμβρίου , 2009
Γράφοντας το κείμενο από το Yangshuo, αναρωτήθηκα μα καλά, πήγα στο San Francisco και δεν είδα την Chinatown;
Πραγματικά απόρησα…
Και μετά, σιγά σιγά, θυμήθηκα…
* * *
7 Ιανουαρίου 2000, Tucson, Arizona
Αγίου Ιωάννη…
Από τον τηλεφωνικό θάλαμο τού ξενοδοχείου -έχω την εικόνα τελείως ξεκάθαρη στο μυαλό μου- παίρνω ένα φίλο-αδερφό, στη Βόρεια Ελλάδα, που γιορτάζει…
Και πέφτω από τα σύννεφα…
Ο γιος του… γεννημένος τον περασμένο Νοέμβριο… το συκώτι του δεν λειτουργεί… μία χειρουργική επέμβαση ήδη άκαρπη…
“Λένε για μεταμόσχευση… το ψάχνουμε…”
Αλλά, για κάθε ενδεχόμενο, μου λέει, τον βαφτίσαμε…
Του ζητάω το τηλέφωνο της Θοδώρας, της νονάς του παιδιού, που είναι παιδίατρος… Παλιά φίλη… Την παίρνω επιτόπου… “Θοδώρα, λέγε μου…”
Η Θοδώρα μπαίνει στις ιατρικές λεπτομέρειες… “Θοδώρα, λέγε μου…”, ξαναλέω.
Και μου λέει…
“Κοίτα… υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα το παιδί να πεθάνει…”
…
Το σχέδιό μου, μετά την Tucson, ήταν να πάω στο Grand Canyon, πριν καταλήξω στο San Francisco, από όπου θα έπαιρνα το αεροπλάνο τής επιστροφής για Λονδίνο στις 15 Ιανουαρίου…
Τώρα, αφού έβρισα θεούς και δαίμονες, αφού διαολόστειλα και τον εαυτό μου που δεν ήταν εκεί που έπρεπε να είναι, και αφού όλα τα εναλλακτικά σχέδια που σκέφτηκα αποδείχτηκαν μη πρακτικά, το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να πάω στο San Fransisco και να περιμένω να περάσουν οι μέρες να φύγω…
Και αυτό έκανα…
Δεν νομίζω ότι, όσο ήμουν στην πόλη, θυμήθηκα ότι υπάρχει Chinatown…
…
Τον Μάρτιο ανέβηκαν στις Βρυξέλλες, για μεταμόσχευση ήπατος, με την τεχνική τού ζωντανού δότη: θα έκοβαν ένα κομμάτι από τη μητέρα και θα το έβαζαν στο παιδί…
Κατεβαίνω από την Αγγλία… εκτός από τους τρεις τους, -το Γιάννη, τη Σωτηρία και τον μικρό Γιώργο- είμαστε εκεί οι δυο μανάδες και εγώ…
Η επέμβαση είναι για Τετάρτη… έχω κανονίσει τα εισιτήριά μου να πάω Κυριακή και να φύγω Πέμπτη απόγευμα…
Έβαλαν τη μητέρα στο χειρουργείο Τετάρτη πρωί πρωί… Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε, επιτυχώς, στις 11 το βράδυ…
Θυμάμαι την κυρα-Μαρία και την κυρα-Σοφία, να πέφτουν να φιλήσουν τα χέρια τού γιατρού…
Όταν είδαμε τον μικρό, το ίδιο εκείνο βράδυ, διασωληνωμένο, είχε ήδη αρχίσει να ξεκιτρινίζει…
Η μητέρα της Σωτηρίας, βλέποντας την κόρη της ναρκωμένη και διασωληνωμένη, καταρρέει…
Αναλαμβάνω εγώ – ο Γιάννης έχει να κοιτάξει τη γυναίκα του…
Το βράδυ εκείνο, αφού βάλαμε τις μανάδες για ύπνο, κάτσαμε και ήπιαμε οι δυο μας… Και ήταν από τις πιο εύγευστες μπύρες που έχω πιει ποτέ…
Την επόμενη μέρα είναι να φύγω.
Αλλά η κατάσταση, από πρακτικής άποψης, είναι ζόρικη… Γιος στην εντατική, γυναίκα στην εντατική, τρελαμένη πεθερά… Ο Γιάννης δέκα κομμάτια…
Κι εγώ έχω κανονίσει να φύγω…
Με πάει μέχρι έξω…
Μεταξύ φίλων, ευχαριστίες δεν χωράνε… όχι δεν χρειάζονται, δεν χωράνε, ακούγονται παράταιρες, φάλτσες…
Και, εκείνη την ώρα, ορθώς, δεν υπάρχουν…
Ένα πράγμα μόνο μου είπε… το μοναδικό πράγμα που πραγματικά έπρεπε να μου πει – και μου το ‘πε:
“Ρε συ… τώρα που ζόρισαν τα πράγματα φεύγεις…”
Ναι… έχει πολλούς μαλάκες η Ελλάδα… είχαμε όλοι συντονίσει στην Τετάρτη, και κανείς μας δεν σκέφτηκε την Πέμπτη…
Φεύγοντας, αισθάνθηκα τόσο ελαφρύς, που, είμαι σίγουρος, αν γύριζα να κοιτάξω, θα έβλεπα ότι δεν είχα αφήσει ίχνη πάνω στο χιόνι…
Και κατάλαβα πόσο τυχερός ήμουνα…
* * *
Καλοκαίρι 2007, Καζίνο Λουτρακίου.
Ο Γιώργος, ολόκληρο παιδί πλέον, και υγιέστατο, κολυμπάει στην πισίνα. Έχουν κατέβει οικογενειακώς από τη Δράμα, τους φιλοξενώ… Ενδιαμέσως, τους βάφτισα το δεύτερο παιδί, τη Σοφούλα…
Ο Γιώργος, εκτός από ολόκληρο παιδί, είναι και αρκετά ζωηρός… Ο ναυαγοσώστης τού κάνει νόημα… “Φίλε μου… εσύ… ναι, εσύ… για έλα λίγο σε παρακαλώ…”
Πίσω από τον εύσωμο Γιώργο, πλησιάζει και ο τσιλιβήθρας ο ανηψιός μου, ο Τάσσος…
“Κοίτα φίλε μου”, αρχίζει ο ναυαγοσώστης, “ό,τι κανόνας υπάρχει, τον έχεις παραβεί…!”
Λίγο πίσω, διπλώνομαι από τα γέλια…
Ο ναυαγοσώστης -ένα ωραίο, ευγενικό παλληκαράκι- συνεχίζει – έχεις κάνει αυτό, έχεις κάνει εκείνο, έχεις κάνει το άλλο, “ό,τι απαγορεύεται το έχεις κάνει – θα σε παρακαλέσω πολύ” κλπ κλπ.
Ο Γιώργος και ο Τάσσος τον ακούν αμίλητοι, σχεδόν προσοχή, μέσα στο νερό…
Όταν ο ναυαγοσώστης τελειώνει και φεύγει, ο Γιώργος γυρίζει στον ανηψιό μου. Ξέρει ότι ο αδερφός μου είναι στέλεχος στο καζίνο.
“Τάσσο”, λέει, “αυτός ο ναυαγοσώστης δεν είναι καλός… Να πεις στον μπαμπά σου να τον διώξει.”
“Ναι”, λέει ο σπόρος ο δικός μου, “κι εμένα μου τη σπάει!”…
* * *
Μια μέρα, θα πάρω τον ανηψιό μου, και θα πάμε να δούμε μαζί το Grand Canyon…
Και ίσως, επι τη ευκαιρία, του πω και μια ιστορία, για ένα φίλο μου, που κάποτε στάθηκε απέναντί μου, και αντί να μου πει μαλακίες, μου είπε το μοναδικό πράγμα που έπρεπε να μου πει:
“Φίλε… όταν ζορίζουν τα πράγματα φεύγεις…”
(Τράνζιτ στο αεροδρόμιο της Καζαμπλάνκα, επιστρέφοντας στη Δυτική Σαχάρα)
Του Χρόνου τα Σκυλιά
5 Νοεμβρίου , 2009
Για τον Walt Whitman, προνομιακό μου συνταξιδιώτη, και για όλους εκείνους που ίσως βρουν τους εαυτούς τους εδώ μέσα…
… και για του χρόνου τα σκυλιά, που όλους θα μας νικήσουν…
Σαράντα χρονών σήμερα…
Υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρόποι να γυρίσεις από το Reykjavik στο Cambridge τής Αγγλίας. Ο πρώτος τρόπος δεν παρουσιάζει τίποτα το ιδιαίτερο. Ελάχιστα πιο ενδιαφέρων είναι ο δεύτερος: Παίρνεις λεωφορείο για το Seydisfjordur, στην άλλη πλευρά του νησιού (δυο μέρες, με υποχρεωτική διανυκτέρευση στο Akureyri)· κοιμάσαι το βράδυ στο καταπληκτικό hostel και την άλλη μέρα παίρνεις το πλοίο. Αν είσαι τυχερός -όπως εγώ- θα είναι Σεπτέμβριος, θα είναι το τελευταίο πλοίο πριν κλείσει η γραμμή για το χειμώνα, και όλη η πόλη θα έχει κατεβεί στο λιμάνι για να χαιρετήσει· αν είσαι ακόμα πιο τυχερός -όπως εγώ-, ήδη μετά το Akureyri θα έχεις γίνει μια ωραία παρέα με έναν Γερμανό και έναν Αγγλοπορτογάλο που έκαναν το γύρο της Ισλανδίας με ποδήλατα και μια Γερμανίδα που δούλευε σε φάρμα με άλογα· και αν είσαι πολύ τυχερός -όπως εγώ-, η Βόρεια Θάλασσα θα είναι λάδι, θα δειπνήσετε στο κατάστρωμα με κεριά και κάποιος θα έχει τη φαεινή ιδέα να γράψετε μηνύματα σε χαρτί και, μαζί με τις διευθύνσεις σας, να τα βάλετε στα άδεια μπουκάλια τού κρασιού που μόλις ήπιατε και να τα ρίξετε στη θάλασσα… Πίνεις έναν καφέ στα νησιά Faroe, δεν κατεβαίνεις στο Bergen της Νορβηγίας γιατί είναι νύχτα και κοιμάσαι, και αποβιβάζεσαι τελικά στο Holstrom της βορειοδυτικής Δανίας· παίρνεις τραίνο για το Βερολίνο, περνάς ένα καταπληκτικό σαββατοκύριακο, άλλο τραίνo για το Άμστερνταμ και μετά easyjet για το Luton· από κει, το Cambridge απέχει μόλις μια ώρα με το τοπικό λεωφορείο…
Διασχίζω οδηγώντας την Ιταλία, από το Lecce ως τη Bologna… τα Βαλκάνια, από την Πάτρα μέχρι τη Βιέννη και πίσω… τη μισή Αυστραλία, από την Αδελαΐδα στο Alice Springs…
Πηγαίνοντας από την Tucson της Arizona στο San Fransisco, δεν θυμάμαι αν άλλαξα λεωφορείο στο L.A…
Με το σκοτάδι να έχει πέσει στο Stonehenge, θα διακρίνω τη σκιά ενός αρχαίου αστρονόμου να περπατάει ανάμεσα στους ογκόλιθους…
Δεν θα τσιμπήσω στις διαβεβαιώσεις του νυχτοφύλακα ότι ήταν απλώς ένας συνάδελφός του…
Ιδρώνω στη Σεβίλλη… τρώω βροχή στην Κορνουάλλη…
Φτάνοντας στη Βενετία από το Salzburg, μετά από εφτά συνεχόμενους μήνες στην Αγγλία, θα μυρίσω τη Μεσόγειο και θα τρελαθώ… Θα παρατήσω τα σχέδια για Ρώμη – Φλωρεντία, θα μείνω δυο μέρες και μετά θα πάρω το τραίνο για την Ancona… Από κει πλοίο για την Πάτρα, όπου θα με περιμένει μια φίλη και θα με πετάξει με το αμάξι της μέχρι την Κόρινθο…
Σ’ ένα χωριό, κοντά στο Barranca del Cobre του Μεξικού, θα βιντεοσκοπήσω μια μελαχρινή ομορφιά από τη Σρι Λάνκα να τραγουδάει με πάθος Nina Simone…
Φορώντας το αυστραλέζικο καπέλο μου, θα γίνω αξιοθέατο στην Απαγορευμένη Πόλη… Κινεζάκια από την επαρχία ζητούν να φωτογραφηθούν μαζί μου… Αργότερα -ακόμα στην εποχή τού φιλμ-, όταν εμφανίσω τις δικές μου φωτογραφίες, θα διακρίνω στην άκρη μιας από αυτές έναν ντόπιο, να με κοιτάει με έκφραση Τούρκου μετανάστη που αντικρίζει για πρώτη φορά το Άγαλμα της Ελευθερίας…
Στο σταθμό των λεωφορείων τού Baton Rouge, ένας μαύρος συνταξιούχος ελεγκτής αεράμυνας της USAF, μου διηγείται τη μία και μοναδική φορά που είδε UFO στην οθόνη τού ραντάρ του…
Πίνω στο λιμάνι τού Mindelo, απέναντι από μια ελληνική σημαία, με έναν Νορβηγό καπετάνιο… Μου λέει ιστορίες, για τις δυο γυναίκες του, τις πέντε κόρες του, τον Ελληνογάλλο γαμπρό του, τα χρόνια που έκανε στην Ιρλανδία… Έπειτα βγαίνω έξω και γιορτάζω με τους ντόπιους την επέτειο της ανεξαρτησίας τού Cabo Verde, ενώ μια φίλη μου παντρεύεται στο Αίγιο (και μάταια προσπαθώ να επικοινωνήσω…)
Χαλάζι στο Εδιμβούργο… Αμμοθύελλες στο Oum Dreyga…
Σάββατο βράδυ, ενώ πίνω ήσυχα την μπύρα μου σε ένα λαϊβάδικο του Reykjavik, θα με πλησιάσει μια γυναίκα και θα μου μιλήσει ισλανδικά. Έπειτα θα μου πάρει τη μπύρα, θα την ακουμπήσει στη μπάρα και θα με σύρει, σχεδόν δια της βίας, στην πίστα να χορέψουμε…
Στη χριστουγεννιάτικη Νέα Ορλεάνη, με δυο κιθάρες στην παρέα, θα προσπαθήσω να τους πείσω να στηθούμε σε μια γωνιά και να παίξουμε τα δικά μας – Μάλαμα, Σαββόπουλο, Πορτοκάλογλου – όπως κάνουν όλοι. Ποιος μας είδε, ποιος μας ξέρει, τι είχαμε τι χάσαμε…
Η πρότασή μου απορρίπτεται με συνοπτικές διαδικασίες..
Τρώω τον δυνατότερο αέρα της ζωής μου στους καταρράκτες τού Gulfoss… Στα απέραντα λιβάδια των Shetland, βρίσκω ένα μικρό, φιλόξενο υπόστεγο και ανάβω την πίπα μου, περιμένοντας να σταματήσει το ψιλόβροχο…
Με συλλαμβάνουν: Μαροκινοί στρατιώτες (είχα μπει σε απαγορευμένη περιοχή), βλάχοι Τεξανοί συνοροφύλακες (μου βρήκαν έναν κάλυκα από καραμπίνα, γυρίζοντας από το Μεξικό)…
Στο λιμάνι των Χανίων, με το σάκο μου στο ένα χέρι και το χαρτοφύλακα στο άλλο, πηδάω πάνω στο πλοίο ενώ ο καταπέλτης έχει ήδη αρχίσει να ανεβαίνει (“Αααααα…”).
Το ταξίδι ήταν επαγγελματικό.
Χριστούγεννα στο Reykjavik… πρωτοχρονιά στην παραλία τού Byron Bay, στο Queensland… Στο σταθμό λεωφορείων τού Houston, πακετάρω την κιθάρα μου και τη στέλνω στον εαυτό μου, στο San Francisco…
Στρίβοντας δεξιά με το αμάξι μου, κάπου στο κέντρο τού Ζάγκρεμπ, έρχομαι αντιμέτωπος με ένα τραμ… Σταματάμε και οι δύο, δημιουργείται μια αναστάτωση, μια φωνή μού λέει τώρα τη γάμησες… Ο τροχονόμος πλησιάζει και, με ύφος δεν-συμβαίνει-τίποτα, με βοηθάει να κάνω όπισθεν και να φύγω προς την αντίθετη κατεύθυνση…
Λίγο αργότερα, συνειδητοποιώ ότι δεν επιτρέπονται αυτοκίνητα στο κέντρο τού Ζάγκρεμπ…
Στο Alamo θα διαβάσω: “Ακόμα και οι Θερμοπύλες είχαν τον προδότη τους· το Alamo δεν είχε κανέναν”.
Κάθομαι και χαζεύω: θαλάσσιους λέοντες να λιάζονται στον κόλπο τού San Francisco… παππούδια να παίζουν χαρτιά σε ένα καφενείο στο Fuerteventura… πιτσιρίκια να κάνουν ποδήλατο πάνω στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης, στα θερινά ανάκτορα του Κινέζου Αυτοκράτορα…
Σε ένα τζαζ κλαμπ στο άλλο Cambridge, έξω από τη Βοστώνη, ένας ψηλός μαύρος με φόρμα γυμναστικής, που μέχρι τότε έπινε δίπλα μου στο μπαρ, θα ανέβει στη σκηνή και θα δώσει ρεσιτάλ, τραγουδώντας σαν τον Marvin Gaye…
Στα εκδοτήρια εισιτηρίων τού σιδηροδρομικού σταθμού τής Μαδρίτης, με ένα βιβλιαράκι ελληνοϊσπανικών διαλόγων, ξελασπώνω έναν Αμερικανό που βρέθηκε πίσω μου και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι “nobody in this country speaks english”…
Μου τη φέρνουν στη Βουδαπέστη… με κλέβουν στην Κωνσταντινούπολη… μου σπάνε το αμάξι στο Παρίσι… διαρρηγνύουν το διαμέρισμά μου στο Aix en Provence, ενώ είμαι μέσα και κοιμάμαι…
Δεν θα δω το Central Park· θα με πιάσει καταρρακτώδης βροχή και θα μπω στο πρώτο εστιατόριο που θα βρω μπροστά μου για να προφυλαχτώ και να φάω… ο ιδιοκτήτης είναι από τα μέρη του πατέρα μου, από την Κυπαρισσία, και δεν θα με αφήσει να πληρώσω…
Η Κινέζα ξεναγός μου στην Απαγορευμένη Πόλη, θα αποφανθεί ότι είμαι και γαμώ τους τύπους, “επειδή, παρόλο που είσαι Βρετανός, δεν μοιάζεις με Βρετανό… μοιάζεις με Αμερικάνο”… (“Sinennoisi bouzouki”, απαντάω).
Δεκέμβριος στο Montreal, μείον τριανταπέντε βαθμοί… δεκαπέντε μέρες μετά, χωρίς να πετάξω, οδηγώ στην Arizona, απόγευμα, με κοντομάνικο και ανοιχτό παράθυρο…
Με το σάκο μου για μαξιλάρι, κοιμάμαι σε ένα παγκάκι, στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, περιμένοντας το αεροπλάνο για το Λονδίνο, έχοντας μόλις γυρίσει από το Μαρόκο και έχοντας απορρίψει μια πρόταση να συνεχίσω για τη Λισσαβώνα… Είχα περάσει ένα μαγικό σαββατοκύριακο στη Λισσαβώνα, τρία χρόνια πριν, και φοβόμουν να ξαναπάω…
Ξαναπήγα, οχτώ χρόνια μετά, και την ξαναβρήκα ξαναεκμαυλιστική και ξαναϋπέροχη…
Στο πανεπιστήμιο τής Haifa, συναντάω έναν Εβραίο καθηγητή στατιστικής, γεννημένο στην Αυστραλία, που υποστήριζε ότι τα μοναδικά χρήσιμα πράγματα στη ζωή του τα έμαθε παρακολουθώντας το Star Trek…
Κολλάω αμάξια στην άμμο: στον Κόλπο τού Μεξικού, στο δρόμο για το Ksar Ghilane, στη γαμημένη περιοχή 18 τού υποτομέα Al Baggary…
Περιπλάνηση στην Ιερουσαλήμ, Τείχος των Δακρύων, Γολγοθάς, Άγιος Τάφος, και τη νύχτα όνειρα με σταυρούς, πόντιους πιλάτους και μυστικούς δείπνους… Την επομένη τού θανάτου τού Michael Jackson, στην Praia, ένας ντόπιος θα μου πει “αισθάνθηκα ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό μου”…
Δεν θα φτάσω στο Memphis τού Tennessee… Καθ’ οδόν, στο αρχαίο μονοπάτι των Nachez, στο Mississippi, με τον original Όλεθρο – τον Δόκτορα Όλεθρο –, τον Όλεθρο, του οποίου το όνομα τόσο αψήφιστα και επιπόλαια καταχράστηκα, θα ακούσουμε στο ραδιόφωνο ότι οι ZZ Top και οι Lynyrd Skynyrd παίζουν μαζί στο Lafayette της Louisiana, και θα κάνουμε μεταβολή… Στη συναυλία θα δω τύπους με μούσια και κασκέτα τού στρατού τής Συνομοσπονδίας, οι οποίοι, είμαι σίγουρος, είχαν κατέβει παράνομα από τα βουνά, όπου κρύβονταν πάππου προς πάππο, χωρίς να τους έχει πει κανείς ότι ο εμφύλιος τελείωσε, ο Νότος έχασε, ο Στρατηγός Lee παραδόθηκε…
Ιδρώνω στη Λευκωσία… Παγώνω στη Merzouga…
Στην ελληνική ταβέρνα τού Coober Peddy, ένας Καναδοεβραίος μου διηγείται πώς γνώρισε τον William Gibson (“Οργανώσαμε μια ημερίδα στο Vancouver, με θέμα Αρχιτεκτονική και Μεταμοντερνισμός, και τον καλέσαμε να μιλήσει… Φοβερά έξυπνος τύπος, η ομιλία του, επιφανειακά, ήταν εντελώς άσχετη, κι όμως, ταυτόχρονα, κατά κάποιο τρόπο, ήταν στην καρδιά τού θέματος… Βγήκαμε το βράδυ για δείπνο, αλλά στο τραπέζι ήταν σιωπηλός… Μίλαγε μόνο η γυναίκα του…”).
Στο τοπικό ανταλλακτήριο συναλλάγματος, στο Nekotino της FYROM, μια γυναίκα θα πάρει τις δραχμές μου και θα μου δώσει γερμανικά μάρκα, χωρίς να έχει ιδέα για την ισοτιμία, βασιζόμενη μόνο στο λόγο μου…
Οι λόφοι τής Τοσκάνης… η απεραντοσύνη τής κεντρικής Αυστραλίας…
Η Λισσαβώνα…
Χριστούγεννα στη Μελβούρνη… Millennium σε ένα diner στον αυτοκινητόδρομο, έξω από τη Νέα Ορλεάνη – οι γκαρσόνες, ο σερίφης υπηρεσίας, πυροτεχνήματα…
Λιώνω τα πόδια μου στο περπάτημα, στη Ρώμη, στην Κωνσταντινούπολη, στο Fogo τού Cabo Verde…
Ενώ τρώω στο Yangshuo, δυο πιτσιρικάδες μου προσφέρουν τσιγάρο και ζητούν να καθήσουν, γυρεύοντας κουβέντα για να εξασκήσουν τα αγγλικά τους. Πριν φύγουν, μου γράφουν σε ένα χαρτί ένα ποίημα τού Li Ho…
Στο Akureyri, μια ανάσα από τον Αρκτικό Κύκλο, μια ντόπια γυναίκα θα με κοιτάξει με περιφρόνηση, κουνώντας το κεφάλι της με αποδοκιμασία: “Typical Greek male… He doesn’t cook!”
Ξημερώματα έξω από το Alice Springs, πηγαίνοντας να πετάξω με αερόστατο, συναντάω τυχαία ένα νιόπαντρο ζευγάρι από την Αθήνα. “Θέλαμε πάντα να έρθουμε… οπότε, επί τη ευκαιρία, είπαμε δεν παντρευόμαστε, να το κάνουμε γαμήλιο ταξίδι;”
Έχει αεράκι και η πτήση θα ακυρωθεί. Χαιρετιόμαστε. Τους βλέπω αργότερα με ποδήλατα…
Απογευματάκι, τους συναντάω για τρίτη φορά -το μέρος είναι μικρό- σε ένα εστιατόριο. Κάθομαι μαζί τους. Χτυπάει το κινητό τής κοπέλας.
Ο πατέρας της.
“Έλα μπαμπά… ναι… ναι… περνάμε απίθανα…
… πίνουμε μπύρες και κάνουμε ποδήλατο στην έρημο…”
Στο αεροδρόμιο του Laayoune, περιμένοντας το ελικόπτερο για το φυλάκιο όπου με έχουν μόλις τοποθετήσει, συναντάω για πρώτη φορά άνθρωπο από τη Μογγολία, έναν ευγενικό, χαμογελαστό τριαντάρη, λοχαγό των αλεξιπτωτιστών. Αρχίζω να τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις για τη χώρα, για τη στέπα, για τους κατοίκους της…
Από κάποια στιγμή και μετά, βλέπω ότι κομπιάζει, ότι δεν αισθάνεται άνετα. Το αποδίδω στα όχι και τόσο καλά αγγλικά του.
Αλλά κάνω λάθος…
“Δεν έχω δει ποτέ την ύπαιθρο της Μογγολίας”, μου λέει τελικά. “Έχω περάσει όλη τη ζωή μου στο Ulan Bator, βγήκα από την πόλη μόνο για να έρθω εδώ…”
Λίγο μετά, με φωνάζουν για επιβίβαση…
Στο σταθμό τού El Paso, κατά την πολύωρη αναμονή για τα λεωφορεία που θα πήγαιναν εμένα στο Alamogordo και εκείνη πίσω στο Σικάγο, την ξεναγώ, ένα εικοσάχρονο ξανθό αγγελούδι, στην άλλη πλευρά των συνόρων, στο Juarez, όπου μπορείς να πιεις χωρίς να έχεις κλείσει τα 21. Τώρα πια δεν θυμάμαι το πρόσωπο, ούτε το όνομά της… Θυμάμαι μόνο τα λόγια της: “Δεν θα μείνω έτσι… Θα σπουδάσω, θα πάω στο κολλέγιο… Έχω λεφτά… Έχω μαζέψει τρεις χιλιάδες δολλάρια, ξεφορτώνοντας φορτηγά από τα δεκάξι μου…”
Οδηγώντας στα χιονισμένα περίχωρα του Maribor, νύχτα, ερημιά, ψάχνοντας το δρόμο για να μπούμε στην πόλη, ένα αυτοκίνητο μας προσπερνάει και σταματάει μπροστά μας. Μια μεσήλικη γυναίκα, μοναδική επιβαίνουσα, βγαίνει, έρχεται στο παράθυρό μου και μας μιλάει στην αρχή γερμανικά, και μετά σπασμένα αγγλικά: “Χαθήκατε; Χρειάζεστε βοήθεια;”
Στην αερολέσχη του Cambridge πάω να πετάξω με ένα από τα τρία διπλάνα Tiger Moth, εκπαιδευτικά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την ενημέρωση, ο κυβερνήτης μου δείχνει κάποιους χειρισμούς απαραίτητους για την προσγείωση, που μπορούν να γίνουν μόνο από την πίσω θέση.
Μετά την απογείωση, ένα στιγμιαίο κενό αέρος θα φέρει το στομάχι μου λίγο πάνω από το κεφάλι… Όταν ο κυβερνήτης με ρωτήσει “πάμε για ένα loop;”, μια φωνή στα ακουστικά του θα του ανακοινώσει ότι δεν είναι και τόσο καλή ιδέα…
Παίρνω το πηδάλιο, κάνω δυο στροφές 360 μοιρών, διατηρώντας το ύψος μου… Και μετά ευθεία οριζοντία…
Πηγαίνοντας για προσγείωση, με ρωτάει αν είμαι έτοιμος για τους χειρισμούς…
… και η ενδοεπικοινωνία παθαίνει βλάβη… τον ακούω, αλλά δεν με ακούει…
“ΟΚ”, λέει, “αν με ακούς, χτύπα με το δεξί σου χέρι τρεις φορές την άτρακτο…”
Και εκεί, στον αέρα πάνω από το Cambridge, σε ένα διπλάνο cabrio, ανασηκώνομαι όσο μου επιτρέπουν οι ζώνες, τεντώνομαι προς τα εμπρός, και χτυπάω την άτρακτο τρεις φορές, δυνατά, με το δεξί μου χέρι…
Καπνίζω ναργιλέ σε ένα λιβανέζικο εστιατόριο στο Montreal, με έναν χριστιανό από το Λίβανο, βετεράνο του εμφυλίου, που μου λέει ότι δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, ότι θεωρείται εγκληματίας πολέμου.
Θυμάμαι ότι η φωνή του έσταζε μίσος…
Δέκα χρόνια μετά, σε ένα φυλάκιο των Ηνωμένων Εθνών στη Δυτική Σαχάρα, θα συναντήσω έναν άλλο βετεράνο ενός άλλου εμφυλίου, έναν ευγενικό άντρα με καθαρή ματιά, που δεν ήθελε να μιλάει για το παρελθόν, και έδινε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να ξεχάσει…
Ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ…
* * *
Σε ένα από τα πρώτα μου ταξίδια, με έναν φίλο, κάπου στην Galicia (ή μήπως ήταν στην Vojvodina; δε θυμάμαι πια…), και ενώ προσπαθούμε να αποφασίσουμε ποιο δρόμο πρέπει να πάρουμε, μου έρχονται στο μυαλό κάτι στίχοι τού Allen Ginsberg, από το ποίημα Ένα σουπερμάρκετ στην Καλιφόρνια. Παραθέτω από μνήμης:
Για πού το βάλαμε, Walt Whitman;
Οι πόρτες κλείνουν σε μια ώρα
Κατά πού δείχνει η γενειάδα σου απόψε;
Τον κοιτάω. “Για πού το βάλαμε, Walt Whitman;”
Τότε δεν το ξέρουμε ακόμα, αλλά έχουμε μέλλον…
Δέκα χρόνια μετά, έχοντας πλέον περπατήσει μαζί τις μισές μεγαλουπόλεις τής Ευρώπης – Πόρτο, Λισσαβώνα, Μαδρίτη, Σκόπια, Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Βιέννη, Ζάγκρεμπ, Κωνσταντινούπολη, Μπέλφαστ, Δουβλίνο, Γλασκώβη, Εδιμβούργο, Παρίσι, Βενετία, Φλωρεντία – και πίνοντας ουίσκι και Campari-Sprite μπροστά από το Κολοσσαίο, έχοντας μόλις τελειώσει με τη Ρώμη, τρεις τα ξημερώματα, θα συμφωνήσουμε ότι δέκα χρόνια είναι αρκετά, ότι τέλος με τις πόλεις, ότι αν συνεχίσουμε έτσι θα γίνουμε γραφικοί…
Θα αρχίσουμε να κάνουμε άλλα σχέδια…
* * *
Ονειρεύομαι τη Μογγολία, την παγωμένη ακινησία γύρω από τη λίμνη Βαϊκάλη… Ονειρεύομαι την Ιαπωνία – σταγόνες πρωινής δροσιάς πάνω στα χρυσάνθεμα, νοήμονα τραίνα γλιστρούν αθόρυβα στις σιδηροτροχιές τους με 350 χιλιόμετρα την ώρα…
Μερικές φορές, ονειρεύομαι την Αθήνα…
* * *
Παρασκευή βράδυ, σε μια ιρλανδική pub στις Βρυξέλλες, παρέα με έναν Πορτογάλο ιπτάμενο και δυο Αμερικανούς πεζοναύτες, θα την πέσουμε στις τέσσερις Σουηδέζες που κάθονται δίπλα μας. Η μία από αυτές θα αποδειχθεί μισή Ελληνίδα – Έλληνας πατέρας, άψογα ελληνικά…
Ήταν με διαφορά η πιο όμορφη…
Την επόμενη μέρα θα χάσω το αεροπλάνο. Και είναι Μεγάλο Σάββατο… Ανάσταση στην Grand Place των Βρυξελλών, με Το Ψηλό Παράθυρο του Raymond Chandler παραμάσχαλα…
Όταν θα καταφέρω τελικά να προσγειωθώ στο Ελληνικό, απόγευμα Κυριακής τού Πάσχα, θα πάρω τηλέφωνο σπίτι… “Έλα μάνα… ναι, κοίτα… έγινε ένα μπέρδεμα και… προσγειώθηκα στη Λιβύη…!”
Και, να με πάρει ο διάολος να με πάρει, για τέσσερα-πέντε γαμημένα δευτερόλεπτα με πιστεύει…
(Φωτογραφίες εδώ)
Η άλλη εκδοχή τής Κόλασης (Πυρακτωμένα Μάτια)
31 Οκτωβρίου , 2009
Ε λοιπόν, τόσο άνετα, δεν νομίζω ότι έχω αισθανθεί πουθενά αλλού… Εντάξει, και στην Αυστραλία ήταν κάπως έτσι, αλλά κάτι η αντικαπνιστική υστερία, κάτι οι κλασικοί στις αγγλοσαξονικές χώρες περιορισμοί στο αλκοόλ… Εδώ είμαι σαν στο σπίτι μου, πραγματικά… Παρά το jet lag, που με τσάκισε για μια εβδομάδα σχεδόν – κοιμόμουν 5-6 το πρωί και ξυπνούσα στις 2 –, παρά το ότι σχεδόν κανείς έξω από τα ξενοδοχεία δεν μιλάει αγγλικά, παρά τις εντελώς ανοίκειες εικόνες και συνήθειες των ανθρώπων, παρά το ότι, για πρώτη φορά, έχασα τη βαλίτσα μου και έπρεπε να πάω να την πάρω την επόμενη μέρα, μιάμιση ώρα δρόμο από δω, και ήμουν με τα ίδια ρούχα από την Πέμπτη το μεσημέρι ως το βράδυ τού Σαββάτου…
Welcome to Yangshuo…

Το Yangshuo από ψηλά (φωτογραφία από τη Wikipedia)
Εκ των υστέρων, και χωρίς -φυσικά!- να το έχω σχεδιάσει, αντιλαμβάνομαι ότι προσγειώθηκα όχι μόνο στο φιλέτο ίσως ολόκληρης της Κίνας, αλλά και στην πιο κατάλληλη εποχή… Καλοκαιράκι ευχάριστο, κάτι σαν μέσα Μαΐου στην Ελλάδα, πριν πιάσουν οι μεγάλες ζέστες…
Όχι άσχημα, για βλάχο ευρωπαίο ερημοναύτη…
. . .
Welcome to Yangshuo, μια πόλη γεμάτη τουρίστες, αλλοδαπούς αλλά και Κινέζους, όπου οι άνθρωποι έρχονται, παραιτούμενοι πολλές φορές από τις δουλειές τους, για να μάθουν -ή να διδάξουν- αγγλικά.
Φτάνω στη ρεσεψιόν τού κολλεγίου όπου πρόκειται να “διδάξω”… Συναντάω τον Joe, από το Maryland, που είναι εδώ 15 μήνες, αρραβωνιάστηκε με μια Κινέζα και είναι τώρα στη διαδικασία έκδοσης πράσινης κάρτας, ώστε να γυρίσουν μαζί πίσω και να παντρευτούν…
“Πριν”, μου λέει, “ήμουν διαχειριστής δικτύων”…
Την πρώτη φορά που, ενώ έτρωγα, με πλησίασε μια πιτσιρίκα και ρώτησε αν μπορούσε να καθήσει, το μυαλό μου πήγε φυσικά στο πονηρό… Αλλά δεν ήταν έτσι, θα ανακαλύψω γρήγορα ότι είναι πολύ συνηθισμένο εδώ να πλησιάζουν ξένους και να πιάνουν κουβέντα για να βελτιώσουν τα αγγλικά τους…
Η κοπέλα μού λέει ότι το αγγλικό της όνομα είναι Carol…
“Πώς σου φαίνεται;”, με ρωτάει, όλο αγωνία να ακούσει τη γνώμη μου…
Όλοι, όλοι, όταν αρχίζουν να μαθαίνουν αγγλικά, το πρώτο πράγμα που κάνουν, μετά από προτροπή τού δασκάλου τους, είναι να διαλέξουν ένα αγγλικό όνομα… Οι γονείς τής Carol την έχουν ήδη γράψει σε ένα κοινοτικό κολλέγιο στην Καλιφόρνια, κάπου στο San Francisco, και είναι μάλλον αγχωμένη…
“Δεν θα έχεις πρόβλημα… Το San Francisco έχει ίσως τη μεγαλύτερη Chinatown στον κόσμο!”
Δεν το ξέρει, δείχνει να εκπλήσσεται. “Έχεις πάει;”
Ναι, έχω πάει, αλλά, κατά έναν περίεργο τρόπο, δεν επισκέφθηκα την Chinatown…
Κάποια στιγμή κοιτάει το ρολόι της, “α, πήγε 11, πρέπει να γυρίσω σπίτι”…
“Καληνύχτα… και καλή τύχη στην Καλιφόρνια!”
Κάθομαι εκεί και τη βλέπω να απομακρύνεται, μια δροσερή, εικοσάχρονη Κινεζούλα, έτοιμη να φύγει για την Καλιφόρνια… και παρόλο που ξέρω τι την περιμένει και πόσες φορές θα νοσταλγήσει το σπίτι της και θα κλάψει και θα ευχηθεί να ήταν εκεί και να μην είχε φύγει ποτέ, χαμογελάω, τη χαίρομαι και ξέρω ότι θα τα καταφέρει και θα είναι μια χαρά…
Την επόμενη την έλεγαν Doris, και ήταν από την Taiwan…
Δεν την έλεγαν πάντα Doris, μου εξηγεί, αρχικά είχε διαλέξει το Daphen, αλλά το άλλαξε.
Της διηγούμαι τον μύθο τής Δάφνης και του Απόλλωνα. Εντυπωσιάζεται.
Και ενώ καθόμαστε και μιλάμε περί ανέμων και υδάτων, και προσπαθώ να της μάθω μερικές νέες λέξεις (“Wow, you are a very good teacher!” – “No, I am not even a teacher, let alone a good teacher…”), η συζήτηση έρχεται στην οικογένεια, στους γονείς της…
… και μαθαίνω κάτι απίστευτα πράγματα…
Όλοι οι άντρες, στην Taiwan, εκτός από τη σύζυγο, έχουν και τουλάχιστον δύο, μερικές φορές τρεις, επίσημες ερωμένες… Συνήθως δεν κάνουν παιδιά μαζί τους, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις… Γι’ αυτό οι νέες γυναίκες σήμερα, σαν την Doris, δεν θέλουν να παντρευτούν…
“ΟΚ”, λέω, “αλλά μπορείς πάντα να παντρευτείς άντρα από την ηπειρωτική Κίνα. Αυτή η κατάσταση, με τις επίσημες ερωμένες, δεν συμβαίνει εδώ, απ’ όσο ξέρω.”
“Δεν συμβαίνει, ναι, αλλά επειδή γενικά είμαστε πολύ πλουσιότεροι από τους Κινέζους τής ενδοχώρας, τέτοιοι γάμοι δεν είναι κοινωνικά αποδεκτοί και συνήθως δεν γίνονται.”
Μέχρι εδώ την παλεύω… ΟΚ, η Taiwan δεν είναι μουσουλμανική χώρα, αλλά γίνονται αυτά…
Αλλά μετά μου ρίχνει την τελική μπόμπα:
“Ξέρεις”, λέει, “όταν μια από αυτές τις ερωμένες τσακώνεται με τον πατέρα μου…”
Η κοπέλα πλέον μιλάει από εμπειρία, όχι θεωρητικά…
“… παίρνει τηλέφωνο… τη μάνα μου… και κάνουν όλες κόμμα, εναντίον του πατέρα μου…!”
Ναι…
Τρεις ή τέσσερις γυναίκες… γυναίκες σου… κόμμα… εναντίον σου…
… μπορώ να επιλέξω την άλλη εκδοχή τής Κόλασης; Εκείνη που γράφει απ’ έξω Αμμοθύελλα, Ιούνιος στο Oum Dreyga…;
…please…?
* * *
Σταμάτησα στην Αθήνα, είδα μερικούς ανθρώπους… Παρασκευή βράδυ, στο Μύλο, και εκτός από τους συνήθεις υπόπτους, που έτσι κι αλλιώς είναι θαμώνες τού κέντρου, έσκασαν και άλλοι καλοί φίλοι, αναπάντεχα, άνθρωποι που κατέβηκαν επί τούτου από το Γέρακα, από την Αργυρούπολη, με έγκυους γυναίκες, ζογκλερικά τής τελευταίας στιγμής με γονείς και πεθερικά για να κρατήσουν τα παιδιά…
Γενικά, αμηχανία… Στην Αθήνα, στην Κόρινθο…
Κάποια στιγμή πέρασα από το ΓΕΑ, είδα τον παλιό μου διευθυντή… Κάτσαμε κανά εικοσάλεπτο τουλάχιστον, τα είπαμε, του περιέγραψα την κατάσταση και την καθημερινότητα κάτω, μου είπε να βρω έναν Μαροκινό συμμαθητή του από μια εκπαίδευση στην Αμερική, ο οποίος τώρα πρέπει να είναι στρατηγός…
Σηκώνομαι να φύγω, χειραψία…
Αρχίζω να κάνω βήματα προς τα πίσω, ενώ μιλάμε ακόμα… Έχω φτάσει σχεδόν στην πόρτα…
“Ρε συ Χρήστο… να σε ρωτήσω κάτι;”
“Παρακαλώ.”
“Τι κάνεις εκεί κάτω…”
Για καναδυό δευτερόλεπτα δεν καταλαβαίνω… Τόση ώρα τα λέγαμε, με λεπτομέρειες…
Αλλά μετά συνεχίζει:
“… εσύ, επιστήμονας άνθρωπος;”
Ναι…
Τίποτα ιδιαίτερο… Διοικώ ένα φυλάκιο, στη μέση τής ερήμου, με καμιά τριανταριά ανθρώπους, 11 αυτοκίνητα, ελικοδρόμιο, ελικόπτερο, διάδρομο προσγείωσης, τρεις γεννήτριες από τις οποίες εξαρτώμαστε πλήρως, δορυφορικό σταθμό επικοινωνιών και αναμεταδότη VHF… Βγαίνουμε περιπολίες, εδάφους και αέρος, έχουμε μια περιοχή ευθύνης 380 χιλιόμετρα, μερικά από αυτά ναρκοθετημένα, κατά μήκος τού berm, του τεράστιου οχυρωματικού έργου που έχτισαν οι Μαροκινοί για να απωθήσουν τους αντάρτες τού POLISARIO… Έχουμε 161 μονάδες τού μαροκινού στρατού, τις οποίες πρέπει να επισκεπτόμαστε τουλάχιστον μια φορά το μήνα…
… τρεις φορές το μήνα, έχω προγραμματισμένες συναντήσεις με τους ισάριθμους διοικητές υποτομέων τού μαροκινού στρατού στην περιοχή ευθύνης μου, ταξιάρχους ή υποστράτηγους, συναντήσεις στις οποίες εκπροσωπώ τα Ηνωμένα Έθνη…
… μερικές φορές, ενώ οδηγώ, το σετ ρεζέρβα-φτυάρι-μεταλλικές σχάρες στο πίσω μέρος τού αυτοκινήτου λύνεται, και πρέπει να το ξαναμοντάρω, γιατί, μεταξύ άλλων, κάνει και πολύ θόρυβο…

Ευτυχία είναι: να δουλεύεις, ενώ οι κολλητοί σου ποζάρουν...
… καμιά φορά, αν οι περιστάσεις το απαιτούν, ροκάρω…

… και τώρα που θα γυρίσω, θα με περιμένει στο γραφείο μου το σχέδιο εκκένωσης έκτακτης ανάγκης, για αναθεώρηση…
… υποθέτω, δηλαδή, ότι ένας επιστήμονας θα βαριόταν…
… αλλά κανένας δεν μου είπε ποτέ “α, είσαι από αεροπορία, άρα δεν είσαι κατάλληλος για αυτό”, ή “α, είσαι μηχανικός, άρα δεν κάνεις για εκείνο”, και από την αρχή, ανάμεσα σε ανθρώπους από 29 χώρες και τέσσερις ηπείρους, και χωρίς κανείς να με ξέρει κι από χτες, αντιμετωπίστηκα ως επιχειρησιακός αξιωματικός, επί ίσοις όροις, ανάλογα με τον βαθμό μου και μόνο…
Αυτά…

Την άλλη μέρα, στο μπαλκόνι μου, με βλέπει η γειτόνισσα, πού είσαι, χάθηκες, ναι, αυτό κι αυτό, α, όλα καλά; όλα καλά…
Ρωτάω, από ευγένεια, τι κάνει η οικογένεια, ο γιος της – τον οποίον, ή δεν έχω συναντήσει ή δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει…
“Πήρε καινούριο αυτοκίνητο!”, μου λέει όλο καμάρι. “Το είδες;”
Χμμ… όχι… θα έπρεπε;
“Ναι”, συνεχίζει στο ίδιο στυλ, “μια μερσεντές σπορ!”
ΟΚ…
Και μετά, αμέσως, συνοφρυώνεται:
“Αλλά δεν του αρέσει… Θέλει να το αλλάξει…”
Ναι…
Ζητάω συγγνώμη, αλλά έχω κάτι δουλειές…
. . .
Δυο βράδυα πριν φύγω, παίρνω ένα email από Βαρκελώνη… “Στοίχημα ότι είσαι ήδη στην Κίνα, και απολαμβάνεις το τοπίο και το καλό φαγητό και τον εξαιρετικό καιρό…”
Πατάω reply… Αρχίζω να χτυπάω τα πλήκτρα…
“Ακόμα στην Αθήνα… Τα σκάτωσα με τη βίζα και έπρεπε να καθυστερήσω την αναχώρησή μου… Πετάω την Πέμπτη…
… εδώ νιώθω σαν φάντασμα με πυρακτωμένα μάτια…”
(Αλλά μετά ήρθε ένα υπέροχο βράδυ στο Low Profile, και πιο πριν, την ίδια μέρα, απόγευμα στην Ευελπίδων, μεζέδες και κρασί με έναν αγαπημένο αδερφό από τα παλιά… και το καινούριο του γραφείο, στα στενά τής Κυψέλης…
Τα στενά τής Κυψέλης… Τι μαγεία…!)

Ποταμός Li
“Υποδιοικητής στη Ζαχάρω”
15 Οκτωβρίου , 2009
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήταν γραφτό να το χάσω εκείνο το αεροπλάνο… Δεν ήταν μόνο που η ανταπόκριση ήταν ήδη σφιχτή και έπρεπε να πάω από το terminal F στο D… Προσγειωθήκαμε με καθυστέρηση, και στον έλεγχο ασφαλείας μού ζητούν (ξανά…) να βγάλω τα παπούτσια. Μέχρι τότε το πάλευα…
Ξαναβάζω τα παπούτσια, έτοιμος να ξεχυθώ σαν τον άνεμο – η θύρα επιβίβασης δίπλα –, πάω να πάρω το σακίδιο…
«Δικό σας είναι αυτό;»
«Ναι»
«Έχετε ένα μαχαίρι μέσα…!»
Ω, σκατά, σκατά…
Ο ελβετικός σουγιάς, που μου είχαν κάνει δώρο από το γραφείο, πριν φύγω, και μέχρι τότε είχα πάντα, πάντα στην τσέπη της στολής και πουθενά αλλού…
«Δύο επιλογές έχετε: ή ξαναβγαίνετε και τσεκάρετε το σακίδιο ως αποσκευή…»
«Δεν προλαβαίνω φίλε, θα χάσω την πτήση μου…»
«… ή θα καταστραφεί.»
Ανοίγω το σακίδιο, ψάχνω το σουγιά…
… και δεν τον βρίσκω…
… και ξαναψάχνω, και ξανά δεν τον βρίσκω, και αδειάζω σχεδόν όλο το σακίδιο, και επιτέλους, τον βρίσκω, του τον δίνω…
Αν δει κανείς την κυρία Βίνα, στο παλιό μου γραφείο στο ΓΕΑ, ας της πει ότι λυπάμαι…
Όταν έφτασα στη θύρα επιβίβασης, με λυτά κορδόνια, ήταν αργά…
Επόμενη πτήση σε έξι ώρες…
Βγαίνω έξω, ανάβω τσιγάρο… Ήλιος, χαρά θεού…
Παρίσι…
Έχω μια περίεργη, ιδιαίτερη σχέση με το Παρίσι… Έχω έρθει αρκετές φορές για δουλειά, με υπέροχους ανθρώπους, κι έχω περάσει υπέροχα… Αλλά έχω μείνει και τέσσερις μήνες, και ήταν ζόρικα, αρκετά ζόρικα – δουλειά, να μας κοιτάει όλη η αεροπορία, η μοίρα 25 νέων μαχητικών αεροσκαφών στις πλάτες μας, με τον “Ρίνο” (από το brotherino) Γιάννη Κ., κι από πάνω διάρρηξη αυτοκινήτου, διάρρηξη δωματίου και ένας αναπάντεχος χωρισμός που τότε με τσάκισε…
Παρίσι, χαρά θεού…
Πέντε ώρες…
Τι διάολο…
RER B, και μια ώρα μετά είμαι στο Saint Michel…
Όμορφη μέρα, κόσμος με παλτά και κασκόλ και ένας με κοντομάνικο… Καφές, τσιγάρο, στη γέφυρα, πάνω από τον Σηκουάνα, η έρημος πια πίσω μου, και κείνη η παλιά δόνηση, θαμμένη μήνες τώρα μέσα μου, αρχίζει να ξυπνάει, και χτίζεται, και ξεχειλίζει…
Στέκομαι πάνω από το ποτάμι.
Ουρλιάζω.
“COME ON, BABY!!!!!!!!!!!!!”
I ‘m comin’ home…
Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να γίνει… Πρέπει να φάω, και πρέπει να σκουντήσω κατά λάθος έναν τύπο που ήταν δίπλα μου, και πρέπει, φυσικά, να του ζητήσω συγγνώμη, και να τον ρωτήσω αν είναι Ιρλανδός, γιατί μοιάζει, και αυτός πρέπει να μου πει ότι είναι Αυστραλός, κι εγώ πρέπει να του πω ότι έχω πάει τρεις φορές, και ότι έχω θείο στη Μελβούρνη, στο Doncaster…
Γελάει. «Κι εγώ στο Doncaster μένω.»
«27 Bordeaux», λέω. «Αν βρεθείς στη γειτονιά, πρέπει να του χτυπήσεις το κουδούνι, και να του πεις ότι συνάντησες τον συνονόματο ανηψιό του, στο Παρίσι, καθώς γύριζε από τη Δυτική Σαχάρα στην Αθήνα…»
«Deal!»
… ΟΚ, νομίζω τελειώσαμε με τα πρέπει…
…can I go home, now…
… please?
…
Όταν προσγειώνομαι στο Βενιζέλο, με παραλαμβάνει η συμμορία… Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο να με πάνε σπίτι… Αλλά κάτι δεν πάει καλά…
«Σάκη, ανησυχώ… Δεν βλέπω GPS… Πού πάμε χωρίς GPS;»
Και, Σάκη φίλε μου, ελπίζω να έχεις φτυάρι πίσω…
… μην κολλήσουμε πουθενά, τώρα…
Μετά από 28 ώρες στο δρόμο, φτάνω σπίτι… αγκαλιές, φιλιά… πλακωνόμαστε με τον πατέρα μου στα Jameson, μέχρι τις τρεισήμισι τα ξημερώματα…
Σήμερα το πρωί κομμάτια…
Τηλέφωνο…
* * *
Λίγες μέρες πριν, κάποιος μού είχε ζητήσει ένα βιογραφικό…
Το τηλεφώνημα ήταν περί αυτού…
* * *
Μου αφηγούνται τη σκηνή…
Ο κάποιος έχει πάει σ’ ένα γραφείο, και δίνει τον φάκελο με το βιογραφικό μου κι ένα γράμμα μου στην γραμματέα…
«Α, ξέχασα», της λέει… «Γράψε απ’ έξω Υποδιοικητής στη Σαχάρα»
Η κοπέλα γράφει, Υποδιοικητής στη Ζαχάρω…
«Τι έγραψες εκεί;;;;;;»
«Τι έγραψα…»
«Όχι στη Ζαχάρω κορίτσι μου, στη Σαχάρα!»
«… ποια Σαχάρα;»
«Στη Σαχάρα… Υποδιοικητής στη Σαχάρα…»
«… δεν καταλαβαίνω…»
«Τι δεν καταλαβαίνεις;»
«… έχουμε… υποδιοικητές… στη Σαχάρα;;;»
Τώρα, τι διάολο λέμε τόση ώρα…

Εκτός προγράμματος: Παραλειπόμενα, της τελευταίας στιγμής, και η επιστροφή τού ασώτου
13 Οκτωβρίου , 2009
(ΟΚ, αυτό το κείμενο δεν ήταν στο πρόγραμμα. Αλλά…)
Λίγες ώρες μόνο πριν φύγω, και οι νάρκες συνεχίζουνε να σκάνε ακατάπαυστα…
Δυο ώρες πριν, έσκασε σκαναρισμένη διαταγή, με την υπογραφή του στρατηγού:
“Following the removal of Lt. Col. Waseem Ahmed Butt as TS Commander of Oum Drega, I have decided to appoint Maj. Christos Tsatsoulis from Greece be the Acting Team Site Commander of Oum Drega until further notice.” (η έμφαση και η διαφορά στην ορθογραφία τού Oum Dreyga δικές του)
Οπότε, σαν να μην μου έφταναν όλα τα άλλα, τελευταία στιγμή, βρέθηκα να δέχομαι πιέσεις για να ορίσω… τον υποδιοικητή μου!
Ο κόσμος έχει τρελαθεί…
…
Κράτησα την υπόσχεσή μου στον στρατηγό: δεν είπα τίποτα. Αλλά σήμερα, στο briefing, πριν σκάσει το έγγραφο, τους προετοίμασα, δήθεν και καλά ότι “εκτιμώ” και “η ατμόσφαιρα όταν πήγα στο αρχηγείο” και τέτοιες μαλακίες… Και στάθηκα μπροστά τους, και τους ευχαρίστησα για την βοήθεια και την υποστήριξή τους αυτόν τον τελευταίο, δύσκολο μήνα, και…
«Αν γίνει καμιά τέτοια στραβή και μετακινήσουν τον Waseem, ο άνθρωπος θα χρειαστεί υποστήριξη… Και είναι μακριά από την πατρίδα του, μακριά από τους δικούς του και τους φίλους του, όπως όλοι μας… Εγώ, καλώς ή κακώς, θα λείπω… Οπότε οι μόνοι άνθρωποι που μπορούν να τον υποστηρίξουν, οι μόνοι που μπορούν να βοηθήσουν τον διοικητή μας να μην νιώσει αποτυχημένος λόγω ενός ατυχήματος που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας, είστε εσείς… Φυσικά, είστε μεγάλα παιδιά, είστε ανώτεροι αξιωματικοί… Δεν χρειάζεστε κανέναν να σας πει τι θα κάνετε, και πολύ λιγότερο εμένα… Δεν σας μιλάω τώρα ως υποδιοικητής, ή ως διοικητεύων… Σας μιλάω σαν συνάδελφος… Σας μιλάω, και είμαι πολύ προσεκτικός όταν χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη, σαν φίλος…»
…
Μίλησα με τον υπασπιστή του επιτελάρχη… Τρία σενάρια: 1) Με κάνουν διοικητή 2) Ξαναπάμε σε αξιολόγηση (peer review), μεταξύ όλων των αξιωματικών βαθμού ταγματάρχη ή αντίστοιχων 3) Φέρνουν άλλον, από αλλού…
Αλλά ανάθεμα κι αν ξέρουν… δεν συμβαίνει και συχνά…
Το πιο απίθανο σενάριο είναι μάλλον το τρίτο… Όσο ήμουν στο αρχηγείο, και με το στρατηγό και με τον επιτελάρχη, προσπάθησα να τον υπερασπιστώ τον Waseem… Και είπα στον στρατηγό ότι δεν είναι δίκαιο, ότι εμένα, αν μετά την πιστοποίησή μου στο Oum Dreyga με έπαιρναν και μού έλεγαν να πάω ουρανοκατέβατος διοικητής στο Mijek ή όπου αλλού, δεν θα αισθανόμουν καθόλου ωραία…
Ο στρατηγός δεν έχει τη φήμη ότι παραδέχεται πράγματα… Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια… Αυτό, πάντως, το παραδέχτηκε…
Και μπορεί να ήταν ιδέα μου, αλλά δεν τον άκουσα άνετο τον υπασπιστή με το δεύτερο σενάριο… Ήταν, πάντως, αυτό που ζήτησα από τον στρατηγό…
* * *
Υπάρχει ένα κομμάτι που, για λόγους συνοχής και ενότητας κυρίως, αλλά όχι μόνο, έμεινε έξω από το προηγούμενο κείμενο…
Πήγαινε κάπως έτσι:
“Ξέρεις, σε λίγες μέρες θα προσγειωθώ στην Αθήνα… υποτίθεται ότι θα ‘πρεπε να ανυπομονώ…
Αλλά φοβάμαι ρε φίλε…
Φοβάμαι ότι θα με περιμένουν κάποιοι στο αεροδρόμιο, και θα βγω, αλλά δεν θα με αναγνωρίσει κανείς, και θα προχωρήσω και θα σταθώ δίπλα τους, κοιτάζοντας κι εγώ τη θύρα των αφίξεων, και θα με περιμένω να εμφανιστώ, αλλά δεν πρόκειται να εμφανιστώ, και μετά θα πρέπει να κάνω μεταβολή, να πάω προς την έξοδο, και να εξαφανιστώ…
Φοβάμαι όλους αυτούς που θα συναντήσω, όλους αυτούς που με περιμένουν, ή τουλάχιστον νομίζουν ότι με περιμένουν, και ότι θα πρέπει να αρχίσω να περιφέρομαι από δω κι απο κει, κινητό αξιοθέατο, ουάου, ήρθες στ’ αλήθεια απ’ την έρημο; και θα θέλουν όλοι να ακούσουν εμπειρίες, και ιστορίες, και διηγήσεις, κι εγώ ρε φίλε θα κάθομαι εκεί, σε μπαρ, σε σπίτια, σε καφέ, και δεν θα έχω να τους πω τίποτα…
Απολύτως τίποτα…”
…
Προσγειώνομαι Αθήνα Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου, 16:50, με Air France από Παρίσι…
Παρασκευή βράδυ, μετά τις εννιά, λέω να μαζευτούμε Μύλο – όσοι πιστοί…
Δευτέρα 19 πετάω για νότια Κίνα…
…
… ή, τουλάχιστον, αυτό είναι το σχέδιο…
… γιατί σήμερα μόλις, ανακάλυψα ότι η Zetti πετάει κι αυτή, με άδεια, παίρνει την επόμενη πτήση από μένα, για Καζαμπλάνκα, και μάλλον θα βρεθούμε εκεί για κανά δυο ώρες, πριν πάρω εγώ το αεροπλάνο για το Παρίσι και εκείνη για τη Βαρκελώνη…
… και δεν ξέρω τι ακριβώς θα κάνει στη Βαρκελώνη, ή ποιον θα συναντήσει… αλλά ελπίζω, πραγματικά, να έχει να συναντήσει κάποιον ή κάποιαν… ελπίζω, πραγματικά, να μην μου πει καμιά μαλακία του τύπου «όχι, απλώς θα πάω μόνη μου…»…
…
Η όλη φάση με τη Zetti ήταν ακριβώς, και μόνο, αυτό: μια φάση, αναπάντεχη αλλά ευπρόσδεκτη, η οποία σε συνδυασμό με εκείνο το εντελώς περίεργο αίσθημα του να βρίσκομαι ξανά στο Laayoune, δηλαδή στο σημείο εισόδου μου σε αυτή την ιστορία, έξι μήνες μετά, έβγαλε σπίθες…
Όταν εγώ θα γυρίσω, μέσα Νοεμβρίου, η θητεία της εδώ λήγει, και θα επιστρέψει στη Μαλαισία…
… και στον άντρα της…
Είχαμε τη στιγμή μας, πάντως… Όταν εγώ έβγαλα το χιτώνιο, και εκείνη ήρθε και χάιδεψε το γυμνό μου ώμο…
… πριν μου καρφώσει δυο εμβόλια…!
Σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχω κάθε δικαίωμα να θεωρώ τη στιγμή άκρως ερωτική…
Και, για την ιστορία, ναι, πόνεσα…
«Ξέρεις, Santiago…»
12 Οκτωβρίου , 2009

«Well, mofo…»
«Ξέρεις… δεν περίμενα ποτέ ότι εγώ θα σου έδινα το Certificate of Appreciation.»
«Εδώ όλα είναι δυνατά…»
«Ναι… μάλλον…»
«Να προσέχεις, φίλε μου…»
«I will… you too…»
Και μετά, ρε μπαγάσα, έφυγες… Έτσι απλά. Το ελικόπτερο πέρασε πάνω από το φυλάκιο την ώρα που υπέγραφα την ημερήσια αναφορά επιχειρήσεων, έκανε έναν κύκλο, και μετά εξαφανίστηκε, προς τη Δύση…
Και βρέθηκα στη θέση σου…
You, mofo…
Ξέρεις, Santiago… όλοι ήμασταν σίγουροι ότι, όταν έφευγε ο Enam, θα γινόσουν ο επόμενος διοικητής. Ήσουν ο φυσικός αρχηγός σε αυτό το μέρος… Όλοι σε σέβονταν, και δεν άκουσα ποτέ κανέναν να λέει ότι είχε οποιοδήποτε πρόβλημα μαζί σου… Και θυμάμαι πώς χαλάρωσαν κάποιες εντάσεις, όταν έφυγε ο Naves και ανέλαβες αξιωματικός επιχειρήσεων… Είχε αντιπάθειες ο Βραζιλιάνος, και δεν ήταν περίεργο – τον θυμάσαι, τυπικός πεζικάριος, τελείως άκαμπτος… Τον φαντάζομαι, μερικές φορές, να ψάχνει στο ερμηνευτικό λεξικό τη λέξη ευελιξία…
Ξέρεις, όταν γύριζε από τη σύσκεψη επιχειρήσεων, στο αρχηγείο, σταμάτησε εδώ…
* * *
Τέλη Ιουλίου. Απόγευμα.
55 βαθμοί. Καυτός άνεμος.
Το κλιματιστικό στο δωμάτιο χαλασμένο.
Κοιμάμαι στον καναπέ, στο club του φυλακίου.
Κάπου μέσα στον ύπνο μου, μια πόρτα ανοίγει.
Κάποιος θα μπήκε να πάρει νερό από το ψυγείο. Ή ο Alex, που κοιμάται κι αυτός εδώ τα μεσημέρια.
Δεν ακούω το ψυγείο να ανοίγει. Αλλά κάποιος ξεροβήχει.
Προσπαθώ να ξανακοιμηθώ. Δεν ενοχλώ κανέναν…
Ο κάποιος ξεροβήχει ξανά.
Ανοίγω τα μάτια. Σηκώνω το κεφάλι…
Ο απολυτότερος πεζικάριος ολόκληρης της Νότιας Αμερικής στέκεται από πάνω μου – Captain Naves himself…
Σηκώνομαι νυσταγμένος. Τρίβω τα μάτια μου…
Ο Naves είναι ακόμα εκεί.
«Ήμουν σίγουρος ότι αυτός ο γαμημένος άνεμος από τις πύλες της κολάσεως δεν επρόκειτο να φέρει τίποτα καλό…»
«Hey, man, κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω!!!»
Τεράστιο χαμόγελο και αρχές φαλάκρας. Κακός συνδυασμός για τα μάτια, εδώ…
Βγαίνουμε έξω. Καθόμαστε στο σκαλοπάτι. Ανάβω τσιγάρο.
«Man, έφυγα και τα διαλύσατε όλα σε αυτό το μέρος. Μου έλεγε ο Santiago πώς ακυρώσατε περιπολία με διανυκτέρευση…»
Δεν έχω ξυπνήσει ακόμα. Και δεν έχω καφέ… Και δεν μ’ αρέσει να καπνίζω χωρίς καφέ…
«Ναι, ο καιρός ήταν γάμησέ τα…»
«Ο καιρός, ο καιρός… Man, δεν ασχολούμαστε με τον καιρό! Ασχολούμαστε μόνο με την αποστολή!»
Τι πληρώνω, άραγε;
«Σου είπε ο Santiago ποιος ήταν επικεφαλής;»
«Όχι. Ποιος ήταν;»
«Εγώ.»
Κοιτάει μπροστά. Γελάει.
«Man, αισθάνομαι άσχημα… Δεν σε εκπαίδευσα σωστά!»
Τον πιάνω κεφαλοκλείδωμα και τον βάζω κάτω. Τον πιάνω κεφαλοκλείδωμα, τον βάζω κάτω και αρχίζω να τον χτυπάω. Τον πιάνω κεφαλοκλείδωμα, τον βάζω κάτω, αρχίζω να τον χτυπάω, φωνάζω τους άλλους και τον πετάμε στο βόθρο. Τον πιάνω κεφαλοκλείδωμα, τον βάζω κάτω, αρχίζω να τον χτυπάω, φωνάζω τους άλλους, τον πετάμε στο βόθρο και από πάνω ρίχνω μια χειροβομβίδα. Yeah!
Δεν κάνω τίποτα. Απαντάω όπως ο τύπος στο γνωστό ανέκδοτο, έπειτα από δώδεκα χρόνια επίπονων σπουδών στην ετοιμολογία:
«Fuck you, Brazilian…»
Νομίζω έφευγες.
.* * *
Έτσι που λες, φίλε, και όταν μας αξιολόγησαν οι συνάδελφοι, τον Ιούλιο, και βρέθηκες πρώτος, δεν υπήρξε καμία έκπληξη…
Το περίεργο, και αυτό που, ρε φίλε, δεν μπορώ να καταλάβω μέχρι σήμερα, είναι πώς εγώ βρέθηκα δεύτερος, πίσω σου, με μικρή διαφορά…
Αυτό, ρε Santiago, δεν μπορώ να το καταλάβω… Εσύ, εκτός από γαμώ τα παιδιά, είσαι και πεζοναύτης, έχεις κάνει στο Ιράκ, έχεις εμπειρία… Η δική μου προϋπηρεσία ήταν με laptop, παρεμβολές ραντάρ και φύλλα ενημέρωσης-εισηγήσεων… Και ξέρεις, δεν με πιστεύει κανείς, αλλά είμαι αγοραφοβικός, είμαι σχεδόν αντικοινωνικός… Το μόνο που ήθελα ήταν να βγαίνω στην έρημο, να κάνω τις περιπολίες μου, και μετά να την αράζω και να το ρίχνω στο διάβασμα… Ξέρεις, έχω φέρει τρία χαρτόκουτα με βιβλία από την Ελλάδα, και σήμερα, έξι μήνες απ’ όταν ήρθα, παλεύω ακόμα να τελειώσω το δεύτερο…
…όχι, όχι το δεύτερο χαρτόκουτο, το δεύτερο βιβλίο…
Τέλος πάντων, δεν έγινες διοικητής, έφεραν τον Waseem, φυτευτό, αντισυνταγματάρχη – καλό παιδί, συνεχώς χαμογελαστός, ευγενικός, καλός επαγγελματίας, και εσύ έγινες υποδιοικητής και θα ζούσατε όλοι καλά και εγώ καλύτερα… Το όνομά μου ήταν ήδη στη λίστα μεταθέσεων για τον Σεπτέμβριο – θα φύγω, φεύγω, έφυγα, Tifariti, σου ‘ρχομαι…
Ξέρεις, Santiago, τώρα που τα ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι ακούω εκείνη τη φωνή από ένα παλιό ελληνικό ανέκδοτο:
Πού πας ρε Καραμίχαλε…
Και άρχισαν φίλε να σκάνε οι νάρκες…
3 Σεπτεμβρίου έσκασε η δεύτερη… Είχε τη μορφή ενός σήματος, που έλεγε ότι από 15 Σεπτεμβρίου αναλαμβάνεις καθήκοντα στο γραφείο συνδέσμου που έχουμε στο Tindouf, της Αλγερίας…
* * *
«Καλά, τι mofo είσαι; Είχες κάνει αίτηση και δεν είπες τίποτα;»
«Δεν είχα κάνει αίτηση.»
«Άστα αυτά ρε… Και πώς σε πάνε εκεί;»
«Ιστορία…»
«Λέγε.»
«Δεν έκανα αίτηση γιατί δεν υπήρξε καμία προκήρυξη. Χρειάζονταν έναν ισπανόφωνο ανώτερο αξιωματικό, τώρα που φεύγει ο Rene…»
Τον έχω γνωρίσει τον Rene – ένας μεγαλόσωμος αντισυνταγματάρχης, από την Ονδούρα, με κεφάλι γλόμπο. Είχαμε πει μια καλημέρα και δυο κουβέντες στα όρθια, και μετά πλήρωσε τον καφέ μου…
«Είμαστε μόνο τέσσερις, όλοι οι υπόλοιποι είναι λοχαγοί. Οι δύο Παραγουανοί απορρίφθηκαν, γιατί δεν μίλαγαν αγγλικά. Σαν τον Carlos, θυμάσαι…»
Ναι, θυμάμαι… Φοβερός τύπος, και φιλαράκι, με ρίζες από ινδιάνους γουαρανί! Είχα προσπαθήσει, το είχα παλέψει, αλλά δεν έβγαινε τίποτα… αγγλικά μηδέν…

7 Ιουνίου 2009, ο Carlos Benitez στην τελευταία περιπολία του, στους λευκούς αμμόλοφους γύρω από το σημείο S14

5 Σεπτεμβρίου 2009, στους ίδιους αμμόλοφους, με τον τρελο-Slava, τον απίθανο Choe και τον πρώην μαθητή μου Moses
«Οπότε μέναμε εγώ και ο Αργεντινός διοικητής τής Tifariti…»
Ο Maximilian… Ωραίος τύπος κι αυτός, και δυο φορές κυανόκρανος στην Κύπρο… Έφτασε στο αρχηγείο λίγες μέρες μετά από μένα, και είχαμε μια μικρή επικάλυψη τότε, στις διαλέξεις και τις ενημερώσεις.
«… και ανάμεσα στο να μετακινήσουν έναν διοικητή και έναν υποδιοικητή, προτίμησαν ευλόγως το δεύτερο.»
Λογικό ακούγεται…
* * *
Λογικό-ξελογικό, φίλε, εμένα άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια…
Σκέφτηκα να πάω στον Waseem, να του εξηγήσω ότι δεν θέλω να μείνω εδώ, να του ζητήσω να μην με προτείνει για υποδιοικητή. Έχει ξαναγίνει, και τα ξέρεις καλύτερα – υπήρχε λόγος που καταλήξαμε με έναν τύπο σαν τον Enam διοικητή: όλοι οι σοβαροί άνθρωποι εδώ, τότε –εσύ ήσουν ακόμα εκπαιδευόμενος–, είχαν δηλώσει επισήμως ότι δεν επιθυμούσαν και προτιμούσαν να φύγουν: ο Jeno, o Heinz…
Και έφυγαν… και μας έπαιρναν τηλέφωνα από κει που πήγαν –o Jeno από το Agwanit, ο Heinz από το Mehares– και μας έλεγαν εδώ είναι παράδεισος… όχι σαν το γαμημένο το Oum Dreyga…
Και σκεφτόμουν να μιλήσω στον Waseem… Και το σκεφτόμουν, και το ξανασκεφτόμουν, αλλά μάλλον το παρασκεφτόμουν, γιατί, ενώ το σκεφτόμουν, ο Waseem, ένα βράδυ που τρώγαμε, μου λέει, αδιάφορα, ότι μόλις έστειλε τα ονόματα των υποψηφίων: το δικό μου και του Yaser.
Ξέρεις, ήξερα, κατά βάθος, από την αρχή, ότι δεν επρόκειτο να τον πιάσω και να του πω τίποτα… Δεν είναι το στυλ μου…
Αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία: ο Yaser!
Ναι!
Τα ξέρεις, φίλε… οι Αιγύπτιοι είναι μεγάλη δύναμη εδώ: 29 άτομα, η μεγαλύτερη συμμετοχή και σχεδόν το 13% του συνόλου. Και χώρες σαν την Αίγυπτο δεν είναι στο NATO, σαν εμάς ή τους Ιταλούς, και τέτοιες αποστολές είναι η μόνη δυνατότητα για το προσωπικό τους να “διακριθεί” εκτός χώρας, ότι διάολο κι αν σημαίνει αυτό…
Φίλε, τους έβλεπα καθαρά – όλα τα μεγάλα κεφάλια τους, συγκεντρωμένα στο αρχηγείο, τους άκουγα: «Καλά, έχουμε εκεί τον Yaser, το λιοντάρι τής Αιγύπτου, και θα αφήσουμε το μαλάκα τον Έλληνα να γίνει υποδιοικητής; ΠΟΤΕ!»
Ναι παιδιά, έτσι, ναι, ωραία το πάτε, μπράβο – και άρχισα να χτυπάω τον Yaser στον ώμο, και να φωνάζω – come on, you, yes, you, Lion of Egypt…!
Ξέρεις, Santiago, έχουμε δυο παροιμίες στην Ελλάδα… Η μία λέει κάτι για καρβέλια και πεινασμένους… Η άλλη για το ποιος σκάβει τους λάκκους και το ποιος, τελικά, πέφτει μέσα…
Είμαι σίγουρος ότι έχετε παρόμοιες και στο Ελ Σαλβαδόρ…
Ήταν 6 Σεπτεμβρίου, φίλε, μια ωραία, ηλιόλουστη, δροσερή –ίσως– Κυριακή, όταν έσκασε η τρίτη:
«Γνωρίζεται ότι ο εκτελών καθήκοντα Επιτελάρχη ενέκρινε την τοποθέτηση του Major Tsatsoulis Christos (GRE) ως νέου Υποδιοικητή στο Φυλάκιο Oum Dreyga από 15 Σεπ 09. Συγχαίρουμε τον εν λόγω UNMO και τον προτρέπουμε να εργαστεί επιμελώς για την επίτευξη των στόχων τού Φυλακίου. Όλο το προσωπικό τού Φυλακίου καλείται να συνεργαστεί μαζί του, όπως και με τον Διοικητή, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η επιτυχία τού Φυλακίου», και, επιτέλους, πόσες φορές θα πείτε τη λέξη φυλακίου…;
Για μια φορά στη ζωή μου, ρε φίλε, είδα την Αξιοκρατία, και της ζήτησα να κάνει τα στραβά μάτια εναντίον μου. Και ξέρεις τι μου απάντησε;
«Αποκλείεται… Εδώ βλέπω σαν γεράκι»…
Yeah, thanx for nothing… Bitch…
Αντίο Σπηλιές τής Tifariti, Βουνό τού Διαβόλου, Lajouad… Τώρα μάλλον δεν θα σας δω ποτέ…

Ωραία τα κατάφερα...

Το Βουνό του Διαβόλου, στο Lajouad, περιοχή ευθύνης τού Agwanit
* * *
Ανάσα δεν πρόλαβα να πάρω, φίλε… Ανάσα… Μέχρι να καταλάβω τι γίνεται, τρεις μέρες μετά, 9 Σεπτεμβρίου, έσκασε η τέταρτη…
Ο Waseem ήταν να φύγει με άδεια την Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου. Ήταν Τετάρτη. Είχαμε τουλάχιστον τέσσερις ολόκληρες μέρες να με ενημερώσει. Και εν τω μεταξύ Παρασκευή 11 θα επέστρεφες εσύ, θα ήσουν διοικητεύων μέχρι την Δευτέρα 14, οπότε είχα όλο τον καιρό να προετοιμαστώ, να ενημερωθώ και να αναλάβω ομαλά, από Τρίτη 15…
Ή έτσι νόμιζα, τουλάχιστον…
* * *
Κάνω ένα διάλειμμα, κάθομαι κάτω από τη σκιά του δέντρου που είναι στην πύλη και πίνω καφέ. Για μια ακόμα φορά, δεν ενοχλώ κανέναν…
Ο Waseem με βλέπει από μακριά και έρχεται προς το μέρος μου. Όπως πάντα, χαρούμενος, χαμογελαστός…
«Καλά, εδώ γίνεται ο χαμός, και ο υποδιοικητής πίνει καφέ;»
;;;
Κοιτάω γύρω. Όλα δείχνουν ήσυχα. Ο καιρός καλός. Η γεννήτρια δουλεύει.
«Ποιος χαμός ρε Waseem; Δεν βλέπω κανέναν χαμό…»
Σκύβει προς το μέρος μου, και με ένα τεράστιο χαμόγελο της Colgate, τη ρίχνει:
«Ήρθε σήμα. Φεύγω σε μια ώρα με το ελικόπτερο για να καταθέσω στις έρευνες για τη νάρκη!»
Κάπου μακριά, άρχισε να χτυπάει ένας συναγερμός. Αλλά δεν τον άκουσα. Δεν ήθελα να τον ακούσω. Ήθελα να μείνω εκεί, να τελειώσω τον καφέ μου, στη σκιά, κάτω από το δέντρο…
Δεν ζητούσα και πολλά, εδώ που τα λέμε…
«Α. Καλά… Ταλαιπωρία ακούγεται… Να πας, να γυρίσεις, και μετά να ξαναφύγεις…»
Ο Waseem ακουμπάει το χέρι του στον ώμο μου. Τώρα γελάει, όχι αστεία…
«Μα, όχι! Δεν θα γυρίσω. Θα φύγω από κει κατευθείαν για άδεια!»
Ω, Waseem, φίλε μου, αυτό είναι υπέροχο!
Δεν ταράζομαι. Ρουφάω μια τζούρα από το τσιγάρο μου. Πίνω μια γουλιά καφέ.
«Πες μου ότι μου κάνεις πλάκα…»
* * *
Έχεις δει το Μια τρελή, τρελή πτήση φίλε; Είναι μια σκηνή όπου αρχίζουν αναταράξεις, δυναμώνουν, μια φωτεινή επιγραφή DON’T PANIC αναβοσβήνει, οι αναταράξεις χειροτερεύουν, αποσκευές και επιβάτες πετούν από δω κι απο κει, η επιγραφή πάντα DON’T PANIC, η κατάσταση βγαίνει εκτός ελέγχου, οι αεροσυνοδοί αρχίζουν να ουρλιάζουν, οπότε η επιγραφή αλλάζει: OK, NOW PANIC!
Ήταν αυτή η επιγραφή, φίλε, που βρέθηκε να φωσφορίζει πίσω από τα μάτια μου, με πελώρια κεφαλαία bold italic, όταν βεβαιώθηκα ότι δεν μου έκανε πλάκα…
ΟΚ, NOW PANIC!!!
Στη μία ώρα που μας έμενε, το μόνο που πρόλαβα να κάνω ήταν να βγάλω την καινούρια κατανομή καθηκόντων, ώστε να προλάβει να την υπογράψει πριν φύγει. Τίποτα άλλο. Ακόμα και την υποχρέωση εβδομαδιαίας αναφοράς τού διοικητή προς το αρχηγείο την ανακάλυψα αργότερα, μόνος μου, ψάχνοντας στον υπολογιστή του…
Και μετά μπήκε στο ελικόπτερο και έφυγε, και έχω να τον δω από τότε.
All you mofo’s…
Το ίδιο εκείνο απόγευμα, σαν χαμένος, προσπαθώ ακόμα να συνέλθω από την κεραμίδα, και –αν έχεις το θεό σου ρε φίλε– μου πλακώνονται, μέσα στο briefing, o Yaser και ο Damien… Το μπορείς να το φανταστείς; Ο Yaser και ο Damien… Ο Yaser ανεβαίνει πάνω και αρχίζει να εξηγεί κάτι για τις νυχτερινές περιπολίες, που, μεταξύ μας, δεν χρειαζόταν… Κάπου στη μέση αρχίζει να τα μπερδεύει –τον θυμάσαι, η θεωρία δεν είναι το φόρτε του– αρχίζει να λέει μάλλον περίεργα πράγματα, τα αγγλικά του δεν τον βοηθάνε επίσης, καταλήγει να πει άλλα από αυτά που ήθελε να πει και που νόμιζε πως έλεγε, οπότε ο Damien σηκώνεται και λέει «ΟΚ, αν κάνεις αυτό, απλούστατα δεν έχεις εκτελέσει την αποστολή» και ξανακάθεται, ο Yaser τρελαίνεται, αρχίζουν να διαφωνούν, και εγώ κάθομαι εκεί, ενώ οι αξιωματικοί μου των πληροφοριών και των επιχειρήσεων, το μυαλό και η καρδιά του φυλακίου, φίλοι μου και οι δύο, πλακώνονται, και από κάτω έχουμε πέντε νέους επικεφαλής και δύο εκπαιδευόμενους, οι οποίοι προφανώς σκέφτονταν ωρέ τι μαλάκες άσχετοι είναι όλοι αυτοί εδώ και εγώ, φίλε, ξαφνικά, ήθελα να είμαι αλλού…

Τέλη Μαΐου, με τον Damien, ακόμα εκπαιδευόμενο
Κάπου εκεί, φίλε, έπιασα πάτο… Αλλά, τουλάχιστον, όταν είσαι στον πάτο, δεν έχει άλλο κάτω…
Οπότε σήκωσα τα μανίκια και άρχισα να ανεβαίνω…
* * *
Μέχρι τα μέσα Ιουλίου, δεν βγαίναμε για περιπολίες την Κυριακή. Κάναμε μόνο συντήρηση των αυτοκινήτων.
Ο διευθυντής επιχειρήσεων έστειλε ένα σήμα, που έλεγε ότι αυτό δημιουργεί μια ανεπιθύμητη προβλεψιμότητα των κινήσεών μας, και διέταξε η συντήρηση των αυτοκινήτων να γίνεται μια διαφορετική ημέρα κάθε εβδομάδα.
Δυστυχώς, ειλικρινά δεν ξέρω πώς, αυτό ερμηνεύθηκε επίσης σαν «ο διευθυντής επιχειρήσεων μας διέταξε να βγαίνουμε για περιπολία κάθε μέρα…»
«Ρε παιδιά, ο διευθυντής δεν είπε αυτό… είπε ότι, έτσι όπως το είχαμε μέχρι τώρα, οι Μαροκινοί ήταν σίγουροι ότι δεν πρόκειται να εμφανιστούμε Κυριακή, και έχει δίκιο στο ότι αυτό ήταν λάθος. Αυτό που έχουμε να κάνουμε, είναι να έχουμε μια διαφορετική ημέρα κάθε εβδομάδα, στην οποία δεν θα βγαίνουμε, και θα κάνουμε τη συντήρηση των αυτοκινήτων μας… Αυτή την εβδομάδα Παρασκευή, την άλλη εβδομάδα Τετάρτη κλπ.»
Παύση. Τρία δευτερόλεπτα. Απορημένο βλέμμα – τι λέει αυτός τώρα;
«Όχι, όχι, ο διευθυντής μάς διέταξε…»
Ποτέ δεν φανταζόμουν πόσο κυριολεκτική μπορούσε να γίνει η έκφραση φωνή βοώντος εν τη ερήμω…
Αλλά τώρα δεν χρειάζεται να πείσω κανέναν. Είμαι διοικητεύων!
Γουστάρω…

Τι εννοείς "τέλειωσε το καύσιμο της γεννήτριας¨;;;;
Τσιμπάω τον David, τον Ιρλανδό που κάνει τον αξιωματικό επιχειρήσεων τώρα που έφυγε με άδεια ο Yaser: «Δεν ξέρω τι θα κάνεις, θα ξαναγυρίσουμε στο παλιό καθεστώς – μία διαφορετική μέρα κάθε εβδομάδα θα την έχεις ελεύθερη από περιπολίες και θα συντηρούμε τα αυτοκίνητα.»
Και ήρθε εκείνη η Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου, και μόλις τελειώσαμε με το φορτω-ξεφόρτωμα των Antonov και των ελικοπτέρων, μετά το γεύμα, όλοι πήραν από ένα αυτοκίνητο και έπιασαν δουλειά…
Δεν είχα προσέξει τίποτα ασυνήθιστο. Μου το επισήμανε ο George, από τη Γκάνα.
«Κοίταξέ τους… Νομίζω ότι πρώτη φορά γίνεται τόσο καλή δουλειά…»
Κοιτάω, αλλά για μερικά δευτερόλεπτα δεν βλέπω τίποτα περίεργο.
Και μετά έγινε το κλικ…
Και τους βλέπω όλους, εκεί, να πλένουν αυτοκίνητα και να ελέγχουν λάδια και υγρά μπαταρίας, με κέφι, μουσική στα ηχεία, όρεξη, χαμόγελα… Και παρόλο που έχουν αρχίσει όλοι μαζί, και το λάστιχο είναι ένα και η ηλεκτρική σκούπα επίσης μία, δεν υπάρχει καμία σύγκρουση, καμία ένταση, όλοι κινούνται σαν καλοκουρδισμένη ορχήστρα, και χωρίς καν να χρειάζονται μαέστρο…
* * *
Ξέρεις, Santiago… ήταν η πρώτη στιγμή, από όταν ήρθα εδώ, που ένιωσα ότι είμαστε όντως ομάδα. Θυμάσαι τις βαρύγδουπες εκφράσεις στα briefing επί Enam, we are friends, we are family, we are brothers – και μετά βγαίναμε έξω και σκοτωνόμασταν… Τις κόψαμε. Δεν μας χρειάζονται πλέον… Και δεν σκοτωνόμαστε…
Και, μια μέρα, γύρισε η περίπολος από την Dakhla, και έφερε τα νέα, ότι το επόμενο σαββατοκύριακο θα είχε διεθνή διαγωνισμό kite surfing, με πολλούς επισκέπτες, και τουρίστες, και τουρίστριες, και ξανατσίμπησα τον David, και του είπα να αλλάξει το πρόγραμμα έτσι ώστε η επόμενη περιπολία στην Dakhla να συμπέσει με τον διαγωνισμό, και μου είπε “αλλά θα είναι Παρασκευή, και θα έχουμε μεγάλο cargo να ξεφορτώσουμε και τέσσερις ανθρώπους λιγότερους”, αλλά εγώ επέμενα, καλύτερα να ζοριστούμε λίγο παραπάνω μερικοί για μια μέρα και να δώσουμε την ευκαιρία σε κάποιους άλλους να ξεσκάσουν πραγματικά, και ο Ιρλανδός ίσως νόμιζε ότι σκεφτόμουν την πάρτη μου, γιατί με ρώτησε “να σε βάλω;”, όχι, εγώ όσο είμαι διοικητεύων δεν μπορώ να το κουνήσω από δω, θα βάλεις αυτούς που είναι η σειρά τους, και πήγαν ρε φίλε, και έπρεπε να δεις τα πρόσωπά τους όταν γύρισαν, και να ακούσεις τις ιστορίες τους, και καθόμουν και τους χάζευα, και το καταχάρηκα, γιατί είναι καλοί άντρες, και δουλεύουν σκληρά, και τους αξίζει το καλύτερο…
Και τελειώνει το Ραμαζάνι, μεθαύριο είναι η αργία τού Eid ul-Fitr, και ακούμε ότι οι Μαροκινοί θα έχουν μεγάλη γιορτή απέναντι, στο αρχηγείο τού υποτομέα, αλλά οι μάγειρες φαντάροι υποτίθεται ότι θα έρθουν εδώ, κανονικά, να μας μαγειρέψουν και να μας καθαρίσουν, όπως κάθε μέρα… Και τους μαζεύω στο briefing το Σάββατο, “αυτοί οι άνθρωποι δουλεύουν σαν σκυλιά για μας εφτά μέρες τη βδομάδα, και τη Δευτέρα είναι μεγάλη γιορτή και αργία, και σκοπεύω να τους πω να μην έρθουν, να κάτσουν στη μονάδα τους να ξεκουραστούν και να γιορτάσουν με τους φίλους τους, και θεωρώ ότι θα τα καταφέρουμε μόνοι μας, και αν κανείς έχει κάποια αντίρρηση θα ήθελα να την ακούσω τώρα…”, και απλώθηκε μια βοή ρε φίλε, και ένας ενθουσιασμός, φυσικά να τους αφήσουμε και φυσικά θα τα καταφέρουμε και άρχισαν να με φωνάζουν chief, και boss, εμένα ρε φίλε, τον τουρίστα, εάν είναι ποτέ δυνατόν…
Και ήταν υπέροχη μέρα φίλε, μαγική… Εκτός από τους Μαροκινούς μάγειρες, έτυχε να λείπει και το πλήρωμα του ελικοπτέρου, στη Smara, και ήμασταν εδώ μόνο UNMO’s, και το ανδρόγυνο των Μαλαίσιων γιατρών –τους είχα κατεβάσει τελευταία στιγμή από το Antonov, τέσσερις μέρες πριν, και είχαν ξεμείνει εδώ, ενώ θα έπρεπε να είναι στο Laayoune– και ήταν σαν Πάσχα, οι μουσουλμάνοι με τις παραδοσιακές φορεσιές τους, με τα καλά τους, όμορφοι άνθρωποι, οι Μαλαίσιοι μαγείρεψαν φαγητά από την πατρίδα τους, και ο Αιγύπτιος, και ο Ούγγρος, και φάγαμε όλοι μαζί, γιορτινά, και μετά ένας ένας πλύναμε τα πιάτα και τα σκεύη μας, και στο τέλος η κουζίνα έλαμπε, και δεν έχω δει ποτέ το Oum Dreyga ρε φίλε τόσο ήρεμο, τόσο γαλήνιο, και δεν νομίζω ότι θα το ξαναδώ ποτέ…
Γίναμε ομάδα, φίλε… Και είναι κρίμα που δεν είσαι εδώ να το δεις… Είμαι σίγουρος ότι εσύ θα τα κατάφερνες καλύτερα, αλλά, ξέρεις, κοιτάζω μερικές φορές τη φάτσα μου στον καθρέφτη, και λέω ότι, τουλάχιστον, και ενάντια σε όλα τα προγνωστικά, δεν τα σκάτωσα…
…μάλλον…
Και μετά ήρθε ο Ιρλανδός διευθυντής επιχειρήσεων –είχα στείλει κάτι αναφορές, που έλεγα ότι το ηθικό δεν είναι ψηλά, και δεν του άρεσαν καθόλου– και είχαμε ξεφόρτωμα cargo και δεν οργάνωσα παράταξη υποδοχής, και καθυστέρησα να πάω να τον πάρω από το αεροπλάνο, και είχα τριών ημερών γένια, και ήρθε και του τά ‘χωσα κανονικά, στα ίσια, και μετά γύρισε ρε φίλε στο αρχηγείο, και άρχισε να διαδίδει κάτι μαλακίες, ότι είμαι, λέει, ο καλύτερος διοικητής φυλακίου, αν έχεις το θεό σου ρε φίλε, ανάθεμά με αν καταλαβαίνω τίποτα πλέον…

Στην προηγούμενη επίσκεψη του Ιρλανδού, τον Ιούνιο
Ήταν Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου, mofo, που γύρισες από την άδειά σου και άρχισες να πακετάρεις για το Tindouf…
* * *
«Mike-Foxtrot, χαίρομαι που σε βλέπω…!»
«Mike-Foxtrot; Τι είναι αυτό;»
«Motherfucker…»
«Τς τς», λέω. «Σε θεωρώ σοβαρό άνθρωπο, και δεν θέλω ν’ ακούω τέτοιες μαλακίες από σένα. Υπάρχει στάνταρ σύντμηση για το motherfucker: mofo.»
«Mofo;»
«Ναι, mofo… Αλλά πρόσεξε, γιατί είναι στάνταρ – αν πεις κάποιον mofo θα καταλάβει ότι τον βρίζεις.»
«ΟΚ, mofo…»
«Θα σου λείψει το μέρος.»
Δεν μιλάει.
«Το μέρος θα σου λείψει», ξαναλέω.
«Δεν νομίζω. Θα μου λείψουν κάτι motherfuckers, σαν εσένα και τον Yaser. Αλλά το μέρος το ίδιο δεν θα μου λείψει.»
Είμαστε έξω. Είναι όρθιος. Εγώ κάθομαι στο σκαλοπάτι. Τον κοιτάω.
«Το μέρος θα σου λείψει. Θυμήσου με.»
Και μετά, ένα βράδυ, με πήρε τηλέφωνο. Και μου είπε ότι τα πάντα στο Tindouf είναι σκατά… Ότι αν νομίζαμε ότι το internet στο Oum Dreyga σέρνεται, πρέπει να δούμε τη σύνδεσή τους εκεί… και το φαγητό… και τις τουαλέτες τους…
«Πες σε όλους ότι το Oum Dreyga είναι παράδεισος! Και να μην παραπονιούνται!»
«Κάποιος στα ‘χε πει, mofo…»
«Ναι, κάποιος… Κάτσε να θυμηθώ ποιος… A fuckin’ guy… Ah, you!!»
Γελάμε.
«Τουλάχιστον αύριο θα πάω πρώτη φορά να δω να στρατόπεδα…»
* * *
Θυμάσαι ρε φίλε ένα βράδυ που πίναμε μπύρες έξω από το club; Η συζήτηση, δεν θυμάμαι πώς, είχε να κάνει με την κόκα κόλα, και μας είπες ότι την έχεις απαγορέψει στα παιδιά σου, και τα αφήνεις να πιούν μόνο κάθε Κυριακή, και μ’ αυτή την ευκαιρία επιτρέπεις κι εσύ στον εαυτό σου μια μπύρα… Κι εγώ ρε φίλε, εκείνη τη στιγμή, σε είδα, εκεί, σε μια άγνωστή μου πόλη, Κυριακή, ηλιόλουστη μέρα, κι εσύ με τη γυναίκα σου, με τα παιδιά σου, και γελάγατε… Και στο είπα, «είμαι σίγουρος, amigo, ότι έχεις μια πολύ ωραία οικογένεια, σου ακούγεται περίεργο, το ξέρω, αλλά σε βλέπω…»
Και δεν ήταν ότι απλώς σε είδα, όχι, ήταν ότι κάτι ανέβηκε μέσα μου, και με πλημμύρισε, ολόκληρο, και σε χάρηκα ρε φίλε, από τα βάθη της ψυχής μου σε χάρηκα…
Αλλά ήταν και κάτι άλλο… Κάτι που δεν σου είπα τότε…
Για μια στιγμή, μία μόνο, απειροελάχιστη, αλλά πολύ πυκνή στιγμή, σε ζήλεψα ρε φίλε…
…ναι…

Ξέρεις, Santiago… όταν όλες οι εικόνες ξεθωριάσουν, όταν θα έχετε γίνει όλοι θολές, μισοσβησμένες αναμνήσεις και οι φωτογραφίες θα έχουν χαθεί από τους σκληρούς δίσκους, έτσι θα σε θυμάμαι φίλε… Όχι με παραλλαγή ερήμου, όχι με βερμούδα και κοντομάνικο να χαμογελάς πίσω από το γραφείο σου, αλλά όπως δεν σε έχω δει ποτέ, με την οικογένειά σου, με τη γυναίκα σου, το μεγάλο σου γιο, την κόρη σου, να γελάς, να λάμπεις, και ο μικρός Mateo να τρέχει γύρω σου φωνάζοντας μπαμπά, μπαμπά…
Και ποτέ, ποτέ ρε φίλε δεν θα σε φανταστώ παιδαρέλι 21 χρονών, πρόωρα βγαλμένο από τη ναυτική ακαδημία και ριγμένο στον εμφύλιο, ποτέ δεν θα σε φανταστώ με φούμο στο πρόσωπο να κάνεις καταδρομικές διεισδύσεις πίσω από τις γραμμές των κομμουνιστών, και ποτέ δεν θα σε ρωτήσω τι εννοούσες εκείνο το Σάββατο βράδυ, που πήραμε τις μπύρες μας παράμερα, και ανατρίχιασες, και το πρόσωπό σου σκλήρυνε, και το βλέμμα σου χάθηκε, και μου είπες τώρα που έχω οικογένεια δεν μπορώ να πιστέψω τι κάναμε τότε… Δεν ξέρω ρε φίλε πόσους ανθρώπους μπορεί να έχεις ξεκοιλιάσει και πόσους λαιμούς μπορεί να έχεις κόψει και πόσα ζευγάρια άδεια μάτια μπορεί να στοιχειώνουν τον ύπνο σου τα βράδυα… Και δεν θέλω να ξέρω… Αλλά ένα πράγμα ξέρω στα σίγουρα…
Ότι για μένα θα είσαι πάντα ο Santiago Mendez, ο φίλος μου, ο mofo, ο τέλειος οικογενειάρχης, και ένας από τους καλύτερους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ, και, να πάρει ο διάολος να πάρει, θα μου λείψεις ρε φίλε…

Ξέρεις, δεν νομίζω ότι θα σε ξαναδώ… Και ελπίζω ότι καταλαβαίνεις γιατί, κάθε μέρα, αναβάλω για αύριο την υπόσχεση που σου έδωσα, ότι θα σε πάρω τηλέφωνο, να μου πεις τι είδες στα στρατόπεδα των Σαχαραουί προσφύγων, έξω από το Tindouf…
Στο Laayoune, ένας άλλος
10 Οκτωβρίου , 2009

Ξανά στο Laayoune, για τη σύσκεψη των επικεφαλής εθνικών αποστολών, και αντικρίζοντας τους αμμόλοφους μέσα από το ίδιο παράθυρο ενός διαφορετικού δωματίου στο ίδιο ξενοδοχείο, προσπάθησα να μιλήσω στον άνθρωπο που είχε πρωτοφτάσει εδώ, έξι μήνες πριν, νέος, αθώος, ανυπόμονος, με τη λαχτάρα τής ερήμου και ένα διπλωματικό διαβατήριο που έγραφε το όνομά μου. Προσπάθησα να αφουγκραστώ τις προσδοκίες του, να δω με τα μάτια του το απέραντο, αχαρτογράφητο τοπίο που απλωνόταν μπροστά του, να τον ρωτήσω τι διάολο έψαχνε να βρει και τι τελικά βρήκε… Προσπάθησα να του μιλήσω, να τον ακούσω, να μου θυμίσει, να του πω…
Δεν τα κατάφερα.

Μάρτιος 2009 - Καφετέρια αρχηγείου, νέοι UNMO's από τη Νιγηρία και την Ελλάδα. Με τον Buba βρεθήκαμε. Τον Έλληνα τον έψαξα, αλλά δεν τον βρήκα πουθενά...
Αυτό που κατάφερα ήταν να βρεθώ μέχρι το λαιμό στη δίνη τής γοητείας τής αναθεματισμένα χαριτωμένης Zetti, της αρχίατρου από τη Μαλαισία.
Happy hour, 17:30, στην καφετέρια του αρχηγείου… Και κοιτάω γύρω, ψάχνω την Zetti, κοιτάω αν με κοιτάει, πηγαίνω ξανά γυμνάσιο… Την εντοπίζω, την προσεγγίζω, θα φάμε μαζί σήμερα; «Μην με αφήσεις μόνο μου απόψε, ξένο άνθρωπο εδώ, μακριά από το Oum Dreyga, το σπίτι μου…»
«Το Oum Dreyga… Σπίτι σου;»
Έχω ένα δωμάτιο με ένα κρεβάτι στο Oum Dreyga. Έχω μερικά βιβλία. Και δυο μπουκάλια Jameson.
Δηλαδή το σπίτι μου…
Και μετά αρχίζουμε τις μπύρες με τον Luciano, και ο επιτελάρχης απέναντί μου ψιθυρίζει κάτι στον στρατηγό, και με δείχνει, και όταν πάω να παραγγείλω τις επόμενες ο στρατηγός σχεδόν με αρπάζει από το μπράτσο, χειραψία, χαμόγελα, «όλα καλά;», «όλα καλά στρατηγέ», «ωραία, πέρνα από το γραφείο μου μετά»… κοιτάω γύρω μου, κόσμος πίνει, χαλαρώνει, περνάει καλά…. «εννοείτε… μετά από αυτό;», «ναι, πέρνα», «ΟΚ, στρατηγέ», και ξανά με την Zetti, «ο στρατηγός θέλει να με δει», «καλά, τι έκανες;»
Απλώς, είπα κάποια πράγματα με το όνομά τους…
* * *
Εβδομαδιαία αναφορά διοικητή, φυλάκιο Oum Dreyga, Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009, απόσπασμα:
«UNMOs at teamsite have begun noticing and discussing that, 20 days after the mine incident, nobody from the Higher Command has visited the teamsite for expressing their encouragement, sympathy and support. After the visits of the investigation teams, they have been left with the impression that Mission Headquarters’ only concern is to find people which will be held personally responsible. They feel disappointed and abandoned by the Headquarters. The morale is not high. – Maj Christos TSATSOULIS, Acting Commander»
Περιμένω ότι από αύριο, Δευτέρα, θα σπάσουν τα τηλέφωνα… ΟΚ παιδιά, εδώ είμαι…
Δευτέρα τίποτα. Τρίτη τίποτα. Τετάρτη τίποτα.
ΟΚ, κατάλαβα… Σιγά να μην διαβάζει κανείς τις αναφορές…
Την επόμενη Κυριακή, έχω ένα δίλημμα. Να τα ξαναπώ; Χρειάζεται; Στο κάτω κάτω, από τυπική άποψη, το καθήκον μου το έκανα. Τα είπα. Τώρα αν κανείς δεν διαβάζει, δεν είναι δικό μου πρόβλημα.
Σωστά. Δεν χρειάζεται. Τα είπα μια φορά.
Γράφω τη νέα αναφορά. Φτάνω στο τμήμα με τα σχόλια. Ανοίγω την προηγούμενη. Copy-paste. Αλλάζω μόνο το “20 days” – το κάνω “almost one month”…
Τη στέλνω…
* * *
Τα είχα πει λίγο πριν, με τον επιτελάρχη.
«Καλά, έγραψες ότι το ηθικό είναι χαμηλό;»
«Έγραψα ότι δεν είναι υψηλό, που δεν είναι ακριβώς το ίδιο.»
«Το ηθικό είναι πάντα υψηλό! Καλά τα πήγες μέχρι ένα σημείο, ανέφερες το πρόβλημα, το περιέγραψες, αλλά στο τέλος έπρεπε να πεις ότι “παρόλα αυτά, το ηθικό είναι υψηλό”!»
Sorry φίλε… Δεν νομίζω ότι θα συνεννοηθούμε…
* * *
Κανονίζω με την Zetti να μου αφήσει μήνυμα στο ξενοδοχείο, και, μετά από τρεις μπύρες, πάω να βρω το στρατηγό.
Περιμένω παρόμοια αντιμετώπιση. Αλλά κάνω λάθος.

Απρίλιος 2009, στο γραφείο του στρατηγού, "... και εσύ είσαι αυτός που συνέλαβαν οι Μαροκινοί", "αυτός είμαι, σύντροφε στρατηγέ..."
Καθόμαστε εκεί και τα λέμε, σχεδόν σαν παλιοί φίλοι, και βγάζει και μου δείχνει φωτογραφίες από το 1991 που ήταν εδώ ως απλός στρατιωτικός παρατηρητής, σαν κι εμένα, λοχαγός ή ταγματάρχης –τα λέω μετά και δεν με πιστεύει κανείς– και συζητάμε για το ατύχημα, και για το τι πρέπει να γίνει, και εμείς είμαστε εδώ, και αν έχεις οποιοδήποτε πρόβλημα σήκωσε το ακουστικό και πάρε μας τηλέφωνο…
Έχει στο γραφείο του το πόρισμα της επιτροπής διερεύνησης. «Θεωρώ ότι ο διοικητής πρέπει να αντικατασταθεί. Σε εμπιστεύομαι ότι δεν θα πεις τίποτα.»
Δεν λέω τίποτα. Γυρίζω στην καφετέρια. Ο Luciano είναι ακόμα εκεί. Καθόμαστε και πίνουμε μπύρες, και επικοινωνούμε τηλεπαθητικά με έναν Αυστριακό, από τις παλιότερες καραβάνες τής αποστολής, που εμφανίζεται πάντα με δυο κερασμένες όταν είμαστε στεγνοί… Και η ώρα περνάει, και σκέφτομαι ότι θα στήσω τη Zetti, αλλά κάθομαι εκεί, και ακούω τον Βραζιλιάνο να μου λέει για τα τρία χρόνια που έκανε στην προσωπική φρουρά του προέδρου Λούλα, και πίνουμε μπύρες και η ώρα έχει πάει εννιά (“Ο Luciano κάθησε μέχρι τις εννιά στην καφετέρια; Δεν το πιστεύω, δεν το έχει κάνει ποτέ αυτό”, μου λέει αργότερα ο Valerio), αντίο Zetti, ίσως είναι καλύτερα έτσι…

Όταν μπαίνουμε στο αμάξι να φύγουμε, λέω στον Luciano να με πάει στο ξενοδοχείο Nagir.
«Έχω ραντεβού με μια κυρία. Ήταν να μου αφήσει μήνυμα στο Lakouara, αλλά τέτοια ώρα… καλύτερα να πάμε στο Nagir, ίσως είναι εκεί…»
Φτάνουμε στο Nagir, ορμάω μέσα –τώρα πηγαίνω λύκειο!– βλέπω την συγκάτοικό της, «πού είναι η Zetti;», με κοιτάζει απορημένη, «7 η ώρα που έφυγα κοιμόταν», ΟΚ αυτό ήταν, καλύτερα έτσι…
Καθόμαστε να φάμε με τον Luciano. Πάω στον μπουφέ. Ακούω μια φωνή πίσω μου.
«Christos, γιατί είσαι ακόμα με στολή;»
Γυρίζω και είναι εκεί, με κοιτάει, σχεδόν αγουροξυπνημένη…
«Ε… καλησπέρα!»
«Περάσαμε από το Lakouara, να σε πάρουμε, αλλά δεν ήσουν εκεί…»
Ναι, ήμουν με τον στρατηγό, και μετά πήγα να πιω μια μπύρα με τον Luciano στην καφετέρια, και δεν θα το πιστέψεις, αλλά έπεσε ένας μετεωρίτης στο αρχηγείο, και αναγκάστηκα να τον σηκώσω, με τα χέρια μου, και να τον ξαναστείλω από κει που ήρθε, και… άργησα… συγγνώμη!
Χαμογελάει.
Αργότερα, περπατάμε οι δυο μας, νύχτα, στους δρόμους τού Laayoune… Μιλάμε για τα βιβλία μας. «Έχω πάρει μια βιογραφία τού Kafka», μου λέει. «Μου αρέσει πολύ ο Kafka, αλλά, δεν ξέρω, δυσκολεύομαι να την διαβάσω…»
«Δεν είναι περίεργο», λέω. «Κοίτα γύρω σου. Δεν είναι περίεργο ότι εδώ, δυσκολεύεσαι να διαβάσεις για τον Kafka. Είμαστε μακριά, πολύ μακριά από την αγαπημένη μου Πράγα…»
Σταματάει. Με κοιτάει. Χαμογελάει.
«Λατρεύω την Πράγα», λέει…



«Ματαιώστε την αποστολή και γυρίστε στο φυλάκιο…
30 Σεπτεμβρίου , 2009
… η περίπολος Hawk έπεσε σε νάρκη.»
«Είπε νάρκη;»
«Νομίζω…»
Νάρκη…; ΝΑΡΚΗ;;;;;
Παγωμάρα… αμηχανία… δεν μπορεί να είπε νάρκη…
Ασύρματος…
«UN Oum Dreyga – this is Eagle patrol – I copy mine accident? – over»
«Eagle patrol – this is UN Oum Dreyga – affirmative – over»
Affirmative…
Φλας, εικόνες πίσω από τα μάτια, χωρίς αρχή και μέση, μόνο τέλος, εικόνες σε γρήγορη κίνηση, τις έχεις ξαναδεί, σε εκπαιδευτικές διαλέξεις, σε βίντεο, μόνο που τώρα τα πρόσωπα σου είναι γνωστά, δεν μπορείς να τα διακρίνεις αλλά ξέρεις ότι τα γνωρίζεις…
Κραυγές – κλείσε τον ήχο.
Σκέψου, σκέψου… Ποιοι ήταν στην περίπολο Hawk…; Ποιοι ήταν στο πρώτο αυτοκίνητο…;
Ο Antonio… O Antonio ήταν πρώτος οδηγός…
O Antonio…
Όχι… όχι…
Κι άλλες εικόνες…
Άσχημες.
Πίσω στο φυλάκιο. «Κανένας τραυματίας.»
Καλό.
«Ήταν το δεύτερο αυτοκίνητο».
Το δεύτερο;
«Είναι όλοι καλά. Τους έχουν μαζέψει ήδη οι Μαροκινοί. Πάρε τον διευθυντή επιχειρήσεων, θέλει να σου μιλήσει.»
«Εμένα; Γιατί;»
Γυρίζει. Με κοιτάει.
«Γιατί είσαι διοικητεύων.»
Τώρα αυτό, αυτό, μου είχε διαφύγει τελείως…
Μιλάω στον ασύρματο με τον Antonio. Όλοι καλά. Ερχόμαστε φίλε.
Παίρνω τον διευθυντή επιχειρήσεων. Δεν το σηκώνει.
Παίρνω τον αξιωματικό υπηρεσίας στο αρχηγείο. Του αναφέρω την κατάσταση. «Ξεκινάμε σε πέντε να τους μαζέψουμε.»
Περίπολος ανάκτησης. Ο Yaser επικεφαλής. Εγώ νούμερο δύο.
Στην πύλη. Μαρσάρουμε μηχανές. Έλεγχος επικοινωνιών.
Ο τρελός από την αίθουσα υπηρεσίας επεμβαίνει στον ασύρματο.
«Πάρτε κυάλια.»
Ε;
«Πάρτε κυάλια.»
… κυάλια;;;
Είναι ωραίοι οι τρελοί. Απολαυστικοί στην παρέα. Πνευματώδεις. Ενίοτε ευρηματικοί και εφευρετικοί. Και στο λάθος τόπο και χρόνο, εντελώς επικίνδυνοι.
Η κατάσταση στον τόπο τού ατυχήματος μας είναι ξεκάθαρη. Τελείως ξεκάθαρη. Είναι όλοι ασφαλείς, έξω από τα αυτοκίνητα. Έχουν επιληφθεί οι Μαροκινοί στρατιώτες. Η νάρκη ήταν μόλις 10-20 μέτρα από την πύλη μιας μονάδας τους. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, απολύτως κανένας, να πάρουμε κυάλια.
Και όταν λέω απολύτως, είμαι απόλυτος.
Επικρατεί μια μικρή σύγχυση, μια αμηχανία και μια έρπουσα ενόχληση, και για την παρέμβαση και για το αντικείμενό της. Πριν προλάβει να εξελιχθεί, ο τρελός στέλνει έξω τον Νιγηριανό να μας δώσει τα κυάλια στο χέρι.
Ας είναι. Ξεκινάμε.
Περνάμε την πύλη. Ο Yaser, σύμφωνα με τις διαδικασίες, δίνει εντολή να γυρίσουμε στο κανάλι 2.
Ο τρελός ξαναχτυπά.
«Μην αλλάζετε κανάλι. Μείνετε στο κανάλι 7»
Ε;;;
Ο Yaser επιχειρεί να πει κάτι. Ο τρελός είναι ανένδοτος.
«Ακολουθήστε τις διαταγές μου. Μείνετε στο κανάλι 7.»
… διαταγές;;;
… ΔΙΑΤΑΓΕΣ;;;
Ποιος διάολο δίνει διαταγές εδώ και δεν το ξέρω;
Ο Yaser προσπαθεί να ξεμπλέξει. Λέει «roger», απρόθυμα. Μας ζητά να χρησιμοποιήσουμε τους φορητούς ασυρμάτους στο κανάλι 2 για την μεταξύ μας επικοινωνία.
Αλλά υπολογίζει χωρίς τον τρελό.
«Μην χρησιμοποιήσετε το κανάλι 2. Χρησιμοποιείστε μόνο το κανάλι 7.»
Yaser: «Σε άκουσα. Θα μείνουμε στο κανάλι 7, και θα έχουμε μόνο τους φορητούς ασυρμάτους στο κανάλι 2.»
«Αρνητικόν. Χρησιμοποιείστε μόνο το κανάλι 7.»
Η κατάσταση πάει να βγει εκτός ελέγχου. Ακούω τον Yaser στον ασύρματο, σχεδόν να κλαίει: «PLEASE… PLEASE… I can not contact MY patrol… PLEASE… Stop it…”
«Ακολουθήστε τις διαταγές μου. Χρησιμοποιείστε μόνο το κανάλι 7.»
Ο Yaser ζητάει να σταματήσουμε: «Peacekeeping»
… αλλά με το χάος που έχει δημιουργήσει ο τρελός στον ασύρματο, κανείς από τους δυο μας στο δεύτερο αυτοκίνητο δεν το ακούει.
Έχω διαλέξει εκείνη τη στιγμή για να κάνω το γρήγορο οπτικό τσεκ στο αυτοκίνητο. Βλέπω ότι ο Nasir δεν έχει ανάψει τους προβολείς.
«Τους προβολείς σου».
«Ε;»
«Τους προβολείς σου. Άναψε τους προβολείς σου», του δείχνω με το χέρι στο ταμπλώ.
Ο Nasir σκύβει το κεφάλι στο ταμπλώ. Βλέπει ότι όντως οι προβολείς του είναι σβηστοί. Ψάχνει το διακόπτη. Τους ανάβει.
Για εκείνα τα τρία, τέσσερα δευτερόλεπτα, έχουμε και οι δύο τα μάτια μας στο ταμπλώ. Όταν τα σηκώνουμε πάλι, βλέπουμε το πρώτο αυτοκίνητο σταματημένο στα δέκα μέτρα μπροστά μας.
Ο Nasir δεν είναι ακριβώς οδηγάρα. Και κάνει εκείνο ακριβώς το λάθος που δεν είχα κάνει εγώ, όταν γυρίζαμε από το Laayoune.
Προσπαθεί να σταματήσει, πατώντας φρένο.
Νο… no…
Πεντακόσια μέτρα από την πύλη του φυλακίου, το δεύτερο αυτοκίνητο τής περιπόλου ανάκτησης που έχει ξεκινήσει για τον τόπο τού ατυχήματος, τρακάρει με δύναμη πάνω στο πρώτο, και αχρηστεύεται…
Γυρίζουμε πίσω, παίρνουμε άλλο αυτοκίνητο, αλλάζουμε σύνθεση, μπαίνω οδηγός στο πρώτο αυτοκίνητο με τον Yaser, και ξεκινάμε πάλι.
Και ευτυχώς, σε εκείνα τα δύο-τρία λεπτά, δεν συναντάω τον τρελό…
Φτάνουμε στον τόπο τού ατυχήματος. Βλέπουμε το αμάξι.
Μια ομορφιά…

Είχαν τύχη βουνό. Αντιλήφθηκαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το μέρος και έστριψαν το τιμόνι όλο αριστερά για να κάνουν μεταβολή. Η νάρκη ενεργοποιήθηκε από τον εμπρός αριστερό τροχό, και δεν έσκασε κάτω από το αυτοκίνητο, αλλά κανά μέτρο στα αριστερά.
«Έψαξα παντού για τη ζάντα», μου λέει ο Antonio. «Δεν τη βρήκα.»
Ναι. Μάλλον εξαϋλώθηκε. Ή μπήκε σε τροχιά…
Αφήνουμε το αμάξι να το φέρουν οι Μαροκινοί και γυρίζουμε πίσω.
Φτάνουμε στο φυλάκιο. Πρώτη μου δουλειά – παίρνω τα κυάλια και πάω στην αίθουσα υπηρεσίας. Ο τρελο-Ρώσος είναι στην πόρτα, καπνίζει και λέει αστειάκια.
“Του επιστρέφω τα κυάλια” δεν είναι ακριβώς η σωστή έκφραση. Μάλλον τον χτυπάω με τα κυάλια στο στήθος.
«Take your fuckin’ binoculars».
Έκπληκτος. «Christos… wha-»
Κολλάω το δάχτυλό μου στη μούρη του, ανάμεσα στα μάτια.
«I have NOT finished with you». Σφιγμένα δόντια. Σφιγμένα χέρια.
Και ευτυχώς, ευτυχώς, δεν λέει τίποτα, και έτσι γλυτώνουμε και οι δύο – εκείνος από μια γροθιά στο σαγόνι και εγώ από το αεροδικείο.
Ούτε καν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έφτασα τόσο κοντά στο να χτυπήσω άνθρωπο.
Πρέπει να πήγαινα γυμνάσιο…
Και δεν είναι τόσο τρελός, τελικά. Σοφά, πάρα πολύ σοφά, όλη την υπόλοιπη μέρα με αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι. Ρωτάει μόνο τον Yaser, «hey, γιατί τα έχει πάρει ο Christos μαζί μου;»
Είναι αυτό που λέμε έχω αντίληψη της κατάστασης…
«Δεν ξέρω», λέει ο Yaser. «Γιατί έκανες μαλακία, ίσως;;;»
Ο Alvaro τον ήξερε από το Mijek. «Κάποια μέρα θα σου πώ για τον Ρώσο. Δεν είναι κακό παιδί, αλλά είναι τρελός. Εντελώς τρελός».
Δεν μου είπε ποτέ.
Λίγο αργότερα, οι Μαροκινοί φέρνουν το αμάξι στο φυλάκιο.

Παρόλο που είναι Κυριακή, περιμένω ότι λόγω των ειδικών περιστάσεων θα έχουμε briefing. Αλλά ο διοικητής έχει άλλα σχέδια. «Όχι, δεν υπάρχει λόγος. Θα προχωρήσουμε με την καθαριότητα των εξωτερικών χώρων, όπως έχουμε προγραμματίσει.»
Και εκεί είμαστε, μετά το πρώτο ατύχημα με νάρκη εδώ και δεκαπέντε χρόνια, να περιφερόμαστε στο χώρο, πλαστικές σακούλες, γάντια, χαρούμενα παιδάκια που μαζεύουν γόπες και πλαστικά μπουκάλια, βγαλμένα από αφίσα του ΕΟΤ Καθαρές Θάλασσες – Καθαρές Ακτές…
Yeah…
Briefing την επόμενη μέρα. Ξεκινάμε όπως πάντα. Σαν να μη συνέβη τίποτα…
«Yesterday, Hawk patrol visited Area 11A and B. Patrol leader under training, Major Davor…»
Ήταν η πρώτη περιπολία τού Davor ως εκπαιδευόμενου επικεφαλής. Ανεβαίνει πάνω. Η φωνή του…
Δεν είναι ότι τρέμει – δεν τρέμει, αλλά, σε δυο, τρία σημεία, νομίζω ότι θα σπάσει…
«Έχασα 16 ανθρώπους στον πόλεμο… Και χτες παραλίγο να χάσω και άλλους δύο…»
Επιμένω να μην σκέφτομαι ότι ο Davor, όπως όλοι οι Κροάτες εδώ, έχουν πολεμήσει, είναι βετεράνοι τού Homeland War, όπως τον αποκαλούν… Ο Davor, o Enam, o Damir, o Boris… Θα περίμενε κανείς ίσως να έχουν μια έπαρση, ένα τουπέ – τι να μου πεις κι εσύ ρε φίλε από τη ζωή σου, εγώ έχω πολεμήσει. Δεν το έχουν. Ή αν το έχουν, το κρύβουν καλά.
Ο Davor είναι ίσως ο μοναδικός που έχει εμπειρία των Ηνωμένων Εθνών και από μέσα και από έξω. Μου έλεγε, κάποτε, πώς είχαν πιάσει επ’ αυτοφώρω Καναδούς κυανόκρανους να φυγαδεύουν Σέρβους στρατιώτες από περικυκλωμένους θύλακες στην Κράινα.
Και όταν τελείωσε ο πόλεμος, τον έστειλαν κυανόκρανο στο Κασμίρ.
Τώρα, εδώ, τον εκπαιδεύω, τον αξιολογώ…
Γελοίο δεν ακούγεται;

Χαρτογιακάς εκπαιδεύει βετεράνο, στο όριο της Νεκρής Ζώνης, λίγες μέρες πριν και λίγα χιλιόμετρα μακριά από μια έκρηξη νάρκης
O Boris έφτασε στην αποστολή λίγες μέρες μετά από μένα. Κάναμε παρέα, εκείνες τις πρώτες μέρες στο αρχηγείο, λόγω και του Damir. Για κάποιο λόγο με είχε συμπαθήσει…
«Πριν τον πόλεμο ήμουν δάσκαλος», μου είχε πει στην καφετέρια του αρχηγείου… «Κατατάχτηκα, όπως όλοι μας… Και μετά τον πόλεμο έμεινα…»
Ήταν από κείνες τις στιγμές που αισθάνεσαι κοντά στην πραγματικότητα, πολύ κοντά, σε εκείνη την αδιαμεσολάβητη, αδυσώπητη πραγματικότητα, που παίρνει δασκάλους από τα παιδιά και τα σχολεία, τους δίνει όπλα και τους στέλνει να πολεμήσουν, και εσύ αισθάνεσαι κάτι να κουνιέται στο στομάχι σου, ένα αδηφάγο ζώο, που πασχίζει να ανέβει στο στήθος, να περάσει από το λαιμό, να βγει στο στόμα, να θέσει τον αέρα σε κίνηση και να μεταμορφωθεί σε ήχο, σε λέξη:
«Σκότωσες;»
Αθώος ο αέρας, Walt Whitman;

Απρίλιος 2009, νέοι στο αρχηγείο τής MINURSO, με τον Ali από την Υεμένη και τον Boris
Το briefing συνεχίζεται. Έρχεται η σειρά μου.
«Επειδή, εκτός από το κατεστραμμένο 643, έχουμε έξω και το 636 τρακαρισμένο, θέλω να μοιραστώ μαζί σας τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτό το δεύτερο ατύχημα μέσα σε μία μέρα.»
Και κάθομαι εκεί και εξιστορώ τα γεγονότα, δεν φωνάζω αλλά δεν είμαι ήρεμος, και δεν απογειώνω τον Ρώσο, μάλλον τον εκτοξεύω, και είμαι αμείλικτος…
«Πιστεύεις ότι η περίπολος πρέπει να πάρει κυάλια; – Πολύ ωραία, γι’ αυτό έχουμε briefing πριν την περιπολία – το λες στο briefing. Έχεις λόγους να πιστεύεις ότι πρέπει να μείνουμε στο κανάλι 7; – Κανένα πρόβλημα, το λες στο briefing και το θέμα λύνεται εκεί. Αλλά όταν η περίπολος περνάει την πύλη – και θέλω να το ξεκαθαρίσω εδώ το θέμα για όλους – ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ, ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΟΛΟΥ!!! ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ!!!»
Τώρα φωνάζω.
Περιμένω ότι από στιγμή σε στιγμή ο διοικητής θα με σταματήσει – ΟΚ Christos, thank you, point taken. Είναι συνήθης –και σωστή– πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις, για να μην αφήνουμε τις καταστάσεις να οξύνονται. Αλλά ο Waseem με αφήνει.
Κι εγώ συνεχίζω.
«Η περίπολος ξεκίνησε και εσύ θέλεις να κάνεις υποδείξεις; Καλοδεχούμενες! Αλλά διαταγές; ΔΙΑΤΑΓΕΣ;;;;; Πολύ θα ήθελα να ακούσω ποιος σε εξουσιοδότησε να δώσεις διαταγές. Γιατί ο διοικητής ήταν στον τόπο του ατυχήματος, και εγώ δεν θυμάμαι να σου είπα τίποτα τέτοιο πριν φύγω – άσε που δεν χρησιμοποιούμε τον όρο διαταγές εδώ πέρα. Και, τέλος, υπάρχει ένας κανόνας, ένας πολύ απλός κανόνας· δεν προβλέπεται σε καμία επιχειρησιακή διαδικασία και δεν είναι γραμμένος σε κανένα εγχειρίδιο, μάλλον γιατί είναι εντελώς αυτονόητος: όταν ακούμε τον επικεφαλής να παρακαλάει στον ασύρματο – “PLEASE… PLEASE… I can not contact MY patrol… PLEASE… Stop it…” – υπάρχει μία, μία και μοναδική γαμημένη σωστή ενέργεια ΚΑΙ ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΗ!!!»
Break. Τρία δευτερόλεπτα. Δραματική ένταση. Δεν ακούγεται κιχ. Ρίχνω το σώμα μου πίσω στην καρέκλα. Παίρνω βαθιά ανάσα. Χαλαρώνω.
«Το βουλώνουμε…»
Το ημερολόγιο λέει Δευτέρα, 31 Αυγούστου.
* * *
Και μετά ήρθε ο Σεπτέμβριος, και καθάρισαν οι ουρανοί, και το λυκόφως άρχισε πάλι να σου κόβει την ανάσα, και εγώ να ανεβαίνω ξανά στο παρατηρητήριο, μετά από εβδομάδες…
Αλλά και αυτός ο δρόμος ήταν ναρκοθετημένος… Και η καρέκλα που έχω αφήσει στο παρατηρητήριο καταδικασμένη να πιάσει πάλι σκόνη…

Ευτυχώς που μου θύμισε να πάρω κυάλια...
September anywhere
25 Σεπτεμβρίου , 2009

- Antonov-24B
Χρωστάω μια μπύρα στον Luciano. Εξαιτίας του αναγκάστηκα να σταματήσω ένα Antonov με αναμμένους κινητήρες, έτοιμο για απογείωση. Το ‘χω ξανακάνει. Αλλά τότε δεν ήταν μέσα ο στρατηγός.
«I ‘m sorry, captain…»
Νεύμα με το χέρι, no problem.
Ο Ουκρανός ναυτίλος με πιάνει φιλικά από τον ώμο:
«Έλα τώρα να σε δω πώς θα το εξηγήσεις στον μεγάλο…», χαμογελάει.
ΟΚ, φίλε, κοίτα με…
Ανεβαίνω στο χώρο επιβατών. Κάθεται στο τραπέζι. Αυτοκρατορική αταραξία. Απόγονος του Μεγάλου Χαν. Σχεδόν υπερόπτης.
«Τι συμβαίνει;».
Τηλεφώνημα από το αρχηγείο. Πέντε λεπτά πριν. Οι γιατροί πρέπει να μείνουν εδώ. Περιπολία με διανυκτέρευση. Εκτάκτως. Απόψε.
Κάτι χάνει από τα αγγλικά μου. Γυρίζει στον υπασπιστή του, ο οποίος του εξηγεί στα κινέζικα. Μετά πάλι σε μένα.
«Α. ΟΚ.»
Χαιρετάω και φεύγω.
Κατεβαίνοντας κοιτάω για τον Ουκρανό, αλλά δεν τον βλέπω πουθενά.
Απομακρύνομαι από το αεροπλάνο. Βάζει πάλι μπροστά. Ανάβω τσιγάρο. Σηκώνει σκόνη. Κοιτάω την έρημο.
Είναι Σεπτέμβριος.
Δεν είναι υπέροχο;
